182/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated182/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκείνος δε που επικαλείται τη χρησικτησία βαρύνεται με την απόδειξη τόσο της κατά τους όρους του νόμου κτήσης διανοία κυρίου νομής όσο και της καθ'όλο το χρόνο της χρησικτησίας αδιάκοπτη διάρκεια (ύπαρξη) αυτής. Την απόδειξη αυτή διευκολύνει το άρθρο 1046 Α.Κ., το οποίο, ορίζει ότι "εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο".
Full text
Απόφαση 182 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Ε. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Πορτοκάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 263/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 206/2011 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-11-2013 αίτησή του. Η υπόθεση συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 4ης Μαρτίου 2015 με αριθμό πινακίου 1. Διαπιστωθείσης, λόγω της παραίτησης από την υπηρεσία του προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη Νικολάου Μπιχάκη, αδυναμίας έκδοσης απόφασης επί της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως, μετά τη συζήτηση αυτής, ορίστηκε με την υπ' αριθμόν 251/2015 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος, ως νέα δικάσιμος η 6-4-2016 και μετ' αναβολή η σημερινή, για την επανασυζήτηση της υπόθεσης.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 9-9-2014 έκθεση του αποχωρήσαντος Αρεοπαγίτη Ερωτόκριτου Καλούδη με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του.
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 εδ. α' του Α.Κ., σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα.
Εκείνος δε που επικαλείται τη χρησικτησία βαρύνεται με την απόδειξη τόσο της κατά τους όρους του νόμου κτήσης διανοία κυρίου νομής όσο και της καθ'όλο το χρόνο της χρησικτησίας αδιάκοπτη διάρκεια (ύπαρξη) αυτής. Την απόδειξη αυτή διευκολύνει το άρθρο 1046 Α.Κ., το οποίο, ορίζει ότι "εκείνος που έχει στη νομή του το πράγμα κατά την έναρξη και τη λήξη ορισμένης χρονικής περιόδου, τεκμαίρεται ότι το νέμεται και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο".
Πράγματι, κατά τη διάταξη αυτή, αν ο χρησιδεσπόζων αποδείξει ότι απέκτησε τη διανοία κυρίου νομή και ότι είχε αυτήν και κατά τη λήξη της χρησικτησίας, τεκμαίρεται ότι την είχε και κατά τον ενδιάμεσο χρόνο (βλ. Μπαλής: Εμπρ.Δ., έκδ. τέταρτη, παρ. 64, σελ. 170). Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικό που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 7/2006). Τέλος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικό στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής ουσιώδη σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ήδη αναιρεσίβλητης: "Το θέρος του 1999 η εναγομένη νυν εφεσίβλητη προέβη σε τοποθέτηση σιδερένιων πασσάλων και συρμάτινης περίφραξης ενός αγροτεμαχίου -αγριάδας, κείμενου στη κτηματική - περιφέρεια του χωριού Π.
του δημοτικού διαμερίσματος του ομώνυμου Δήμου και συγκεκριμένα στη θέση "Μ.", το οποίο έχει έκταση σήμερα 1236,60 τ.μ. και συνορεύει: βόρεια με ιδιοκτησία Μ. συζ. Ι. Μ., και ιδιοκτησία (κατά ψιλή κυριότητα) Ι. Χ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ι. Κ., νότια με αγροτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. και δυτικά με ιδιοκτησία Ι.
Π. και αγροτικό δρόμο. Από τριάντα και πλέον χρόνια το εν λόγω ακίνητο, περιείχε, ως εκ της ιδιοσυστασίας του λίγες ελιές, ήτοι έξι (6) ελαιόδεντρα και άγρια βλάστηση. Εκ των διαδίκων, διατείνονται, ο ενάγων - εκκαλών (και ήδη αναιρεσείων) ότι τούτο περιήλθε στην κατοχή του από το 1969, ως ατύπως δωρηθέν από τον πατέρα του Γ.
Μ. και ότι το νέμεται μέχρι σήμερα έχοντας προ πολλού καταστεί κύριος αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ενώ η εναγομένη - εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσίβλητη) αρνούμενη τα ανωτέρω, ότι το νέμεται από το έτος 1960 μέχρι σήμερα κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα της Μ. Μ.. Όσον αφορά στον ενάγοντα - εκκαλούντα, αποδείχθηκε από τη σαφή κατάθεση του μάρτυρα που πρότεινε - ο οποίος σημειωτέον ως όμορος, προ πολλών ετών, ιδιοκτήτης του ένδικου ακινήτου, έχει προσωπική αντίληψη σχετικά με τις διενεργηθείσες διακατοχικές πράξεις επ' αυτού - ότι από τότε που περιήλθε στην κατοχή του, το έτος 1969, προέβη στην παραχώρηση στην κοινότητα Π., της νότιας λωρίδας του ως άνω ακινήτου πλάτους 4 τ.μ.
περίπου και μήκους 30 μ. περίπου, συνολικής δε εκτάσεως της 120 τ.μ. περίπου πλέον τριών ελιών, για τη διάνοιξη από την εν λόγω κοινότητα παρακείμενης αγροτικής οδού. Το γεγονός της διάνοιξης της αγροτικής αυτής οδού από την κοινότητα Π., με την κατάληψη της ανωτέρω λωρίδας του επίδικου ακινήτου, συνομολογείται από την εναγόμενη, αλλά ούτε η ίδια στις προτάσεις της και δι' εγγράφων, ούτε ο μάρτυρας που πρότεινε, μπόρεσαν με πειστικό τρόπο να αντικρούσουν τα όσα με λεπτομέρεια κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος, περί παραχώρησης της εδαφικής λωρίδας από τον τελευταίο. ...
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων - εκκαλών κατά πολύ αραιά διαστήματα συνέλεγε τον, σε χαμηλή ποσότητα, παραγόμενο ελαιόκαρπο. Παρ' όλ' αυτά, άλλες διακατοχικές πράξεις, όπως τοποθέτηση και συντήρηση της, μέχρι το έτος 1999, υπάρχουσας περίφραξης από τον ίδιο και συχνές επισκέψεις στο επίδικο, δηλούσες δηλαδή με έντονο και διαρκή τρόπο τη βούληση του ενάγοντος να εξουσιάζει το επίδικο ακίνητο διάνοια κυρίου καθ' όλο το χρονικό διάστημα από το έτος 1969 μέχρι το έτος 1997, οπότε η εναγομένη - εφεσίβλητη άρχισε να ενεργεί πράξεις νομής επ' αυτού, δεν αποδείχθηκαν, καθώς και ο μάρτυρας που πρότεινε ουδέν ανέφερε περί διενέργειας τέτοιου είδους διακατοχικών πράξεων στο επίδικο από την πλευρά του ενάγοντος, κατά τακτά χρονικά διαστήματα στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο ενάγων εκκαλών, αν και έλαβε γνώση, μέσω του προτεινόμενου ως μάρτυρα και όμορου γείτονα του I. Μ. ότι το έτος 1997, συνεργείο της εναγομένης - εφεσίβλητης είχε προβεί με μηχανικά μέσα σε καθαρισμό του επίδικου ακινήτου από αγριόχορτα και βάτους, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αντέδρασε.
Την ίδια δε ολιγωρία επέδειξε και στην αντιδικία που υπήρξε το έτος 1999, ανάμεσα στον, προς βορρά, όμορο ιδιοκτήτη I. Χ. και στην φερόμενη από τον τελευταίο ως ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου εναγομένη, καρπός της οποίας (αντιδικίας) ήταν η σχετική δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ τους, με την οποία ο Ι. Χ.
επεδίωξε ανεπιτυχώς να ασκήσει το δικαίωμα δουλείας διελεύσεως από την ανατολική πλευρά του επίδικου ακινήτου, το οποίο δικαίωμα ασκούσε στο παρελθόν και το οποίο είχε τότε απολέσει, εξ αιτίας της περίφραξης που διενήργησε η εναγομένη - εφεσίβλητη σ' αυτό, με τσιμεντένιους στύλους και συρματόπλεγμα σε όλες τις πλευρές του.
Συνεπώς, η προεκτιθέμενη σποραδική και, ανάμεσα σε πολύ μεγάλα χρονικά διαστήματα, άσκηση από τον ενάγοντα μεμονωμένων πράξεων φυσικής εξουσίας, περιοριζόμενες μέσα σε χρονικό διάστημα 28 περίπου ετών, μόνο στην παραχώρηση λωρίδας γης του επίδικου στην κοινότητα Π. και στην σπάνια συλλογή μικρών ποσοτήτων ελαιοκάρπου, δεν κατέστη δηλωτική υπάρξεως του στοιχείου της διάνοιας κυρίου στο πρόσωπό του σε σχέση με το ανωτέρω αγροτεμάχιο.
Το γεγονός ότι το 1999 και προτού αποβληθεί οριστικά από το επίδικο αγροτεμάχιο, ο ενάγων - εκκαλών αφαίρεσε αυτοβούλως τη συρμάτινη περίφραξη που είχε τοποθετήσει γύρωθεν αυτού η εναγομένη - την οποία επανατοποθέτησε οριστικά το ίδιο έτος η τελευταία δεν αποδεικνύει, εξ αιτίας του σπασμωδικού και αποσπασματικού χαρακτήρα του, παγιωμένου και σταθερή βούληση του να εξουσιάζει το ακίνητο αυτό, λαμβανομένου υπόψη πέρα από τα προαναφερόμενα, και του ότι ουδέποτε:
αφενός προσπάθησε να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη διαθέσεως του εν λόγω ακινήτου, καθώς κατά τα, από αυτόν ιστορούμενα, επί τόσα πολλά χρόνια δεν του απέφερε καμία ουσιαστική χρησιμότητα, αφετέρου (ουδέποτε) εμφάνισε το επίδικο ακίνητο ως τμήμα της ακίνητης περιουσίας του στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις στοιχείων ακινήτων. ...
Ενόψει όσων προεκτέθηκαν, μη συντρέχοντος στο πρόσωπο του ενάγοντος του δικαιώματος της κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας στο ως άνω περιγραφέν ακίνητο, η ενέργεια της εναγομένης - εφεσίβλητης να περιφράξει οριστικά περί τα τέλη του έτους 1999 το ίδιο ακίνητο, δεν συνιστά αποβολή του ενάγοντος ήδη εκκαλούντος από αυτό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε, ότι η αγωγή πρέπει να απορριφθεί, δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νομού και την εκτίμηση των αποδείξεων". Με βάση, δηλαδή, τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο ήδη αναιρεσείων ενάγων δεν απέκτησε την κυριότητα του επίδικου ακινήτου με τον επικαλούμενο στην αγωγή πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και απέρριψε την έφεση του ιδίου - ήδη αναιρεσείοντος - κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.
Με βάση εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προεκτεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1046 του Α.Κ., γιατί, ενώ δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ενάγοντα το έτος 1969 κατόπιν άτυπης δωρεάς του πατέρα του προς αυτόν, ο οποίος, από τα γενόμενα δεκτά αυτά περιστατικά, απέκτησε, έτσι, κατ' άρθρο 976 Α.Κ., τη νομή του επίδικου ακινήτου με παράδοση, που έγινε με τη θέληση του μέχρι τότε νομέα του, ακολούθως δέχτηκε, παρά ταύτα, ότι ο ενάγων δεν ήταν νομέας και ότι η ενέργεια της εναγομένης περί τα τέλη του έτους 1999 να το περιφράξει δεν συνιστά αποβολή του ενάγοντος από αυτό.
Επομένως, οι συναφείς δεύτερος και τρίτο λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ., είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
ΙΙ. Εξάλλου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική του επίδικου ακινήτου αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος ενάγοντος, αφού δέχτηκε και ότι αυτός - ήδη αναιρεσείων ενάγων - "ουδέποτε εμφάνισε το επίδικο ακίνητο ως τμήμα της ακίνητης περιουσίας του στις ετήσιες φορολογικές δηλώσεις στοιχείων ακινήτων", πράγμα που σημαίνει, ότι - το Εφετείο - παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του τις υπό χρονολογία 7.4.1997 και 10.4.2005 υποβληθείσες στην Α' Δ.Ο.Υ.
… έντυπες δηλώσεις στοιχείων ακινήτων του, Ε-9, όπου δηλώνεται το επίδικο ακίνητο στη θέση "Μ." 1800 τ.μ., κατά πλήρη κυριότητα, τις οποίες ο ήδη αναιρεσείων ενάγων είχε προσκομίσει νόμιμα με επίκληση με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση προς απόδειξη της ανωτέρω - από 22.9.2000 - αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του, ενώ καμία μνεία δεν γίνεται της υπ' αριθμ. 21088/19.10.2009 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της συμβολαιογράφου … Χ.
Γ. της Γ. Φ. και του Α. και Γ. συζ. Δ. Λ., που είχε προσκομίσει επίσης ο ήδη αναιρεσείων ενάγων νόμιμα με επίκληση με τις ίδιες προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επιμέλεια του οποίου και είχε ληφθεί ύστερα από νόμιμη - εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου του (ήδη αναιρεσίβλητης - εναγομένης), όπως προκύπτει από την 5923Β/ 14.10.2009 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο … Ε.
Κ. - Π., και η οποία - ένορκη βεβαίωση - κατά τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 270 ΚΠολΔ., όπως είχε διαμορφωθεί μετά την τροποποίησή του με τα άρθρα 11 του ν. 1478/1984 και 3 παρ. 10 του ν. 2207/1994, που έχει εδώ εφαρμογή κατά τη διαχρονικού δικαίου διάταξη του άρθρου 22 του ν. 2915/2001, ως έχοντας προσδιορισθεί η αρχική δικάσιμος για συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του πρωτοβάθμιου Μονομελούς Πρωτοδικείου στις 3.5.2001, ήταν παραδεκτή στην τακτική διαδικασία, αποτελώντας δε ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο των μαρτύρων και των εγγράφων, έπρεπε να μνημονεύεται ειδικά στην προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς το Εφετείο, εφόσον καμία μνεία αυτής δεν κάνει, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 11 περ.
γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ., κατά το βάσιμο συναφή πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος και πρέπει γι' αυτό να γίνει - και αυτός - δεκτός. Κατ' ακολουθίαν και κατά παραδοχή των ανωτέρω βάσιμων συναφών πρώτου, δεύτερου και τρίτου λόγων της αίτησης αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος απ' αυτόν παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.).
Η αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.).-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 206/2011 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.-
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Φεβρουαρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ