182/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 182 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2011
Legislator headnote
AI generated182/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 182 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2011
Full text
Απόφαση 182 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 182/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Δ. του Α., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγγελο Καλύβα.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Οικονομόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30 Ιουλίου 2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3349/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 6864/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11 Απριλίου 2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 20-09-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 330 του ΑΚ συνάγεται ότι η ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος προστατεύει δικαίωμα ή συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας από διάταξη νόμου ή από προηγούμενη συμπεριφορά του δράστη ή από υπάρχουσα έννομη σχέση μεταξύ αυτών.
Η υπαιτιότητα εμφανίζεται με τη μορφή είτε δόλου (άμεσου ή ενδεχόμενου), ο οποίος υπάρχει όταν ο δράστης θέλει ή αποδέχεται την παραγωγή του επιζήμιου αποτελέσματος, είτε αμέλειας (ενσυνείδητης ή ασυνείδητης), η οποία υπάρχει όταν ο δράστης προξενεί το επιζήμιο αποτέλεσμα από έλλειψη προσοχής, την οποία όφειλε να καταβάλει ο μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση του, ευρισκόμενος υπό τις αυτές βιοτικές και λοιπές περιστάσεις.
Ζημία είναι η προς το χειρότερο προξενούμενη μεταβολή (βλάβη) των έννομων αγαθών του προσώπου, που αφήνει ένα έλλειμμα (μία διαφορά) μεταξύ της νέας καταστάσεως που έχει παραχθεί και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς το επιζήμιο γεγονός. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη είναι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, με την κανονική και συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής (Ολ.ΑΠ 18/1998), αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) της από 30-7-2001 αγωγής του αναιρεσείοντος, την οποία το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη, προκύπτει ότι σ' αυτή αναφέρονται τα εξής: Ο ενάγων (αναιρεσείων) συλλέκτης έργων τέχνης, μεταξύ των οποίων και ένας πίνακας ζωγραφικής του ζωγράφου Μ.
Ο. με θέμα "Τοπίο Αττικής με σπίτια", υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη, πωληθέν διαδοχικά, μετά το θάνατό του, από τη σύζυγό του στον πεθερό του ενάγοντος Τ. Τ., από αυτόν στον ενάγοντα και από τον ενάγοντα στον έμπορο τέχνης Α. Κ., έναντι τιμήματος 6.500.000 δραχμών, πληροφορήθηκε από τον τελευταίο, ότι κατά το μήνα Ιούλιο του 2001, γνωρίζοντας την πρόθεση της εναγομένης (αναιρεσίβλητης) προς έκδοση βιβλίου με έργα του Μ.
Ο., προσκόμισε σ' αυτή τον ανωτέρω πίνακα για να συμπεριληφθεί στο βιβλίο της, αλλά κατά την συνάντησή τους εκείνη του δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο ζωγραφικός πίνακας δεν είναι γνήσιος, εκφράζοντας με βεβαιότητα την άποψη αυτή, "χωρίς να εξετάσει τον πίνακα με οποιαδήποτε επιστημονική μέθοδο (έλεγχο υπογραφής, ηλικίας του έργου, χρωμάτων και λοιπών στοιχείων) και χωρίς να επιδείξει την επιστημονική επιμέλεια που όφειλε, γνωρίζοντας τις συνέπειες της δήλωσής της, αφού θεωρείται ειδική στην αγορά για τα έργα του Μ.
Ο., δεδομένου ότι πρόκειται περί σημαντικού περιουσιακού στοιχείου, αρκεσθείσα αυτή σε μια απλή ματιά που του έριξε με προχειρότητα κατά τη συνάντησή της με τον Α. Κ.", με αποτέλεσμα αυτός να ζητήσει την αναστροφή της πωλήσεως και ο ενάγων να αναγκασθεί να του επιστρέψει το τίμημα, ζημιούμενος κατά το αντίστοιχο ποσό (19.076 ευρώ).
Γι' αυτό ζητείται να υποχρεωθεί η εναγόμενη λόγω της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς της να καταβάλει στον ενάγοντα, προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας του και ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του το ποσό των 43.076 (19.076 + 24.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Όμως τα εκτιθέμενα στην αγωγή και σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου ως άνω περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν σε κανόνα ουσιαστικού δικαίου (όπως οι διατάξεις περί αδικοπραξιών των άρθρων 914, 919 και 330 του ΑΚ), ώστε να θεμελιώνεται το αγωγικό αίτημα αποζημιώσεως.
Διότι η προβαλλόμενη υπαίτια έκφραση εσφαλμένης γνώμης για τη γνησιότητα του επιδειχθέντος στην αναιρεσίβλητη ζωγραφικού πίνακα, που φέρεται ότι συντελέσθηκε μετά από την, με πρωτοβουλία του τελευταίου αγοραστή και κατόχου του, προσκόμισή του προς την αναιρεσίβλητη για να συμπεριληφθεί σε εκπονούμενο από αυτή συγγραφικό δημιούργημα, ήταν μεν παράνομη, επειδή αντέβαινε στη γενική αρχή του δικαίου, ότι δεν είναι θεμιτό στις συναλλαγές να αδιαφορεί κάποιος για ζημίες άλλων τις οποίες μπορεί να προλάβει, δεν αποτελούσε όμως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επικαλείται ο αναιρεσείων στην αγωγή του, αφού ο αναφερόμενος σ' αυτήν ζωγραφικός πίνακας, ως έργο τέχνης, δεν μπορούσε να αποβάλει την αξία του απλώς και μόνον από την έκφραση γνώμης τρίτου και η μόνη επίπτωση, την οποία θα μπορούσε να έχει η συμπεριφορά της εναγομένης, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αγωγής, θα ήταν η άρνηση της εναγομένης να συμπεριλάβει τον πίνακα στο βιβλίο που επρόκειτο να εκδώσει, με συνέπεια την απώλεια ευκαιρίας επαγγελματικής προβολής του κατόχου του.
Αντιθέτως, οποιοσδήποτε μετρίως συνετός κοινωνικός άνθρωπος στη θέση της αναιρεσίβλητης δεν θα μπορούσε, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής να προβλέψει, ότι η εσφαλμένη γνωμοδότησή του για τη γνησιότητα του σ' αυτόν επιδειχθέντος ζωγραφικού πίνακα, με την πιθανή και συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ήταν δυνατόν να αποτελέσει αιτία αναστροφής της συμβάσεως πωλήσεως ως προς το αντικείμενο της εσφαλμένης γνωμοδοτήσεώς του, με αβασάνιστη αποδοχή της από οποιονδήποτε τρίτο, όπως ο αγοραστής του πράγματος.
Ανεξαρτήτως δε από αυτό, εφόσον με την προβαλλόμενη αναστροφή της πωλήσεως ο αναιρεσείων ανέκτησε τον (γνήσιο) ζωγραφικό πίνακα, η ζημία του δεν θα μπορούσε να εξισώνεται με το τίμημα που επέστρεψε στον αγοραστή. Επομένως το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος ως μη νόμιμη, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298, 330, 932 ΑΚ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-4-2008 αίτηση του Ι. Δ. για αναίρεση της 6864/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ