Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of mandatory co-litigation notice to all co-defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal as inadmissible because it was filed against a judgment that had not yet become final regarding all mandatory co-litigants. The appellant argued the appeal was timely, but the court found the judgment was still subject to a mandatory objection period (annulment for default judgment) by the absent co-defendant. Consequently, the court ruled that the appeal was improper since the underlying decision lacked finality for all necessary parties.
Legislator headnote
AI generatedArt. 558(b) and Art. 76(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed against a judgment that has not become final regarding all mandatory co-litigants, as the decision remains subject to mandatory objection procedures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1829/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρίνα Μαρκούτη - Μπαντή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΙΗ' και ήδη ΙΖ' Αθηνών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Βέργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που ανακάλεσε την από 18/4/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ... η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/6/2010 αγωγή του πρώτου ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5605/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2397/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17/4/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 558 εδάφ. β` του ΚΠολΔ, αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται καθ` όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι όταν, πλην άλλων, εξαιτίας των περιστάσεων, που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους, οι δε ομόδικοι, που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται.
Αναγκαστική ομοδικία, κατά την τελευταία διάταξη, υπάρχει και στην περίπτωση, κατά την οποία ο δανειστής, ασκώντας την αγωγή του άρθρου 939 του ΑΚ, για διάρρηξη της απαλλοτρίωσης, που έγινε προς βλάβη του, από τον οφειλέτη του, ενάγει τον τελευταίο και τον τρίτο, στον οποίο διατέθηκε το περιουσιακό του στοιχείο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων, απέναντι στους ομοδίκους αυτούς (ΑΠ 1437/2019, ΑΠ 1300/2019, ΑΠ 417/2015,ΑΠ 765/2014, 1332/2011,ΑΠ 552/2011, ΑΠ 1736/2009, ΑΠ 764/2009).
Περαιτέρω, στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 76 του αυτού ΚΠολΔ ορίζεται ότι η άσκηση των ένδικων μέσων, από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ. 1, έχει αποτελέσματα και για τους άλλους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρούνται, εκ του νόμου, ότι άσκησαν αυτό και οι ομόδικοι εκείνου, παρόλο που αδράνησαν και, ως εκ τούτου, αυτοί πρέπει να καλούνται, κατά το άρθρο 110 του ΚΠολΔ, στη συζήτηση της αναίρεσης.
Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτων, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς όλους, κατ` εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1092/2019,ΑΠ 1870/2017, ΑΠ 192/2012, AΠ 1230/2008, ΑΠ 1552/2007, ΑΠ 1145/2007).Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα:
Το ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, με την από 1.6.2010 αγωγή του, κατά της πρώτης εναγομένης Ε. Σ. και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσείουσας, ζήτησε τη διάρρηξη, ως καταδολιευτικής, της μνημονευομένης σ` αυτή (αγωγή) απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, γενομένης, από την πρώτη των εναγομένων προς τη δεύτερη εναγόμενη, προς βλάβη του.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, με υπ` αριθμόν 5605/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε ερήμην της πρώτης εναγομένης Ε. Σ. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Κατά της αποφάσεως αυτής το ηττηθέν ενάγον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 27.12.2013 έφεσή του. Η έφεση αυτή δικάσθηκε ερήμην της τότε πρώτης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων και, με την υπ` αριθμ. 2397/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, έγινε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, και έγινε δεκτή εν μέρει η ως άνω από 1.6.2010 αγωγή.
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, η δεύτερη εναγόμενη και εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης, ενώ η πρώτη εναγόμενη και εφεσίβλητη, Ε. Σ., δεν άσκησε δική της αναίρεση. Παρότι, όμως, η τελευταία δεν άσκησε (δική της) αναίρεση, θεωρείται, εκ του νόμου, ότι την άσκησε και αυτή, αφού συνδέεται με την ήδη αναιρεσείουσα, συνεναγόμενή της στην ένδικη αγωγή, διαρρήξεως απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας.
Συνακόλουθα, η προαναφερθείσα, αναγκαία ομόδικος της ήδη αναιρεσείουσας, που δεν άσκησε (δική της) αναίρεση, έπρεπε να κληθεί στην παρούσα συζήτηση της ένδικης αίτησης. Όπως δε προκύπτει, από τα στοιχεία του φακέλου της υπόψη δικογραφίας, και δη τις επικαλούμενες και προσαγόμενες από την επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα με αριθμό 9360Γ/18.3.2019 και 11652Γ/28.2.2022 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ.
Μ., ακριβή αντίγραφα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και της ένδικης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση αυτής, για την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (16.5.2022), επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην ως άνω αναγκαία ομόδικό της και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Αυτή, όμως, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο στη σειρά της και η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτή η διάδικος παρούσα, εφόσον ήθελε κριθεί ότι και η αντιπροσωπεύουσα αυτήν και παριστάμενη αναγκαία ομόδικός της αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." μετέχει νόμιμα στη δίκη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1 β`, 309 εδάφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων, καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες δηλαδή οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, ενεργοποιείται αμέσως με την έκδοσή της η δυνατότητα άσκησης από αυτόν ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 ΚΠολΔ, με συνέπεια όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ` αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρ. 513 παρ.
Ι εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα δηλαδή με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 240/2015, ΑΠ 662/2006, ΑΠ 1051/1993), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η, κατ' άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη, για την άσκησή της, προθεσμία από την επίδοση της απόφασης, είτε διότι ο διάδικος που δικάστηκε ερήμην και δικαιούται σε άσκησή της, παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο αυτό μέσο ή από το δικαίωμα άσκησής του, καθόσον έκτοτε καθίσταται η απόφαση αυτή τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση.
Η απόδειξη δε της τελεσιδικίας γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στην απόφαση που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (ΟλΑΠ 18/2001). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 ΚΠολΔ με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, στην απλή ομοδικία, η οριστική απόφαση γίνεται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (ΑΠ 1052/ 2018, ΑΠ 1340/2017, ΑΠ 658/2012). Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, κατά της απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του, έχει ο αναγκαίος ομόδικος που ήταν απών στη δίκη, έστω και αν αυτός, σύμφωνα με την πρώτη από τις παραπάνω διατάξεις, θεωρήθηκε ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες αναγκαίους ομοδίκους του (ΑΠ 597/2021, ΑΠ 241/2015).
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, το οποίο θα κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων της, ενώ δεν μπορεί να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 597/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας(άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ),προκύπτουν τα ακόλουθα: Το πρώτο των αναιρεσιβλήτων Ελληνικό Δημόσιο, όπως προεκτέθηκε, άσκησε την από 1-6-2010 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά της πρώτης εναγομένης Ε.
Σ. και ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, και της δεύτερης εναγομένης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία, επικαλούμενο ότι είχε αξίωση κατά της πρώτης των ως άνω εναγομένων, ζήτησε να απαγγελθεί η διάρρηξη ως καταδολιευτικής της αναφερομένης σ' αυτή απαλλοτρίωσης των ακινήτων της προς τη συνεναγομένη της τελευταίας και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, διότι έγινε προς βλάβη του, αφού τα υπόλοιπα εμφανή περιουσιακά της στοιχεία δεν επαρκούσαν για την ικανοποίηση της απαίτησής του, συνολικού ύψους 706.367,72 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των διαδίκων, η υπ' αριθμ. 5605/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία την απέρριψε ως απαράδεκτη, ως προς αμφότερους τους εναγομένους. Κατά της απόφασης αυτής το ενάγον και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων άσκησε την από 27.12.2013 και με αριθμ.
εκθ. καταθ.4719/30.12.2013 έφεσή του, ζητώντας την εξαφάνισή της και την αποδοχή της αγωγής του. Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2397/2018 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή, ερήμην της πρώτης των εναγομένων-εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, ήτοι της δεύτερης εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσα και του ενάγοντος-εκκαλούντος και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, η έφεση του τελευταίου κατά της άνω πρωτόδικης απόφασης και, αφού εξαφανίστηκε η απόφαση αυτή, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας και της πρώτης εναγομένης-εφεσίβλητης.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση, η απολειπόμενη ανωτέρω πρώτη εφεσίβλητη, λόγω της αναγκαστικής, κατά τα παραπάνω, ομοδικίας της, με την παραστάσα δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, θεωρήθηκε, ότι αντιπροσωπεύεται από αυτήν και ορίσθηκε γι' αυτή παράβολο ερημοδικίας. Η απόφαση αυτή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, είναι ερήμην ως προς την πρώτη εφεσίβλητη και, συνεπώς, υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας από μέρους της.
Στις 18.3.2019, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε στην ως άνω ερημοδικασθείσα πρώτη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, επίσης ερημοδικαζόμενη, η ανωτέρω απόφαση (βλ. την επικαλούμενη και προσαγόμενη υπ' αριθμ. 9360Γ/18.3.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Χ.
Μ.). Η αναιρεσείουσα άσκησε την κρινόμενη από 17.4.2019 με ειδικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης 153/2019 αίτηση αναίρεσης στις 17.4.2019, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά, μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας. Ενώ, όμως, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχτηκε η νόμιμη επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην ως άνω δεύτερη αναιρεσίβλητη στις 18.3.2019, αυτή (αναιρεσείουσα) δεν προσκομίζει σχετική βεβαίωση (πιστοποιητικό) του αρμοδίου γραμματέως περί μη άσκησης από την τελευταία αναγκαία ομόδικό της του τακτικού ενδίκου μέσου της ανακοπής ερημοδικίας κατά της ίδιας απόφασης ή ότι αυτή παραιτήθηκε από το δικαίωμα της άσκησης αυτού(ενδίκου μέσου), ώστε να προκύπτει, περαιτέρω, για το παραδεκτό της κρινόμενης αίτησης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ότι κατά τον χρόνο της άσκησής της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέκειτο σε ανακοπή ερημοδικίας λόγω παρόδου άπρακτης της σχετικής προθεσμίας για την άσκηση αυτής.
Κατ' ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλες τις αναγκαίους ομοδίκους, εξεταζομένου του ζητήματος αυτού αυτεπαγγέλτως. Συνακόλουθα πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα και η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ.106, 176, 183, 191παρ.2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, κατ' άρθρο 22 Ν. 3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17.04.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2397/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ