182/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 182 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2016
Legislator headnote
AI generated182/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 182 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2016
Full text
Απόφαση 182 / 2016 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση πέντε νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, μεταξύ των οποίων και το "Κέντρο Προστασίας του Παιδιού Αττικής, Η Μητέρα", το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Ροΐδη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Α. - Σ. του Κ., κατοίκου ..., 2)Δ. Α. του Χ., κατοίκου ... 3)Ε. Α. του Λ., κατοίκου ..., 4)Ι. Β. του Γ., κατοίκου ... 5)Π. Β. - Φ. του Θ., κατοίκου ..., 6)Ξ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 7)Ν. Γ. του Ε., κατοίκου ... 8)Π. Γ. του Δ., κατοίκου ... 9)Ο. Δ. του Α., κατοίκου ..., 10)Μ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 11)Φ. Κ. - Κ. του Ν., κατοίκου ..., 12)Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ... 13)Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 14)Μ. Κ. του Δ., κατοίκου ... 15)Α. Κ. του Χ., κατοίκου ..., 16)Β. Κ. του Δ., κατοίκου ... 17)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ... 18)Ε. Κ. του Π., κατοίκου ... 19)Μ. Κ. - Χ. του Β., κατοίκου ..., 20)Α. Λ. του Α., κατοίκου ... 21)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 22)Α. Μ. του Σ., κατοίκου ... 23)Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 24)Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 25)Γ. Μ. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 26)Ι. Μ. του Χ., κατοίκου ... 27)Κ. Μ. του Δ., κατοίκου ... 28)Α. Μ. του Δ., κατοίκου ..., 29)Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 30)Ε. Μ. του Δ., κατοίκου ... 31)Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 32)Α. Π. -Κ. του Α., κατοίκου ..., 33)Ν. Π. του Χ., κατοίκου ... 34)Σ. Π. του Γ., κατοίκου ... 35)Α. Π. Γ. του Π., κατοίκου ... 36)Α.-Μ. Π. του Σ., κατοίκου ..., 37)Ξ. Ρ. του Ε., κατοίκου ... 38)Π. Σ. του Δ., κατοίκου ... 39)Α. Σ. του Π., κατοίκου ... 40)Σ. Τ. του Χ., κατοίκου ... 41)Χ. Τ. του Γ., κατοίκου ... 42)Π. Τ. του Β., κατοίκου ..., 43)Α. Τ. - Λ. του Ι., κατοίκου ..., 44)Α. Τ. του Θ., κατοίκου ..., 45)Β. Τ. του Σ., κατοίκου ... και 46)Γ. Τ. του Α., κατοίκου .... Η 3η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Πήττα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2714/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 7547/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 6/4/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 14/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2, 576 παρ. 1-3 και 672 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους, καταρχήν, τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε, κατά το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, που προσέθεσε δεύτερο εδάφιο στην παράγραφο 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου, και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βέβαια αυτές δεν είχαν ήδη συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νέου νόμου (20-3-2013), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 119/2014, 2202/2014, 1361/2013). Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγραφα της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της 7547/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ΝΠΔΔ κατά της 2714/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 22-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων κατ' αυτού και επιδικάσθηκε σε καθένα από αυτούς το αναφερόμενο ποσό που κρίθηκε ότι δικαιούνται για το ειδικό επίδομα του άρθρου 35 παρ. 1 του ν.3329/2005. Η αίτηση αυτή προσδιορίσθηκε για συζήτηση ενώπιον του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, για τη δικάσιμο της 9-12-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 28-4-2015 και από αυτή για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (8-12-2015). Κατ' αυτή, η τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. Α. του Λ. δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση από πληρεξούσιο δικηγόρο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Εξάλλου, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιό διάδικο μέρος επισπεύδει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και αν έχει κλητευθεί για την αρχική ή για κάποια μεταγενέστερη δικάσιμο η απολειπόμενη τρίτη αναιρεσίβλητη. Ισχυρίζονται, βέβαια, οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι αυτοί επισπεύδουν την συζήτηση της ένδικης αίτησης και ότι κλήτευσαν το αναιρεσείον ΝΠΔΔ νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 9-12-2014, επικαλούμενοι προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού την .../5-6-2014 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Σ., την οποία, όμως, δεν προσκομίζουν. Επομένως, πρέπει ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. Α. να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης, ενώ ως προς τους λοιπούς, υφιστάμενης μεταξύ αυτών και της απούσας αναιρεσίβλητης απλής ομοδικίας, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση και το Δικαστήριο να χωρήσει στην συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.
2. Aπό τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΟλΑΠ 3/2003, 12/2002). Ειδικότερα, στην περίπτωση διαρκούς έννομης σχέσης, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, συλλογικές συμβάσεις εργασίας (ΣΣΕ) ή διαιτητικές αποφάσεις (ΔΑ), το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς σχέσης, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς, που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, παραμένει αμετάβλητο. Εξάλλου, αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνο επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση απ' όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου. Περαιτέρω, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, και η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως και λυσιτελώς με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, όταν απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό (ΟλΑΠ 25/1994, 25/2003, ΑΠ 145/2014, 799/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής: Με την ένδικη, από 22-3-2009, αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι το ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ με την επωνυμία'' ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ'', με το οποίο συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και με την ειδικότητα που αναφέρεται για τον καθένα, τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και αρνείται να τους καταβάλει το ειδικό μηνιαίο επίδομα, το οποίο με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 χορηγήθηκε στο προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή και το μετακλητό προσωπικό, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, και το οποίο δικαιούνται να λάβουν, αφού παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις αυτές συνθήκες με τους παραπάνω και παρότι με την υπ' αριθμ. 901/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε μεταξύ των διαδίκων, με βάση την ίδια νομική και ιστορική αιτία, υποχρεώθηκε στην καταβολή του παραπάνω επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-10-2007. Στη συνέχεια του ιστορικού αυτού ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει το ποσό των 130 ευρώ, ως διαφορά του επίδικου επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 μέχρι 9-10-2007, και το ποσό των 9.600 ευρώ στον καθένα για το χρονικό διάστημα από 10-10-2007 έως 10-6-2010, με το νόμιμο τόκο από την πάροδο κάθε μήνα στον οποίο γεννήθηκαν οι ένδικες αξιώσεις τους, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει από 10-6-2010 και εντεύθεν το επίδομα ειδικής απασχόλησης ύψους 300 ευρώ μηνιαίως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2714/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ότι αυτή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ, 346 ΑΚ, 21 του Κώδικα νόμων δικών του Δημοσίου, 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 ''Περί λογιστικού των νπδδ'' και 324, 330 του ΚΠολΔ, εκτός από το αίτημα επιδίκασης του επιδόματος από 2-3-2010 έως 10-6-2010 και το παρεπόμενο αίτημα περί επιδίκασης τόκων υπερημερίας επί των αιτούμενων επί μέρους ποσών από την πάροδο κάθε μήνα εντός του οποίου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και ακολούθως έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή , επιδικάζοντας σε κάθε έναν από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους το ποσό των 8.750 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Κατά της ανωτέρω απόφασης το εναγόμενο ΝΠΔΔ άσκησε την από 16-3-2011 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 7547/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσία την ανωτέρω έφεση, δεχόμενο για την απόρριψη αυτής τα εξής: Ότι οι ενάγοντες προσελήφθησαν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από το εναγόμενο την αναφερόμενη για τον καθένα απ' αυτούς ημερομηνία με την ειδικότητα της παιδιάτρου η πρώτη και η τριακοστή πέμπτη, με την ειδικότητα του οδηγού αυτοκινήτου ο δεύτερος και ο εικοστός πέμπτος, με την ειδικότητα του καθαριστή οι τρίτη, όγδοη, ενδέκατη, δέκατη έκτη, εικοστή έκτη, τριακοστός τέταρτος, τριακοστή όγδοη, τεσσαρακοστή και τεσσαρακοστή έκτη, με την ειδικότητα του βοηθού βρεφοκόμου οι τέταρτη, πέμπτη, ένατη, δέκατη τρίτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη, τριακοστή πρώτη, τριακοστή δεύτερη, τεσσαρακοστή πρώτη, τεσσαρακοστή δεύτερη, τεσσαρακοστή τρίτη και τεσσαρακοστή τέταρτη των εναγουσών, με την ειδικότητα του νηπιοβρεφοκόμου οι εικοστή πρώτη, εικοστή δεύτερη, εικοστή τέταρτη, εικοστή όγδοη, εικοστή ένατη, τριακοστή έκτη, τριακοστή ένατη και τεσσαρακοστή πέμπτη των εναγόντων, με την ειδικότητα του μάγειρα ο έκτος και η τριακοστή έβδομη, με την ειδικότητα του υδραυλικού ο εικοστός τρίτος, με την ειδικότητα του τηλεφωνητή ο τριακοστός τρίτος, με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου η έβδομη και ο δωδέκατος, με την ειδικότητα του διπλωματούχου βρεφονηπιοκόμου οι δέκατη, δέκατη τέταρτη και δέκατη έβδομη, με την ειδικότητα του μηχανοξυλουργού ο εικοστός και, τέλος, με την ειδικότητα του ελαιοχρωματιστή οι εικοστός έβδομος και τριακοστός. Ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ότι οι ενάγοντες, με την από 22-1-2007 και μ' αριθμ. κατ. 566/2007 αγωγή τους, ισχυριζόμενοι, μεταξύ άλλων, ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση της αρχής της ισότητας, δεν τους χορήγησε το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης των 200 ευρώ, που είχε χορηγηθεί στο προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του εν λόγω Υπουργείου, στους αποσπασμένους σε αυτή και στο μετακλητό προσωπικό, ζήτησαν να καταβληθεί στον καθένα από αυτούς το μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης ποσού 200 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 έως 31-10-2007, ήτοι το συνολικό ποσό των 6.400 ευρώ, νομιμότοκα από την πάροδο κάθε μήνα εντός του οποίου γεννήθηκε κάθε επί μέρους αξίωση και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να τους καταβάλει το ανωτέρω επίδομα από την 1-11-2007 και εφεξής. Ότι επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η 901/2008 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε τα ακόλουθα: Ότι με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν.3329/2005 χορηγήθηκε από 1-1-2005 μηνιαίο επίδομα ειδικής απασχόλησης 200 ευρώ στο προσωπικό που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του ως άνω Υπουργείου, καθώς και στους αποσπασμένους σε αυτή υπαλλήλους και στο μετακλητό προσωπικό. Ότι με την ανωτέρω διάταξη θεσπίσθηκε νέα παροχή επιδοματικού χαρακτήρα, η οποία, καίτοι χορηγήθηκε στο σύνολο αδιακρίτως του προσωπικού που υπηρετεί στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (τακτικό προσωπικό και μετακλητοί υπάλληλοι) και στους αποσπασμένους σε αυτή, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας τους, την ειδικότητα και τον κλάδο απασχόλησης, που αποσκοπεί στην αύξηση του εισοδήματος των συγκεκριμένων υπαλλήλων του ως άνω Υπουργείου χωρίς τούτο να υπαγορεύεται και να επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού και δημοσίου συμφέροντος. Ότι η ανωτέρω ρύθμιση καθιερώνει ανεπίτρεπτη μισθολογική διάκριση και αντισυνταγματική ρύθμιση σε βάρος του προσωπικού των νοσοκομείων, στο οποίο εντάσσονται και οι ενάγοντες. Ότι η προλαβούσα απόφαση υποχρέωσε το εναγόμενο ΝΠΔΔ να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2005 μέχρι 9-10-2007 το ποσό των 6.400 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής. Ότι από την προαναφερόμενη απόφαση, η οποία είναι αμετάκλητη, αφού δεν ασκήθηκε κατ' αυτής κανένα ένδικο μέσο, δημιουργείται δεδικασμένο στην ένδικη υπόθεση, εφόσον υπάρχει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας και οι διάδικοι παρίστανται με την ίδια δικονομική ιδιότητα. Ότι το δεδικασμένο αυτό αποκλείει τη διαφορετική κρίση στην προκείμενη δίκη, εφόσον δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος, το οποίο ίσχυε στην πρώτη δίκη, όσο και στη νέα. Ήδη δε έχουν καταβληθεί στους ενάγοντες τα επιδικασθέντα με την ανωτέρω απόφαση ποσά. Ότι, εξάλλου, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι μόνο το προσωπικό της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου και δη το σύνολο αυτού αδιακρίτως αντιμετώπισε αυξημένο φόρτο εργασίας και αυξημένες ευθύνες μετά τις αλλαγές στο ΕΣΥ, με την κατάργηση των ΠεΣΥΠ, τη δημιουργία των ΔΥΠΕ και την αναμόρφωση των νοσοκομείων σε ΝΠΔΔ ή ότι όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι στην Κεντρική Υπηρεσία έχουν αναλάβει συντονιστικό και επιτελικό ρόλο αναφορικά με τις δραστηριότητες των ανωτέρω εποπτευόμενων φορέων ή ότι η αλλαγή του συστήματος προμηθειών των νοσοκομείων συνεπάγεται φόρτο εργασίας και ευθύνες για όλους τους υπαλλήλους συλλήβδην, λόγοι που αποτέλεσαν την προσχηματική δικαιολογητική βάση για τη χορήγηση από αυτόν της παραπάνω νέας παροχής (μηνιαίου επιδόματος) στο εν λόγω προσωπικό. Δέχεται, περαιτέρω, το Εφετείο, ότι όταν καταργήθηκαν τα ΠεΣΥΠ με το ν. 3329/2005 αντικαταστάθηκαν από τις ΔΥΠΕ, οι οποίες ανέλαβαν τις ίδιες υποχρεώσεις, τα ίδια καθήκοντα και τον ίδιο λειτουργικό ρόλο με τα προηγούμενα, ενώ η γεωγραφική κατανομή όλων των εποπτευόμενων ΝΠΔΔ στο χώρο της υγείας παραμένει η ίδια, παρά τη μετονομασία των ΠεΣΥΠ σε ΔΥΠΕ. Ότι, αντιθέτως, οι ανωτέρω αλλαγές επηρέασαν στο χώρο της υγείας κυρίως το προσωπικό των νοσοκομείων και των μονάδων κοινωνικής φροντίδας, που εκτελεί τα καθήκοντά του με ελλείψεις προσωπικού και κάτω από ιδιαίτερες εργασιακές συνθήκες, τόσο λόγω της φύσεως της απασχόλησής τους (επαφή με ασθενείς, ωράριο εργασίας κλπ) όσο και του εργασιακού περιβάλλοντος (έκθεση σε μικρόβια, φάρμακα, ακτινοβολία κλπ), ώστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτές (συνθήκες εργασίας) είναι τουλάχιστον ταυτόσημες και ανάλογες, αν όχι επαχθέστερες, με εκείνες των συναδέλφων τους στην Κεντρική Υπηρεσία του Υπουργείου και ότι τα καθήκοντά τους δεν υπολείπονται σε σοβαρότητα και σπουδαιότητα από τα καθήκοντα των τελευταίων. Εξάλλου, η λειτουργική και περιουσιακή ανεξαρτητοποίηση των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που λειτουργούν πλέον ως ΝΠΔΔ, επέφερε σημαντική αύξηση στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των διοικητικών και οικονομικών υπαλλήλων των νοσοκομείων και των μονάδων κοινωνικής φροντίδας, αφού επωμίστηκαν μεγαλύτερο έργο ως προς τη μισθοδοσία του προσωπικού, τη διεκπεραίωση των ζητημάτων που αφορούν το ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, την κατάρτιση του προϋπολογισμού, την προμήθεια εξωσυμβατικού υλικού κλπ. Άρα η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχθηκε την αγωγή και επιδίκασε στον καθένα από τους εφεσίβλητους το ποσό των 130 ευρώ ως διαφορά του ένδικου επιδόματος για το χρονικό διάστημα από 1-9-2007 έως 9-10-2007, οπότε το εν λόγω επίδομα αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 300 ευρώ, και το ποσό των 8.620 (300 Χ28 μήνες και 22/30) για το χρονικό διάστημα από 10-10-2007 έως 2-3-2010, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε. Στη συνέχεια των παραδοχών αυτών το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος. Πράγματι, από την επισκόπηση του δικογράφου των παραπάνω από 22-1-2007 και 22-3-2009 αγωγών, που ασκήθηκαν από τους ήδη αναιρεσίβλητους κατά του ήδη αναιρεσείοντος, σε συνδυασμό με την 901/2008 απόφαση, που εκδόθηκε επί της πρώτης αγωγής και η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι αμετάκλητη (τούτο άλλωστε συνομολογείται και από το αναιρεσείον), στις υποθέσεις αυτές υπάρχει ταυτότητα διαδίκων, που παρίστανται με την ίδια δικονομική ιδιότητα, και ταυτότητα διαφοράς, ήτοι ταυτότητα του δικαιώματος και του αντικειμένου του, με το ίδιο αίτημα των εναγόντων για καταβολή του ειδικού επιδόματος του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 με βάση την αρχή της ισότητας και, έτσι, οι δύο αυτές αγωγές στηρίζονται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία. Δηλαδή, πρόκειται για διαφορά που θεμελιώνεται και στις δύο αγωγές στα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου (άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005) και, συνεπώς, από την αμετάκλητη 901/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έχει παραχθεί δεδικασμένο για την κρινόμενη αγωγή. Το δεδικασμένο αυτό αποτελεί θετική διαδικαστική προϋπόθεση της νέας δίκης και το δεύτερο δικαστήριο όφειλε να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο. Την ανωτέρω διαδικαστική προϋπόθεση είχαν θέσει ως βάση της κρινόμενης αγωγής τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι και τον ισχυρισμό αυτό είχαν προβάλλει και με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, ως άμυνα κατά της έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, δηλαδή, με δύναμη δεδικασμένου, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται το επίμαχο επίδομα με βάση την αρχή της ισότητας και το δεδικασμένο αυτό αποτέλεσε τη βάση και της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τους δύο λόγους του αναιρετηρίου, από τους αριθμούς 19 και 10 (και όχι 11, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι παρακάτω πλημμέλειες αντίστοιχα:1) ότι η απόφαση αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 35 παρ. 1 του ν. 3329/2005 στην ένδικη υπόθεση, καθόσον δεν αναφέρεται σε αυτή: α) ποιές ελλείψεις προσωπικού υπήρχαν στο αναιρεσείον, ποιές ήταν οι ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας και απασχόλησης των εναγόντων (επαφή με ασθενείς, ωράριο εργασίας , έκθεση σε μικρόβια, φάρμακα και ακτινοβολία) και αν έχουν κάποια σχέση με τις αλλαγές στο ΕΣΥ, που αποτελούν το δικαιολογητικό λόγο παροχής του εν λόγω επιδόματος, β) αν ταυτίζονται οι συνθήκες απασχόλησης και εργασιακού περιβάλλοντος των εναγόντων με αυτές του προσωπικού της Κεντρικής Υπηρεσίας, ώστε να κριθεί αν συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος και για τους ενάγοντες για την παροχή του επίδικου επιδόματος και γ) αυθαίρετα συνδέει τη λειτουργική και περιουσιακή ανεξαρτησία των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, που πλέον είναι ΝΠΔΔ, με την αύξηση αρμοδιοτήτων και καθηκόντων των διοικητικών και οικονομικών υπαλλήλων των νοσοκομείων, χωρίς να εξηγεί ποιά ήταν η εν λόγω αύξηση αρμοδιοτήτων, εν όψει μάλιστα και της ειδικότητας με την οποία εργάζονται στο αναιρεσείον ορισμένοι από τους αναιρεσίβλητους και 2) το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινά τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που δικαιολογούν την παροχή του επίδικου επιδόματος με βάση την αρχή της ισότητας και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη. Οι λόγοι αυτοί της κρινόμενης αίτησης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι με αυτούς πλήττεται μόνο η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που, ως εκ περισσού, διαλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και όχι η ορθή και κύρια αιτιολογία της, η οποία στηρίζεται στην ύπαρξη δεδικασμένου από την προαναφερόμενη απόφαση και στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-4-2014 αίτηση του ΝΠΔΔ με την επωνυμία ''ΚΕΝΤΡΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΡΟΝΟΙΑΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ ΑΤΤΙΚΗΣ'' για αναίρεση της 7547/2013 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους παριστάμενους αναιρεσιβλήτους.
Κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση της ως άνω αίτησης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη Ε. Α.. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ