Supreme Court dismisses appeal against conviction for unlawful detention due to lack of specific reasoning in lower court judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a first-instance conviction for unlawful detention. The appellant argued the lower court failed to provide specific reasoning regarding evidence, but the court found this claim baseless because the contested documents were not among those read during the hearing. Consequently, the court ruled that the lower court's judgment contained the legally required specific and detailed reasoning, thereby rejecting the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 325 P.K.; Art. 510(1)(d) C.P.D.: A criminal conviction must contain specific and detailed reasoning; an appeal based on the absence of such reasoning is inadmissible if the lower court clearly and logically established the facts and applied the law without logical gaps.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2018 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1829/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Γεώργα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την 253/2017 πράξη του νόμιμου αναπληρωτή του ελλείποντος Προέδρου του Αρείου Πάγου), Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Μαρία Γκανιάτσου, Μαρία Παπασωτηρίου και Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης 1. Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Θεοδώρα Τσιόγκα Ευρυγένη, για αναίρεση της υπ' αριθ. 17373/2016 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ. του Ε., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Φραϊδάκη.
Το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Μαρτίου 2017 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 536/2017.
Αφού άκουσε Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προσκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 325 του Π.Κ. προκύπτει ότι, για την στοιχειοθέτηση της εννοίας του προβλεπόμενου από αυτήν διαρκούς εγκλήματος της κοινής παράνομης κατακρατήσεως, απαιτείται, αντικειμενικώς, παράνομη αποστέρηση της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος, έστω και για ελάχιστο χρόνο, χωρίς τη συναίνεσή του, η οποία πραγματώνεται, είτε με την κατακράτηση του παθόντος σε περίκλειστο χώρο, από τον οποίο εμποδίζεται ή άλλως πως αδυνατεί να εξέλθει, είτε με την καθ' οιονδήποτε τρόπο στέρηση της ελευθερίας κινήσεως αυτού στο χώρο, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση, έστω και με την έννοια της αμφιβολίας, των περιστατικών που πραγματώνουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και τη θέληση ή αποδοχή της παράνομης αποστέρησης της ελευθερίας κινήσεως του παθόντος.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις, με βάση τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά.
Περαιτέρω, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα αποδεικτικά μέσα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως του γιατί δεν εξαίρονται και τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), πράγμα όμως που δεν συμβαίνει στο πλημμέλημα της παράνομης κατακράτησης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 17373/2016 αποφάσεώς του, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που προσδιορίζονται κατ' είδος στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, επί λέξει, τα εξής: "Επειδή από την κύρια αποδεικτική διαδικασία γενικά, τα έγγραφα που διαβάστηκαν στο ακροατήριο, τη χωρίς όρκο κατάθεση της πολιτικώς ενάγουσας, τη μαρτυρία του μάρτυρα του κατηγορητηρίου που εξετάστηκε ένορκα στο ακροατήριο, σε συνδυασμό και με την απολογία των παρουσών κατηγορουμένων, αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι στη … η πρώτη κατηγορούμενη με πρόθεση κατακράτησε άλλον χωρίς τη θέληση του και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση κατακράτησε την πολιτικώς ενάγουσα, Α.
Κ. του Ε., εντός του διαμερίσματος που βρίσκεται στον 3° όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, εμποδίζοντας την να βγει από αυτό και κλειδώνοντας την εξώπορτα του εν λόγω διαμερίσματος εξαιτίας διαφωνίας που είχαν σχετικά με την εξόφληση ή μη των κοινοχρήστων". Στη συνέχεια, το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορουμένη ένοχη παράνομης κατακρατήσεως και της επέβαλε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "
Κηρύσσει την 1° κατηγορούμενη ένοχη όπως κατηγορείται του ότι με πρόθεση κατακράτησε άλλον χωρίς τη θέληση του και συγκεκριμένα, στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, με πρόθεση κατακράτησε την εγκαλούσα, Α. Κ. του Ε., εντός του διαμερίσματος που βρίσκεται στον 3° όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, εμποδίζοντας την να βγει από αυτό και κλειδώνοντας την εξώπορτα του εν λόγω διαμερίσματος".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η τελευταία περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του ως άνω εγκλήματος, τις αποδείξεις που το θεμελιώνουν, τις οποίες προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας αξιολόγησε στο σύνολό τους, χωρίς επιλεκτική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων και χωρίς ανάγκη ειδικής μνείας του τί προέκυψε από το καθένα από αυτά ή προσδιορισμού της αποδεικτικής βαρύτητας εκάστου, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14,16,17, 26 παρ.1α, 51, 53, 325 περ.
α' του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Ειδικότερα, παρατίθενται όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την νομοτυπική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, ενώ αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (καταθέσεις πολιτικώς ενάγουσας και μάρτυρα κατηγορητηρίου, αναγνωσθέντα στο ακροατήριο έγγραφα και απολογία κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τι προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, περιορίστηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν λήφθηκαν υπόψη έγγραφα που αναγνώσθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκεκριμένα: α) η με ημερομηνία 28-12-2012 Διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, β) η από 26-9-2012 ένορκη εξέταση μάρτυρα Θ. Τ. και γ) η από 23- 5-2015 ένορκη εξέταση μάρτυρα Ε. Κ., στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης, τα οποία, αφού δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά, δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων τα επικαλούμενα υπ' αυτής έγγραφα, αλλ' ούτε προκύπτει ότι ζητήθηκε να αναγνωσθούν και να ληφθούν υπόψη τα ως άνω έγγραφα.
Ενόψει όλων των ανωτέρω, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. και να καταδικασθεί αυτή στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22-3-2017 δήλωση - αίτηση της κατηγορουμένης Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-3-2017, για αναίρεση της 17373/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στην αναιρεσείουσα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ και την καταδικάζει και στη δικαστική δαπάνη της πολιτικώς ενάγουσας που παραστάθηκε, την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Νοεμβρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ