Legislator Case Law & Legislation
182/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal claiming lower court distorted evidence regarding bank transfer recipient identity.

Case Number 182/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the final judgment of the Kerkira Court of Appeal. The appellants argued that the appellate court distorted a specific bank transfer document to support its finding that the funds were transferred to the appellants' daughter rather than the deceased father's account. The court rejected this claim, ruling that the lower court did not rely exclusively on the disputed document and considered it alongside other evidence without establishing a distortion of its content.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the lower court's finding was based on a holistic assessment of all evidence rather than an isolated misinterpretation of a single document.

Keywords

AI generated
appeal admissibility distortion of evidence bank transfer recipient appellate review standard holistic evidence assessment

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 182 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. χήρας Λ. Π., το γένος Σ. Κ., 2) Α. - Ν. Π. του Λ., 3) Γ. Π. του Λ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κολιούση με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Ν. του Γ., κατοίκου ... ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Πετροπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2018 αγωγή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 46/2021 του Μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/6/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 30-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 46/2021 τελεσίδικη απόφαση του μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας, η οποία απέρριψε την από 12-8-2020 έφεση των εναγουσών, νυν αναιρεσειουσών, κατά της υπ' αριθμ. 43/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, η οποία είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 30-7-2018 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος, στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν λόγω θανάτου του οι κληρονόμοι του σύζυγος και τέκνα αυτού κατά του εναγομένου νυν αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 155/2016, ΑΠ 495/2013).

Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Γενικότερα απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.

δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται σ' αυτό με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 763/2018, 739/2011), το ζήτημα, η επιρροή που ασκεί στην έκβαση της δίκης, οι αιτιολογίες που λείπουν και αν πρόκειται για αντιφατική αιτιολογία σε τι συνίσταται η αντίφαση, καθώς και ποιος είναι ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου σε σχέση με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσης της απόφασης ώστε να είναι δυνατή η εκτίμηση της νομιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου.

Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσον όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη αιτιολογίας ή η αντιφατικότητα αυτής δεν ιδρύει λόγο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: Ο αρχικώς ενάγων Λ. Π. του Κ., σύζυγος της α' εκκαλούσας και πατέρας των λοιπών εκκαλουσών που είχε συγγενική σχέση με τον εναγόμενο-εφεσίβλητο, καθόσον από το έτος 2005 ο τελευταίος είχε νυμφευθεί την κόρη του ενάγοντος δεύτερη εκκαλούσα, στις 14-6-2012 προέβη μέσω του υποκαταστήματος Ηγουμενίτσας της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος", στην έκδοση διατραπεζικής εντολής για μεταφορά κεφαλαίου ύψους 100.000 ευρώ από τον λογαριασμό ...

που διατηρούσε στο εν λόγω τραπεζικό κατάστημα στο με IBAN ... κοινό αποταμιευτικό λογαριασμό περιουσίας της ολλανδικής τράπεζας με την επωνυμία ... στο ... Ολλανδίας με συνδικαιούχους τον εναγόμενο και την τότε σύζυγό του κόρη του αρχικώς ενάγοντος Α.-Ν. Π. που είχε ανοιχθεί σε προγενέστερο χρόνο και στον οποίο αυτοί διατηρούσαν τις οικογενειακές τους αποταμιεύσεις...Λόγω της στενότητας της συγγενικής σχέσης που τον συνέδεε με τους δικαιούχους του ανωτέρω λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος, παρίσταται προφανές ότι ο αρχικώς ενάγων γνώριζε ότι αυτός (λογαριασμός) ήταν κοινός του γαμπρού του και της κόρης του, πέραν δε τούτου, η γνώση του προκύπτει σαφέστατα από το γεγονός ότι στην εντολή της ως άνω μεταφοράς υπέδειξε ως αιτιολογία αυτής "μεταφορά στην κόρη του"....Όσον αφορά την κίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού αποδείχθηκε περαιτέρω ότι αυτός είχε υπόλοιπο στις 29.6.2012 το ποσό των 188.000 ευρώ από το οποίο οι 75.500 ευρώ είχαν κατατεθεί στις 19.6.2012 και 18.6.2012 αντίστοιχα από τον εναγόμενο, οι 12.500 ευρώ φέρουν ως όνομα καταθέτη ...

και περιγραφή "MY ACCOUNT" (ο λογαριασμός μου) και οι 100.000 αφορούν την επίμαχη συναλλαγή του αρχικώς ενάγοντος, Λ. Π.... Ο έγγαμος βίος του εναγόμενου- εφεσίβλητου με τη δεύτερη εκκαλούσα δεν εξελίχθηκε, ωστόσο, ομαλά, και από τις αρχές του έτους 2016 βρίσκονταν σε διαδικασία έκδοσης διαζυγίου, ο δε γάμος τους λύθηκε τελικά τον Νοέμβριο του έτους 2016 με συναινετικό διαζύγιο, στο πλαίσιο της έκδοσης του οποίου υπέγραψαν το από 3.6.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ...

με το οποίο συμφωνούσαν να διανεμηθεί η μεταξύ τους κοινή περιουσία με το να αναλάβει η δεύτερη εκκαλούσα το ποσό των 100.000 ευρώ από τους κοινούς τραπεζικούς τους λογαριασμούς και ο εναγόμενος το υπόλοιπο ποσό των 50.000 ευρώ.... Ωστόσο, μολονότι η μεταφορά του ανωτέρω χρηματικού ποσού προκύπτει ευχερέστατα από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο, ουδόλως προέκυψε η επικαλούμενη από τον αρχικώς ενάγοντα αιτιολογία της μεταφοράς και δη ότι αυτή έλαβε χώρα προς υλοποίηση της συναφθείσας μεταξύ αυτού και του τότε γαμπρού του σύμβασης εντολής, την ύπαρξη της οποίας ο τελευταίος αρνείται...

Η ανωτέρω κρίση του δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι όταν ο εναγόμενος - εφεσίβλητος και η δεύτερη εκκαλούσα συμπεριέλαβαν στο από 3.6.2016 μεταξύ τους ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμιση για τα κοινά τους αποκτήματα, μερίμνησαν για τον διαμοιρασμό των κοινών καταθέσεών τους στην Ολλανδία και την Ελβετία, ύψους 150.000 ευρώ, στις οποίες σαφώς συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ποσό που ως κατατεθειμένο στον κοινό τους λογαριασμό είχε ενσωματωθεί στη δική τους περιουσία και μόνον αυτοί μπορούσαν να ρυθμίσουν το ποιος από τους δύο δικαιούταν να το αναλάβει κατά τον χωρισμό της κοινής τους περιουσίας....

Περαιτέρω, δεν αποδείχτηκε και ότι ο αρχικώς ενάγων αναζήτησε το επίδικο χρηματικό ποσό από τον εναγόμενο- εφεσίβλητο την 23.12.2015, την 18.3.2016 και την 7.4.2016 ή σε οποιονδήποτε άλλον χρόνο πριν τον Δεκέμβριο του έτους 2017, οπότε και του επέδωσε σχετική εξώδικη πρόσκληση που προηγήθηκε της ένδικης αγωγής...Πέραν τούτου, όμως, δεν παρίσταται πειστικός ο ισχυρισμός του αρχικώς ενάγοντος ότι περί τα τέλη του έτους 2015 αισθανόταν πλέον πως είχε εκλείψει ο κίνδυνος μείωσης της ονομαστικής αξίας (κουρέματος) των καταθέσεων στα ημεδαπά τραπεζικά ιδρύματα και ότι για αυτόν τον λόγο, αναζήτησε τότε από τον εναγόμενο το ποσό που είχε μεταφέρει στον κοινό λογαριασμό του με την κόρη του, καθόσον είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά τον χρόνο εκείνο υπήρχε επιβολή κεφαλαιουχικών ελέγχων στα ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα και περιορισμός στο όριο των αναλήψεων που είχαν επιβληθεί στα τέλη του Ιουνίου του έτους 2015, δηλ.

μόλις λίγους μήνες πριν, προκειμένου να προστατευθεί το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και συνεπώς, ο επικαλούμενος κίνδυνος δεν είχε ακόμη εκλείψει. Περαιτέρω, εντύπωση προκαλεί και το γεγονός ότι παρόλο που τουλάχιστον από τον Νοέμβριο του έτους 2015 ο έγγαμος βίος της κόρης του με τον εναγόμενο είχε κλονιστεί σοβαρότατα με καταγγελλόμενα ποινικά αξιολογήσιμα πραγματικά περιστατικά και σφοδρή αντιδικία...

ο αρχικώς ενάγων όχι μόνο δεν ζήτησε από την κόρη του να αναλάβει η ίδια, όπως δικαιούταν, από τον κοινό της λογαριασμό με τον εναγόμενο το επίμαχο χρηματικό ποσό, ούτε -κατά τους ισχυρισμούς του- ζήτησε να συμπεριληφθεί, προς εξασφάλιση της επικαλούμενης απαίτησής του, και αυτό, στο από 3.6.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό ρύθμισης των περιουσιακών τους αποκτημάτων, αλλά, αντίθετα, ανέμεινε μέχρι τον Δεκέμβριο του έτους 2017, οπότε και όχλησε εξώδικα τον πρώην γαμπρό του για την απόδοσή του".

Επομένως, οι πρώτος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στο Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε η σύμβαση εντολής μεταξύ του αρχικώς ενάγοντος πατρός και συζύγου των αναιρεσειουσών και του εναγομένου ως προς την μεταφορά του ποσού των 100.000 ευρώ από τον τραπεζικό του λογαριασμό σε κοινό λογαριασμό του εναγομένου με την τότε σύζυγό του, νυν δεύτερη αναιρεσείουσα, αφενός, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτούς τους ουσιαστικού δικαίου κανόνες των άρθρων 713 και 719 ΑΚ, και, αφετέρου, διέλαβε στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή του ως ουσία αβάσιμη, αντιφατικές αιτιολογίες, συνιστάμενες στο ότι ενώ το Εφετείο δέχεται ότι "λόγω της στενότατης συγγενικής σχέσης που συνέδεε τον αρχικό ενάγοντα με τον εναγόμενο ο πρώτος γνώριζε την ύπαρξη κοινού λογαριασμού με την κόρη του Α.-Ν.", δεν δέχεται (το Εφετείο) ότι, λόγω της ως άνω στενής συγγενικής σχέσης που συνέδεε την άλλη του κόρη Γ.

Π., που έδωσε την προσκομισθείσα ένορκη βεβαίωση, η τελευταία "δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το τί είχε συμφωνηθεί μεταξύ του αρχικού διαδίκου πατρός της και του εναγομένου γαμβρού της αδελφής της", κρίνονται απορριπτέοι, προεχόντως, ως απαράδεκτοι. Τούτο δε διότι, κατά τα αναφερθέντα στη μείζονα πρόταση, οι ως άνω αναιρετικοί λόγοι υπό την επίκληση της παραβίασης των ως άνω άρθρων πλήττουν απαραδέκτως την ουσία της υπόθεσης, και επί πλέον ως προς τον δεύτερο λόγο οι αναιρεσείουσες επικαλούνται πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, που δεν εντάσσονται στην εμβέλεια του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του καταδήλως διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, εξαιτίας της οποίας καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Παραμόρφωση εγγράφου συνιστά πάντως και η παράλειψη του δικαστηρίου να αναγνώσει μέρος του εγγράφου, όταν το μέρος αυτό είναι κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 516/2016). Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 25/2017, ΑΠ 1071/2015).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Όμως, δεν συνιστούν ¨έγγραφο¨, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, εκείνα που δεν χαρακτηρίζονται κατά τα άρθρ. 339 και 432 - 449 ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά έγγραφα και απλώς αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι οι εκθέσεις με τις γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (ΑΠ 672/2011) ή προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (ΑΠ 86/2015).

Για το ορισμένο του εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, θα πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται (α) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, (β) το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, (γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και (δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξ αιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 305/2016, ΑΠ 177/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τον τέταρτο λόγο από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας απ' αυτές διατραπεζικής εντολής του καταστήματος Ηγουμενίτσας του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου Ελλάδος για τη μεταφορά στις 14-6-2012 του ποσού των 100.000 ευρώ από τον λογαριασμό του αρχικού διαδίκου και μετέπειτα θανόντος πατρός και συζύγου αυτών προς τον προαναφερθέντα κοινό λογαριασμό, ενώ το Εφετείο δέχθηκε ότι η μεταφορά αυτή έγινε στην κόρη του πρώτου και νυν δεύτερη αναιρεσείουσα.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι είναι προεχόντως απαράδεκτος διότι υπό την ως άνω επίκληση πλημμέλειας εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ βάλλει κατά της ουσίας της υπόθεσης, επικαλούμενος εσφαλμένη εκτίμηση των πραγμάτων, είναι και αβάσιμος εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα για τη βασιμότητα της αγωγής αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, διότι τούτο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε, για την αλήθεια ή την αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε (η μεταφορά του ως άνω ποσού έγινε στην κόρη του), και δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 99/2016, ΑΠ 379/2015).

Επομένως, αφού απορριφθεί και ο δεύτερος λόγος από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον οι αναιρεσείουσες επικαλούνται ότι το Εφετείο παρέλειψε να αποφανθεί επί της επικουρικής βάσης της αγωγής ως προς τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγομένου με βάση τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά, ως απαράδεκτος, διότι βασίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, αφού με την ασκηθείσα έφεσή τους οι εκκαλούσες δεν προσέβαλαν το σχετικό κεφάλαιο, το οποίο είχε απορριφθεί από την προαναφερθείσα οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ενώπιον του Εφετείου και συνεπώς δεν μεταβιβάστηκε τούτο σ' αυτό κατ' εφαρμογή του άρθρου 522 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειουσών λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-6-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 46/2021 τελεσίδικης απόφασης του μονομελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που καταβλήθηκε από τις αναιρεσείουσες στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ