Legislator Case Law & Legislation
182/2022 AI generated

182/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 182/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

182/2022 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Keywords

AI generated
increased earnings adjustment of remuneration tourism promotion levy compensation for surplus value increased compensation excessive remuneration
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 182 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 182/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. - Κ. Κ. του Δ. και 2) Α. Μ. - Κ. του Σ., κατοίκων Ζακύνθου, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Μπρεάνου σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3226/2004 και μετά από την υπ' αριθμ. 261/29-12-2020 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, ενώ η 2η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στον Λαγανά Ζακύνθου και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 5-10-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 194/2015 και 195/2015, αντίστοιχα, αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ζακύνθου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13-10-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο 1ος των αναιρεσειόντων και η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104, 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 - 3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζονται, αντίστοιχα, τα εξής: α) Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. β) Η πληρεξουσιότητα, κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, δίνεται μόνο είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και πρέπει να αναγράφει και τα ονόματα των πληρεξουσίων.

γ) Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και, αν δεν υπάρχει, κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

δ) Αν ο αναιρεσείων επισπεύδει τη συζήτηση, η κλήση συντάσσεται κάτω από το αντίγραφο του δικογράφου που έχει κατατεθεί και επιδίδεται με επιμέλειά του στους αντιδίκους και ε) Αν ο διάδικος, που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.

Αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση.

Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται τα εξής: 1) Οι διάδικοι παρίστανται στο ακροατήριο με πληρεξούσιο δικηγόρο, στον οποίο, αν πρόκειται για διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρέπει να έχει δοθεί δικαστική πληρεξουσιότητα με συμβολαιογραφική πράξη ή με δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η έλλειψη αυτής, που εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της παράστασης, καθώς και των πράξεων που είχαν γίνει προηγουμένως, και ο διάδικος θεωρείται ότι δεν παρίσταται (ΑΠ 342/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1921/2014, ΑΠ 652/2014, πρβλ. Ολομ. ΑΠ 8/2009, Ολομ. ΑΠ 9/2003) και 2) σε περίπτωση περισσότερων αναιρεσειόντων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσείων είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσίβλητο ή τους νόμιμα παριστάμενους λοιπούς αναιρεσείοντες (Ολομ.

ΑΠ 4/1994, Ολομ. ΑΠ 2/1992, ΑΠ 342/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 2062/2017, ΑΠ 1863/2017). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, οι οποίες, κατά το άρθρ. 575 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου για εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο, είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο, είτε, σε κάθε περίπτωση, είχε νόμιμα παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του χωρίς εναντίωσή του καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ' αυτή διαδίκου ( ΑΠ 49/2020, ΑΠ 226/2018, ΑΠ 1191/2018, ΑΠ 65/2013). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 "Σε περίπτωση που η συζήτηση υπόθεσης οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας και οποιασδήποτε διαδικασίας ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από την πανδημία του κορωνοϊού COVID-19, ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του Προέδρου του τμήματος ή του Προϊσταμένου του δικαστηρίου, νέα ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο στη συντομότερη διαθέσιμη δικάσιμο.

Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο ή έκθεμα, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων".

Στην προκειμένη περίπτωση εισάγεται προς συζήτηση η από 13-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/16-10-2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2018 αποφάσεως του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 647 επ.

του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, όπως παραδεκτά επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως επισπεύδεται με την επιμέλεια των αναιρεσειόντων (βλ. τη σχετική υπ' αριθμ. 1602 Ε /23-09-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, με έδρα το Πρωτοδικείο Ζακύνθου, Διονυσίου Σπ.

Νικολόπουλου). Για την επίσπευση της συζητήσεως αυτής είχαν παράσχει πληρεξουσιότητα προς τον υπογράφοντα την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Ν. Μαρμαρινό (βλ. το υπ' αριθμ. 12.946/26-11-2018 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Αναστασίας Γιατρά του Παναγιώτη). Αρχική δικάσιμος για τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως είχε οριστεί η 07-02-2020, κατά την οποία και οι δύο αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και με αίτημά τους αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 19-03-2021, κατά την οποία δεν απαιτείτο κλήτευση των αναιρεσειόντων, καθόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή αυτή δικάσιμο, ίσχυε, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ως κλήτευσή τους, εφόσον είχαν επισπεύσει οι ίδιοι τη συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 07-02-2020.

Κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 19-03-2021 η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω ειδικών συνθηκών (πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19) και με την από 13-05-2021 πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του ν. 4790/2021, η συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 05-11-2021.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (05-11-2021) όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η δεύτερη αναιρεσείουσα ήταν απούσα και ειδικότερα δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε και κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνησή της.

Επομένως, εφόσον η εγγραφή της υποθέσεως στο οικείο πινάκιο, για την παρούσα δικάσιμο της 05-11-2021, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, κατ' άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 και η δεύτερη αναιρεσείουσα, που επισπεύδει, όπως προεκτέθηκε, με τον πρώτο αναιρεσείοντα, τη συζήτηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, απουσιάζει, το Δικαστήριο πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (16.10.2018), κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η οποία (έννοια) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ. και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 65/2020, ΑΠ 175/2020).

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι για την ίδρυση του παρόντος αναιρετικού λόγου πρέπει το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων, δηλαδή το δικαστήριο να ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και συνεπώς ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη ή για κάποιο τυπικό λόγο, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά και δεν διατυπώνει αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην περιγραφή του (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 31/2020, ΑΠ 99/2020, ΑΠ 267/20, ΑΠ 595/20, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1449/2019, ΑΠ 701/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 103/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, τα ακόλουθα: "Με την από 5.10.2015 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 194/12.10.2015 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, ο ενάγων Ι. - Κ.

Κ. του Δ. (εφεσίβλητος στην υπό στοιχείο [Α] και εκκαλών στην υπό στοιχείο [Β] εφέσεις) εκθέτει ότι δυνάμει του από 20-2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης εκμίσθωσε στην εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (εκκαλούσα στην υπό στοιχείο [Α] και εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο [Β] εφέσεις) ένα ακάλυπτο ακίνητο, έκτασης 2.760,87 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της τοπικής κοινότητας Καλαμακίου Ζακύνθου, όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.

Αντίστοιχα, με την από 5.10.2015 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου 195/12.10.2015 αγωγή της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, η ενάγουσα Α. Μ. - Κ. του Σ. (εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο [Α] έφεση) εκθέτει ότι δυνάμει του από 20.2.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης εκμίσθωσε στην ίδια εναγομένη, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." (εκκαλούσα στην υπό στοιχείο [Α] έφεση) ένα ακάλυπτο ακίνητο, έκτασης 1.248,50 τ.μ., κείμενο στη θέση "..." της τοπικής κοινότητας Καλαμακίου Ζακύνθου, όπως αυτό περιγράφεται ειδικότερα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο.

Ακολούθως σε αμφότερες τις αγωγές, οι ενάγοντες εκθέτουν ότι η διάρκεια έκαστης μίσθωσης συμφωνήθηκε εξαετής, αρχομένη την 20.12.2013 και λήγουσα την 19.2.2019, ενώ το ετήσιο μίσθωμα για τη χρήση εκάστου μισθίου στο ποσό των 300,00 ευρώ. Ότι, σύμφωνα με σχετικό όρο των ως άνω συμβάσεων, τα μίσθια ακίνητα θα χρησιμοποιούνταν από την εναγομένη ως χώρος στάθμευσης αυτοκίνητων και ως χώρος για την εγκατάσταση ψυχαγωγικών παιχνιδιών, παιχνιδιών άθλησης και για κάθε άλλη συναφή χρήση, προς εξυπηρέτηση της ξενοδοχειακής μονάδας που διατηρεί η εναγομένη σε όμορο ακίνητο.

Ότι, δυνάμει των από 11.4.2013 ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποιήθηκαν οι ανωτέρω συμβάσεις ως προς το χρόνο διάρκειας αυτών και, συγκεκριμένα, έκαστος των εκμισθωτών συμφώνησε με τη μισθώτρια την παράταση της συμβατικής διάρκειας των μισθώσεων μέχρι την 31.10.2022, ήτοι για διάστημα εννέα (9) ετών, μη τροποποιηθέντων των λοιπών συμβατικών όρων, ενώ η μισθώτρια υποσχέθηκε ότι θα προέβαιναν με νεότερη συμφωνία στην αύξηση του καταβαλλόμενου ετήσιου μισθώματος.

Ότι, στη συνέχεια, μεσουσών των διαπραγματεύσεων για την αναπροσαρμογή του καταβλητέου μισθώματος, η μισθώτρια κοινοποίησε σε αυτούς εξώδικη πρόσκληση, προκειμένου να υπογράψουν τροποποιητική συμφωνία, προβλέπουσα την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου ετήσιου μισθώματος στο ποσό των 1.250,00 ευρώ για έκαστο μίσθιο.

Ότι, σε απάντηση στην ανωτέρω εξώδικη πρόσκληση, αυτοί (ενάγοντες) απέστειλαν στη μισθώτρια εξώδικη δήλωση, στην οποία, αφενός, ισχυρίζονταν ότι οι χωρήσασες τροποποιήσεις των συμβάσεων ήταν προϊόν εξαπάτησής τους, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, και, αφετέρου, την καλούσαν να αυξήσει το ετησίως καταβαλλόμενο μίσθωμα για έκαστο μίσθιο στο ποσό των 4.500,00 ευρώ το οποίο (ποσό) ανταποκρίνονταν στη μισθωτική αξία των ακινήτων, σύμφωνα και με τις επιταγές της συναλλακτικής καλής πίστης.

Ότι, μη καταστάσας δυνατής της συμβατικής αναπροσαρμογή το καταβλητέου μισθώματος, αυτό πρέπει να αναπροσαρμοσθεί λόγω της χωρήσασας από το χρόνο σύναψης των ενδίκων μισθώσεων (20.2.2013) μέχρι την ημερομηνία άσκησης των υπό κρίση αγωγών (12.10.2015) μόνιμης μεταβολής των συνθηκών. Ότι η επικαλούμενη μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, επί τη βάσει της οποίας αυξήθηκε η μισθωτική αξία των ακινήτων έγκειται, αφενός, στο γεγονός ότι η εναγομένη εγκατέστησε εντός των μισθίων ακινήτων πάρκο παιχνιδιών, χωρίς να το γνωστοποιήσει σε αυτούς (εκμισθωτές), και, συγκεκριμένα, προέβη στην περιμετρική δενδροφύτευση των ακινήτων, σε εκτεταμένες τσιμεντοστρώσεις και πλακοστρώσεις, στην εγκατάσταση πίστας καρτ, πυργίσκων, στεγάστρων, φουσκωτών παιχνιδιών, νεροτσουληθρών, παγοδρομίων, κ.λπ., από την εκμετάλλευση των οποίων αποκερδαίνει μεγάλα χρηματικά ποσά, και, αφετέρου, στο γεγονός ότι τα μίσθια ακίνητα βρίσκονται σε μία περιοχή με αυξανόμενη τουριστική κίνηση, η οποία αποτελεί για τους τουρίστες έναν άκρως επιλέξιμο τουριστικό προορισμό, ενώ στην ευρύτερη περιοχή λειτουργούν επιπλέον εστιατόρια και καταστήματα τουριστικών ειδών με αποτέλεσμα την αύξηση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων.

Ότι, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η εκ μέρους της μισθώτριας (εναγομένης) καταβολή ετήσιου μισθώματος, ανερχόμενου στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ για κάθε μίσθιο ακίνητο, παρίσταται αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές σύμφωνα με τη συναλλακτική καλή πίστη. Με βάση δε τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες ζητούν να αναπροσαρμοσθεί το ετησίως καταβαλλόμενο για κάθε ακίνητο μίσθωμα στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500,00) ευρώ για το χρονικό διάστημα από 11.7.2014 (επομένη της επίδοσης στην εναγομένη εξώδικων οχλήσεων των εναγόντων αναφορικά με την αναπροσαρμογή του μισθώματος στο αιτούμενο με τις υπό κρίση αγωγές ποσό), άλλως από την επομένη της επίδοσης σε αυτή των υπό κρίση αγωγών, και μέχρι τη λήξη της μίσθωσης. ......

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα οι υπό κρίση αγωγές..... είναι, ωστόσο, αμφότερες απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες, δοθέντος ότι και αληθή υποτιθέμενα τα εκτιθέμενα από τους ενάγοντες, αυτά δεν δύνανται να θεμελιώσουν το πραγματικό του επικαλούμενου κανόνα δικαίου, ήτοι της διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ. Ειδικότερα, επί τη βάσει των διαλαμβανόμενων στις υπό κρίση αγωγές πραγματικών περιστατικών δεν δύναται να συναχθεί η ερείδουσα την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη των ενδίκων μισθώσεων (ή ορθότερα από το χρόνο των μεταγενέστερων τροποποιήσεων αυτών) μέχρι την άσκηση των υπό κρίση αγωγών, λόγω της οποίας (μόνιμης μεταβολής) προκλήθηκε η ουσιώδης απόκλιση ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο συνομολογηθέν και καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στους ενάγοντες, η οποία μάλιστα υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο από αυτούς με τον αρχικό ή μετά την αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο.

Πλέον συγκεκριμένα, σημειουμένου ότι στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης της ΑΚ 288 η καλή πίστη ορίζεται με αντικειμενικά κριτήρια, από την επικαλούμενη από τους ενάγοντες επωφελή εκμετάλλευση των μισθίων ακινήτων από τη μισθώτρια εταιρεία δεν δύναται να συναχθεί η κατά νόμο απαιτούμενη μόνιμη μεταβολή των συνθηκών, ως τέτοιων νοούμενων, σύμφωνα με τα εκτενώς αναφερθέντα στην ανωτέρω, υπό στοιχείο III, νομική σκέψη, των ειδικών εκείνων συνθηκών, οι οποίες μετέβαλαν τις προϋποθέσεις εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής στο μέτρο που είχε συμφωνηθεί και δικαιολογούν, με αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, την αιτούμενη αναπροσαρμογή του καταβλητέου μισθώματος.

Παρίσταται δε εύλογη η επισήμανση ότι η επωφελής εκμετάλλευση του μισθίου από το μισθωτή, και μάλιστα εντός του πλαισίου της συμφωνηθείσας από τα μέρη χρήσης αυτού, συνεπεία αποκλειστικά της οποίας (επωφελούς εκμετάλλευσης) αυξάνεται η μισθωτική αξία του συγκεκριμένου ακινήτου, πέραν του ότι δεν συνιστά μια αντικειμενική συνθήκη, η οποία δύναται, επί παραδείγματι, να προσαυξήσει αντίστοιχα και την αξία των όμορων ακινήτων, δεν δύναται να θεωρηθεί αντίθετη στις επιταγές της συναλλακτικής καλής πίστης ή ως περίσταση, θεμελιώνουσα ανατροπή του δικαιοπρακτικού θεμελίου και δικαιολογούσα, κατά τούτο, τη ρυθμιστική παρέμβαση του Δικαστηρίου, προς άρση ή περιορισμό της επικαλούμενης ζημίας του εκμισθωτή, η οποία, σε κάθε περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί ότι υπερβαίνει τον κίνδυνο που εκείνος ανέλαβε με τη συνομολόγηση των ειδικότερων όρων της σύμβασης.

Σε κάθε δε περίπτωση το κρίσιμο για την αιτούμενη αναπροσαρμογή του μισθώματος ελεύθερο μίσθωμα προσδιορίζεται αποκλειστικά με αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. συγκεκριμένη αύξηση μισθωτικών αξιών όμορων και ομοειδών ακινήτων, κ.ά.), μη εξαρτώμενο από τις υποκειμενικές περιστάσεις των μερών, όπως, στην προκειμένη περίπτωση, η επωφελής αξιοποίηση των μισθίων από την εναγομένη ή η ανάγκη αυτής να μισθώνει επιπλέον χώρους για την ανάπτυξη της δραστηριότητάς της (πρβλ.

σχετική αναφορά στην ένατη σελίδα των υπό κρίση αγωγών, κατά την οποία "Είναι λοιπόν αντιληπτή η πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου για την εναγομένη ..."). Σημειώνεται, εξάλλου, ότι η κατά νόμο κρίσιμη μόνιμη μεταβολή των συνθηκών δεν δύναται να συναχθεί ούτε επί τη βάσει της επικαλούμενης από τους ενάγοντες θέσης των μισθίων ακινήτων "σε μια περιοχή με αυξανόμενη τουριστική κίνηση, η οποία αποτελεί για τους τουρίστες έναν άκρως επιλέξιμο τουριστικό προορισμό για τις διακοπές τους, με αποτέλεσμα τα μίσθια να έχουν καταστεί περιζήτητα, καθώς στην ευρύτερη περιοχή του ξενοδοχείου της εναγομένης λειτουργούν εστιατόρια και καταστήματα τουριστικών ειδών", καθότι, πέραν της αοριστίας του σχετικού ισχυρισμού [μη προσδιορισμός του χρόνου συντέλεσης της επικαλούμενης αύξησης της τουριστικής κίνησης, κατά τρόπο, ώστε να μπορεί να συναχθεί (μόνιμη) μεταβολή των κρίσιμων συνθηκών, μη προσδιορισμός της αύξησης της μισθωτικής αξίας των όμορων και ομοειδών (ακάλυπτων) ακινήτων, μη επίκληση της έλλειψης αντίστοιχων ακινήτων προς εκμίσθωση στην περιοχή], ..........για τη θεμελίωση μόνιμης μεταβολής των προϋποθέσεων εκπλήρωσης της συμβατικής παροχής, ώστε να δύνανται οι ενάγοντες να αρυσθούν δικαίωμα αναπροσαρμογής του καταβαλλόμενου μισθώματος, δεν αρκεί η απλή περιγραφή των γενικών χαρακτηριστικών στοιχείων μιας ευρύτερης περιοχής, αλλά προσαπαιτείται η επίκληση της συνδρομής ειδικών περιστάσεων, αναφανεισών το πρώτον κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ικανών προς θεμελίωση μόνιμης μεταβολής και ουσιώδους απόκλισης της μισθωτικής αξίας των συγκεκριμένων ακινήτων.

Καταδεικνύεται δε, συνακόλουθα, ότι επί τη βάσει του περιεχομένου των υπό κρίση αγωγών ελλείπει και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της επικαλούμενης αύξησης της μισθωτικής αξίας των μισθίων ακινήτων και της (σε κάθε περίπτωση μη προκύπτουσας) μεταβολής των συνθηκών, σημειουμένου δε ότι, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η αύξηση της μισθωτικής αξίας των μισθίων συνδέεται σχεδόν μονοσήμαντα με τη λειτουργία της επιχείρησης της εναγομένης και της ανάγκη αυτής να μισθώνει και επιπλέον χώρους για την επέκταση των δραστηριοτήτων της.

Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι η τυχόν εκ μέρους της μισθώτριας παραβίαση συμβατικών όρων όσον αφορά τη χρήση των μισθίων ενεργοποιεί αποκλειστικά τη δυνατότητα εκ μέρους των εκμισθωτών άσκησης των απορρεόντων από τη σύμβαση και το νόμο δικαιωμάτων τους (π.χ. για καταγγελία των συμβάσεων) και όχι δυνατότητα αναπροσαρμογής του καταβλητέου μισθώματος, δυνατότητα, εξάλλου, η επιχείρηση ενεργοποίησης της οποίας παρίσταται ευθέως αντίθετη με τις επιταγές της συναλλακτικής καλής πίστης, κατ' άρθρο 288 ΑΚ, συνεκτιμωμένης, άλλωστε, και της ανάγκης ασφάλειας των συναλλαγών.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι υπό κρίση αγωγές, ερειδόμενες στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι απορριπτέες ως νομικά αβάσιμες, σημειουμένου, ωστόσο, ότι σε περίπτωση διαφωνίας των συμβληθέντων μερών όσον αφορά τον καθορισμό του ύψους της καταβλητέας παροχής (αοριστία παροχής), περίπτωση συντρέχουσα, σύμφωνα με την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου, και στην υπό κρίση υπόθεση, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 371-373 και 379 ΑΚ, καταλειπομένης της δυνατότητας δικαστικού καθορισμού του ύψους της οφειλόμενης παροχής (μισθώματος).

Μετά ταύτα, το Ειρηνοδικείο Ζακύνθου, το οποίο, επιληφθέν της ένδικης διαφοράς και συνεκδικάσαν τις ασκηθείσες αγωγές αντιμωλία των διαδίκων, δυνάμει της εκκαλουμένης, υπ' αριθ. 43/2016, απόφασής του, έκρινε αυτές νομικά και (εν μέρει) ουσιαστικά βάσιμες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Για το λόγο τούτο και δοθέντος ότι οι υπό κρίση αντίθετες εφέσεις ασκήθηκαν παραδεκτά και υφίσταται λόγος έφεσης επί της ουσίας (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων), πρέπει, κατόπιν αυτεπάγγελτου ελέγχου του παρόντος Δικαστηρίου, .....

να γίνουν δεκτές ως και κατ' ουσίαν βάσιμες οι ένδικες εφέσεις, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, στη συνέχεια, να διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο προς κατ' ουσία εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να ενωθούν και συνεκδικασθούν οι από 5.10.2015 με αριθμούς κατάθεσης δικογράφου ενώπιον της γραμματείας του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου 194 και 195/12.10.2015 αγωγές λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας (άρθρα 591 παρ. 1, 31, 246 ΚΠολΔ), και να απορριφθούν αμφότερες ως νομικά αβάσιμες, κατά τα προεκτεθέντα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν τις ασκηθείσες εφέσεις κατά της υπ' αριθμ. 43/2016 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ζακύνθου, με την οποία είχαν γίνει δεκτές ως κατ' ουσία βάσιμες οι αγωγές των αναιρεσειόντων περί αναπροσαρμογής, κατ' άρθρο 288 του Α.Κ., του μισθώματος των αναφερομένων σ' αυτές μισθίων ακινήτων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη αυτή απόφαση και διακράτησε την υπόθεση, δίκασε τις εν λόγω αγωγές των αναιρεσειόντων, τις οποίες ακολούθως απέρριψε ως νομικά αβάσιμες.

Με αυτά, τα οποία ανωτέρω δέχθηκε το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου και εφόσον με την πληττόμενη απόφασή του απέρριψε τις ένδικες αγωγές των αναιρεσειόντων, ως νομικά αβάσιμες, δεν ερεύνησε στην ουσία της την υπόθεση, δεν εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά, ούτε και κατάρτισε ελάσσονα πρόταση εκτίμησης αποδείξεων και ως εκ τούτου, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν ιδρύεται στην ένδικη περίπτωση ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 560 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ., αφού δεν διατυπώθηκε με την πληττόμενη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις, ανεπάρκειες ή αντιφάσεις στην αιτιολογία.

Επομένως ο συναφής πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογία, άλλως έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ. κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία ταυτίζεται με αυτή του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

ΑΠ 25/2003, Ολομ. ΑΠ 3/1997, Ολομ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 107/2020). Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 172/2020). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως αποδεικτικά έγγραφα και το περιεχόμενο αυτών, ούτε πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 923/2020, ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).

Εξάλλου, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους (περιοριστικώς) αναφερόμενους στο άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ. λόγους, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται κανένας από τους λοιπούς αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως ο αριθμός 11γ`, κατά τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται επί των αποφάσεων (πλην των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 107/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενη πλημμέλεια, για το λόγο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη "πράγματα" που προτάθηκαν από αυτούς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και ειδικότερα την έκθεση εκτίμησης της Δ.Ο.Υ.

Ζακύνθου και την από 26-09-2016 δήλωση του πολιτικού μηχανικού Σ. Λ., τα οποία αναφέρονται στη αξία των μισθίων ακινήτων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, καθόσον ούτε τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα άνω αποδεικτικά έγγραφα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, ούτε και το περιεχόμενο αυτών, συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., ώστε να δύναται να ιδρυθεί ο, από τον αριθμό αυτό του εν λόγω άρθρου, λόγος αναιρέσεως.

Σε κάθε περίπτωση, στην πραγματικότητα ο λόγος αυτός εμπίπτει στη ρύθμιση του άρθρου 559 αριθμός 11 Κ.Πολ.Δ., και είναι επίσης απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι δεν περιλαμβάνεται στην περιοριστική απαρίθμηση των αναιρετικών λόγων του άρθρου 560 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση, ως αφορών απόφαση Πρωτοδικείου που εκδόθηκε επί εφέσεων κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου.

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, όταν εκτίθενται με σαφήνεια τα, κατά τον αναιρεσείοντα, δεδομένα στοιχεία της περιπτωσιολογίας, τα οποία συγκροτούν το σφάλμα, που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο αναιρετικός έλεγχός της. Συμπλήρωση του λόγου αναιρέσεως με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή στον Άρειο Πάγο δεν είναι δυνατή (Ολομ.

ΑΠ 20/2005, ΑΠ 718/2020, ΑΠ 593/2020). Ειδικότερα, η διατύπωση του αναιρετικού λόγου συνίσταται στην περιγραφή των σφαλμάτων της προσβαλλομένης απόφασης, που αποτελούν τις νόμιμες προϋποθέσεις για τη συνδρομή ενός από τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., με την αναφορά του αριθμού ή των αριθμών των λόγων αναίρεσης των παραπάνω άρθρων 559 ή 560 Κ.Πολ.Δ., για τους οποίους ψέγει, με τα όσα αποδίδει, την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 100/2019, ΑΠ 563/2019), ενώ εξάλλου για το ορισμένο του λόγου δεν αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διατάξεως χωρίς προσδιορισμό, κατά τα ως άνω, των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ' αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος (ΑΠ 718/2020, ΑΠ 593/2020, ΑΠ 563/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ.

ΑΠ 7/2006, Ολομ. ΑΠ 4/2005). Ειδικότερα δε, για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ή του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, που δηλαδή εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 9/2016, Ολομ. ΑΠ 20/2005, Ολομ. ΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 560 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δ., προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 288 του Α.Κ. και ειδικότερα παραθέτουν στο αναιρετήριο το κείμενο της διατάξεως αυτής του Α.Κ.

και ακολούθως αναφέρουν ότι "εάν εφάρμοζε το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστήριο την ως άνω διάταξη θα έπρεπε να αναγνωρίσει την υποχρέωση της αντιδίκου για την καταβολή μισθώματος σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και να αναπροσαρμόσει το καταβαλλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών, περιορίζεται η ζημία την οποία υφιστάμεθα από την υπερβολική διαφορά μεταξύ καταβαλλόμενου μισθώματος και "ελεύθερου" και αποκαθίσταται η διαταραχθείσα καλή πίστη".

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος, καθόσον [εκτός του ότι δεν αναφέρεται η ιστορική βάση των αγωγών που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμες, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που είχαν επικαλεσθεί οι αναιρεσείοντες στις αγωγές τους για τη θεμελίωσή τους, ούτε και οι παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί των οποίων στηρίχθηκε η απορριπτική της κρίση ως νομικά αβάσιμων αυτών], δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της επικαλούμενης διατάξεως του άρθρου 288 του Α.Κ., και ειδικότερα δεν αναφέρεται, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, σε τι συνίσταται και που εντοπίζεται η παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, σε ποιο δηλαδή νομικό σφάλμα υπέπεσε, το άνω ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία απορρίφθηκαν οι ένδικες αγωγές των αναιρεσειόντων ως νομικά αβάσιμες.

Επομένως, λόγω της αοριστίας του αυτής, ο ως άνω τρίτος αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Πρέπει δε, στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η παροχή στον πρώτο αναιρεσείοντα, με την υπ' αριθ. 261/29-12-2020 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, νομικής βοήθειας, θεσμός που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 και 9 του ν. 3226/2004 "νομική βοήθεια σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος", δεν εμποδίζει το δικαστήριο, σε περίπτωση ήττας του, να επιβάλλει σε βάρος του τα δικαστικά έξοδα της αντιδίκου του, η είσπραξη όμως αυτών δεν μπορεί να επιδιωχθεί με αναγκαστική εκτέλεση πριν πάψουν να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την παροχή της νομικής βοήθειας και βεβαιωθεί τούτο με απόφαση του αρμοδίου δικαστή (ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 268/2020, ΑΠ 146/2020, ΑΠ 1484/2018, ΑΠ 1086/2018, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 649/2018, ΑΠ 1404/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2018 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/16-10-2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 103/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, το οποίο δίκασε ως Εφετείο.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ