Legislator Case Law & Legislation
182/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on marital property increase, upholding trial court's 1/3 contribution rule application.

Case Number 182/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision regarding marital property division. The appellant argued the trial court erred by applying a statutory presumption of one-third contribution despite evidence of zero contribution, and claimed the judgment lacked sufficient reasoning. The court rejected these claims, ruling that the trial court correctly identified the initial and final asset values and applied the law without contradiction, thereby validating the 1/3 contribution presumption.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1400(1) and 1400(2) of the Civil Code; The court may apply the statutory presumption of one-third contribution to the increase in marital assets unless the other spouse proves a different level of contribution, and such a decision is not subject to appeal on the merits if the factual findings are clear and consistent.

Keywords

AI generated
marital property division increase in assets statutory presumption one third contribution appeal admissibility civil procedure marital community

Cited Legislation

AI generated
Article 552, 553, 556, 558(3), 566(1) and 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1400(1) of the Civil Code
Article 1400(2) of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 182 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Γιαννόπουλο, που ανακάλεσε την από 24/9/2020 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Α. του Ε., κατοίκου..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Βλασσόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 132/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 60/2019 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/7/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 22.07.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 39/25.07.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της 60/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και έκανε δεκτή την ασκηθείσα από τον εκκαλούντα-εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα έφεση και απέρριψε τους πρόσθετους λόγους αυτής και την αντέφεση, που άσκησε η αντεκκαλούσα-ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά της 132/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 30.11.2012 (με αριθμό κατάθεσης ΓΑ 6646/ΤΠα/377/03.12.2012) αγωγή της τελευταίας κατά του πρώτου περί συμμετοχής της στα αποκτήματα, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552,553,556,558,564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 1400 παρ.1 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του 1529/1983, "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "Η προηγούμενη παράγραφος εφαρμόζεται αναλογικά και στην περίπτωση διάστασης των συζύγων, που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια". Η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι, κατ' αρχήν, ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου άμεση ή έμμεση (ΟλΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά τον χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της έγερσης της αγωγής θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Προς υπολογισμό της τελικής περιουσίας, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη μεν περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, στη δε περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 528/2015, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1029/2013,ΑΠ 406/2003).

Για την εξεύρεση όμως της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος άσκησης της αγωγής, (ΑΠ 1316/2017, ΑΠ 492/2017). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υποχρέου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν.

Κατά το χρόνο δε γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, υπό την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1978/2014).

Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 1390 του ιδίου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγουμένου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.

Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 1473/2019).

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 43/2015, ΑΠ 1280/2014).

Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 1059/2014, ΑΠ 566/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανομένης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου (ΑΠ 492/2017).

Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού(1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1550/2018).

Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεσθεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.

Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (ΑΠ 492/2017, ΑΠ 1899/2014, ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 438/2007), ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 566/2014).

Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υποχρέου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 1646/2014, ΑΠ 566/2014, ΑΠ 193/2010).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Έτσι, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιές επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 589/2005).

Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).

Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ’ ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.

Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996), ούτε και με τις πριν τη συζήτηση της αναίρεσης κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στο Δημοτικό Κατάστημα Ηρακλείου στις 27.3.1998.Από το γάμο τους αυτό δεν απέκτησαν τέκνα.

Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, δεν εξελίχθηκε ομαλά και για το λόγο αυτό διακόπηκε το Νοέμβριο του έτους 2009, ενώ ο γάμος τους λύθηκε με την αριθ. 222/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 11.9.2012. Κατά την τέλεση του γάμου τους ο εναγόμενος είχε στην πλήρη κυριότητά του ένα οικόπεδο που βρίσκεται στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Ηρακλείου, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης, στο οικοδομικό τετράγωνο 1293 της πολεοδομικής ενότητας "…" και επί της οδού ..., με έκταση 428,70 τ.μ., το οποίο απέκτησε με το με αριθ.3335/14.10.1997 συμβόλαιο αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Λουίζας Πέρπη-Κυπράκη, νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου (τόμος …, αριθμ.

μεταγρ….) έναντι τιμήματος 9.600.000 δρχ. ή 28.173,14 ευρώ. Ακολούθως στο οικόπεδο αυτό ανήγειρε διώροφη οικοδομή σύμφωνα με την αριθ. …/1998 άδεια οικοδομής του Πολεοδομικού Γραφείου του Δήμου Ηρακλείου, που εκδόθηκε στις 13.3.1998. Κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, δηλαδή στις 11.9.2012, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για την εξεύρεση της επαύξησης της περιουσίας του εναγομένου, είχε ολοκληρωθεί η ανέγερση της οικοδομής, η οποία αποτελείται από υπόγειο όροφο εμβαδού 203,22 τ.μ., χρήσης κλειστού χώρου στάθμευσης και αποθήκης, ισόγειο όροφο εμβαδού 197,22 τ.μ., με ημιυπαίθριο χώρο 6 τ.μ., χρήσης καταστήματος, και πρώτο όροφο που περιλαμβάνει ένα διαμέρισμα εμβαδού 144,34 τ.μ.

και ένα διαμέρισμα εμβαδού 45 τ.μ. Η παραπάνω οικοδομή αποτελεί μία μέτρια κατασκευή σύγχρονων κατοικιών χωρίς ιδιαίτερες και πολυτελείς δαπάνες. Η περιοχή στην οποία βρίσκεται (όρια ...), δεν είναι ιδιαίτερα εμπορική, οι υπόλοιπες κατασκευές που βρίσκονται σ' αυτήν είναι σχετικά καινούργιες και καλές, ενώ η ...

είναι δρόμος παράλληλος της Ε.Ο. Ηρακλείου-Ρεθύμνου και επηρεάζει αρνητικά την περιοχή εξαιτίας της ηχορύπανσης που προέρχεται από τα αυτοκίνητα. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω καθώς και τις υπάρχουσες συνθήκες του πασίγνωστου γεγονότος (άρθρο 336 παρ.1 ΚΠολΔ) της συνεχιζόμενης οικονομικής ύφεσης στη χώρα, η οποία όχι μόνο δεν ευνοεί, αντίθετα, πλήττει τις αγοραπωλησίες ακινήτων, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, η αξία που προσέδωσαν οι κατασκευές αυτές στο ακίνητο του εναγομένου, κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ανέρχεται:

για το υπόγειο στο ποσό των 28.000 €, για το υπόγειο στο ποσό των 164.000 €, για το διαμέρισμα του α' ορόφου(144 τ.μ.) σε 125.000 € και για το διαμέρισμα του α' ορόφου(45 τ.μ.) σε 33.000 €. Επομένως η εμπορική αξία της οικοδομής, αφαιρούμενης της αξίας του οικοπέδου, το οποίο αποκτήθηκε από τον εναγόμενο πριν από το γάμο, και δε θεωρείται απόκτημα, οπότε δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 300.000 ευρώ (350.000 αξία κτισμάτων - 50.000 αξία οικοπέδου).

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από 1.1.2001 έως 31.12.2009 ο εναγόμενος μετέφερε στον υπόγειο όροφο και ισόγειο κατάστημα της παραπάνω οικοδομής του την έδρα της ατομικής επιχείρησης ηλεκτρονικών παιχνιδιών/ μηχανημάτων που διατηρούσε στο …, εξοικονομώντας με τον τρόπο αυτό το κόστος μισθώματος που θα κατέβαλε εάν μίσθωνε άλλον αντίστοιχο χώρο, το οποίο ανέρχεται λαμβάνοντας υπόψη της θέση αυτού (αδιέξοδο και σε περιοχή χωρίς εμπορικό ενδιαφέρον), το χρόνο κατασκευής του καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής στο ποσό των 400 € μηνιαίως και συνολικά στο ποσό των 38.400 € (8 έτη Χ 12 μήνες Χ 400 €).

Επίσης από 1.1.2002 έως 31.12.2009 ο εναγόμενος εκμίσθωνε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 144,34 τ.μ. εισπράττοντας μηνιαίως το ποσό των 300 € και συνολικά το ποσό των 25.200 €. Ομοίως από την 1.1.2006 μέχρι 31.12.2009 ο εναγόμενος εκμίσθωνε το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου εμβαδού 144,34 τ.μ. εισπράττοντας μηνιαίως το ποσό των 700 € και συνολικά το ποσό των 25.200 € (3 έτη Χ 12 μήνες Χ 700 €).

Σημειωτέον ότι τα παραπάνω χρονικά διαστήματα εκμίσθωσης των διαμερισμάτων και ιδίας χρήσης του καταστήματος και του υπογείου, καθώς και τα εισπραχθέντα μισθώματα δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο και δεν προσβάλλονται με ειδικό λόγο έφεσης. Επομένως η αξία των κτηθέντων κατά τη διάρκεια του γάμου περιουσιακών στοιχείων του εναγομένου τα οποία υπήρχαν κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 388.800 € (300.000 +38.400 +25.200 + 25.200), επί του οποίου θα πρέπει να υπολογιστεί η συμβολή της ενάγουσας.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε διαφορετικά προσδιορίζοντας την επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου στο ποσό των 447.281,33 € έσφαλε και κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος της έφεσης ως ουσιαστικά βάσιμος και ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο αντίστοιχος λόγος της αντέφεσης.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι η απόκτηση της περιουσίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου έγινε με το εισόδημα της ατομικής του επιχείρησης και με τη συνεισφορά της ενάγουσας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος διατηρούσε όπως και πριν από το γάμο τους ατομική επιχείρηση ηλεκτρονικών παιχνιδιών-μηχανημάτων.

Από τη δραστηριότητά του αυτή δήλωσε ετήσια εισοδήματα το έτος 1999 ποσό 39.183,19 €, το έτος 2000 ποσό 28.638,63 €, το έτος 2001 ποσό 12.668,13 €, το έτος 2002 ποσό 7.864,58 €, το έτος 2003 ποσό 9.623 €, το έτος 2004 ποσό 0 €, το έτος 2005 ποσό 3.549,43 €, το έτος 2006 ποσό 4.776,03 €, το έτος 2007 ποσό 13.372,03 €, το έτος2008 ποσό 7.424,82€, το έτος 2009 ποσό 16.707 €, το έτος 2010 ποσό 18.537,65 €, το έτος 2011 ποσό 19.456,76 €.

Εξάλλου αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος διέθετε και τοποθετούσε ηλεκτρονικά μηχανήματα με κερματοδέκτη σε μαγαζιά, καφετέριες και άλλους συναφείς χώρους τρίτων με συμφωνημένο ποσοστό κέρδους (χρήσης), ανά μηχάνημα 40-50% επί των κερμάτων που συγκέντρωνε κάθε μηχάνημα. Παράλληλα συμμετείχε ως αφανής εταίρος κατά ποσοστό 50% σε μία καφετέρια στο Ηράκλειο και σε μία στο Ασήμι με εγκατεστημένα μηχανήματα για ηλεκτρονικά παιχνίδια/τυχηρά παίγνια με κερματοδέκτη.

Από τις δραστηριότητές του αυτές αποκόμιζε επιπλέον εισόδημα, γεγονός το οποίο ο εναγόμενος συνομολογεί, χωρίς να το δηλώνει στην εφορία και το οποίο ο ίδιος προσδιορίζει ως διπλάσιο των δηλωθέντων εισοδημάτων του... Από την επισκόπηση δε του αντιγράφου του βιβλιαρίου του λογαριασμού ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην τράπεζα Alpha Bank κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα προκύπτει ότι ο εναγόμενος είχε επιπλέον εισόδημα (από το δηλωθέν στις φορολογικές του δηλώσεις), το οποίο προερχόταν από την επαγγελματική του δραστηριότητα το οποίο ανερχόταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 40.000 € ετησίως.

Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθούν και τα ποσά των μισθωμάτων που προαναφέρθηκαν για τα έτη 2001 έως 2009 (3.600 € ετησίως για το διαμέρισμα των 45 τ.μ. και 8.400 € ετησίως για το διαμέρισμα των 144 τ.μ.), τα οποία δεν συμπεριλαμβάνονται στις φορολογικές δηλώσεις του κατά τα αντίστοιχα οικονομικά έτη, διότι δεν τα δήλωνε στην εφορία, γεγονός το οποίο συνομολογεί και η ενάγουσα.

Εξάλλου από το προαναφερόμενο αντίγραφο του λογαριασμού στην Alpha Bank που διατηρούσε ο εναγόμενος προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα ανέγερσης και αποπεράτωσης της οικοδομής (1998-2002) έκανε αναλήψεις μεγάλων χρηματικών ποσών που απαιτούντο για την αποπληρωμή των εργασιών στην ανεγειρόμενη οικοδομή του.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων η ενάγουσα εργαζόταν ως δασκάλα, λαμβάνοντας ετήσιο εισόδημα το έτος 1999 ποσό 12.655,11 €, το έτος 2000 ποσό 13.244,26 €, το έτος 2001 ποσό 13.937,67 €, το έτος 2002 ποσό 14.670,18 €, το έτος 2003 ποσό 15.890 €, το έτος 2004 ποσό 19.707,95 €, το έτος 2005 ποσό 18.300 €, το έτος 2006 ποσό 19.059,93 €, το έτος 2007 ποσό 18.935,47 €, το έτος 2008 ποσό 21.206,28 €, το έτος 2009 ποσό 25.371,86 €, το έτος 2010 ποσό 26.081,23 €, το έτος 2011 ποσό 24.457,91 €.

Με το εισόδημά της αυτό συνεισέφερε στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Επιπλέον παρείχε αφενός στήριξη στο σύζυγο της, για την όλη επιχειρηματική του δραστηριότητα, καθώς και την ανοικοδόμηση της παραπάνω οικοδομής, αφετέρου την προσωπική της εργασία στο συζυγικό οίκο και είχε την φροντίδα του συζύγου της, με αντίστοιχη εξοικονόμηση δαπανών προς τρίτους, η οποία αποτιμάται στο ποσό των 300 € μηνιαίως.

Από τα προαναφερόμενα, όμως, αποδεικτικά μέσα, δεν αποδείχθηκε ότι οι παροχές αυτές, αποτιμώμενες σε χρήμα, υπερβαίνουν την υποχρέωσή της για συμμετοχή στις οικογενειακές ανάγκες, κάτι που συνήθως συνδέεται με τις ιδιαίτερες φροντίδες για την ανατροφή των τέκνων, που, εν προκειμένω, δεν υπάρχουν. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας, τον οποίο επαναφέρει με σχετικό λόγο της αντέφεσής της, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι η συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 1/2 πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι πέραν των εισοδημάτων της, συνεισέφερε επιπλέον μεγάλα χρηματικά ποσά για την ανέγερση της οικοδομής του εναγομένου, από δωρεές που έλαβε από τους γονείς της κατά το χρονικό διάστημα των παραπάνω ετών...? Εξάλλου ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η ενάγουσα είχε δύστροπη συμπεριφορά, η οποία αποτέλεσε εμπόδιο στην επαγγελματική και οικονομική του εξέλιξη προσθέτοντας του πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση και επομένως δεν συνετέλεσε με οποιοδήποτε τρόπο στην επαύξηση της περιουσίας του, υποστηρίζοντας ότι η συμβολή της ήταν μηδενική, πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν η επαγγελματική επιχείρηση του εναγομένου ήταν ιδιαίτερα εύρωστη κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής του και τα έσοδα που αποκόμισε απ' αυτήν ήταν ιδιαίτερα αυξημένα, γεγονός που έρχεται σε αντίφαση με τα παραπάνω υποστηριζόμενα.

Εξάλλου το βάρος απόδειξης για το ότι η συμβολή της ενάγουσας ήταν μικρότερη του 1/3 είχε ο εναγόμενος, ενόψει του ότι στον ισχυρισμό του εναγομένου ότι δεν υπήρχε καμία συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εμπεριέχεται κατά νομική και λογική αναγκαιότητα ο ισχυρισμός ότι η συμβολή αυτής ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή της ενάγουσας..., ο οποίος και δεν απέδειξε την μικρότερη αυτή συμβολή.

Επομένως, αφού δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αύξηση της περιουσίας του οφείλεται μόνον σε αυτόν και ότι δεν υπήρξε καμία ή έστω μικρότερη του 1/3 συμβολή της ενάγουσας στην άνω αύξηση της περιουσίας του, δεν απέκρουσε το καθιερούμενο από την ΑΚ 1400 τεκμήριο της συμβολής της ενάγουσας κατά ποσοστό ανερχόμενο στο 1/3 της αύξησης, ήτοι στο ποσό των 129.600 € (388.800 Χ 1/3).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως, που όμοια έκρινε, δεν έσφαλε απορριπτομένων του αντίστοιχου λόγου της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής ως ουσιαστικά αβασίμων...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε μεν τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αντέφεση στην ουσία, δέχθηκε δε ως βάσιμη την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη, και κρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, έκανε δεκτή αυτή, κατά ένα μέρος, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για τη συμμετοχή της στα αποκτήματα το ποσό των 129.600 € με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της προαναφερθείσας διάταξης, καθόσον τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δικαιολογούν την συμβολή της αναιρεσίβλητης στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος κατά το τεκμήριο του 1/3 και την απόρριψη της, περί μηδενικής συμβολής της, ένστασης του τελευταίου.

Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας του αναίρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός μεν την αρχική κατά την τέλεση του γάμου, αφετέρου δε την τελική κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου περιουσία του, καθώς και την σε χρήμα αξία αμφοτέρων κατά τον χρόνο άσκησης και συζήτησης της αγωγής, αναφέροντας συγκεκριμένα τα επί μέρους στοιχεία, που προσδιορίζουν την αξία αυτή.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα, η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Συνεπώς, οι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος και 19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφενός ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με την αποδοχή της εφαρμογής του τεκμηρίου του άρθρου 1400 παρ.1 εδ.

β' ΑΚ, παρά την υποστηριζόμενη από τον ίδιο δήθεν απόδειξη του ισχυρισμού του περί μηδενικής συμβολής της αναιρεσίβλητης στην προσαύξηση της περιουσίας του, δοθέντος ότι η αναιρεσιβαλλόμενη, δέχεται ότι η όποια συμβολή της αναιρεσίβλητης, κατά τη διάρκεια της κοινής συμβίωσης των διαδίκων, δεν υπερέβαινε το μέτρο που διαγράφουν οι διατάξεις των άρθρων 1388 και 1389 ΑΚ, και αφετέρου, εκ πλαγίου παράβαση της παραπάνω διάταξης του ίδιου ως άνω άρθρου 1400 ΑΚ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών το μεν κατά το σκέλος της απόρριψης της ένστασής του περί μηδενικής συμβολής, και αποδοχής, τελικά, συμβολής της ενάγουσας στην προσαύξηση της περιουσίας του, το δε κατά το σκέλος των γενομένων δεκτών ως προς τη βάση υπολογισμού της προσαύξησης της περιουσίας του, επί της οποίας υπολογίσθηκε το 1/3 της αποδοτέας αξίωσης συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα, είναι αβάσιμοι.

Κατά τα λοιπά, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.07.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ