Legislator Case Law & Legislation
1829/2017 AI generated

1829/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1829/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1829/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 4-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Keywords

AI generated
scope of expropriation scope and term of protection territorial scope of the Treaty public-law restriction on property rezoning of building area exclusion zone order
AI generated
391/2010
Supreme Court dismisses appeal against property boundary ruling due to insufficient grounds and vague evidence distortion claims.
2363/2009
Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility regarding expert opinion necessity and evidence evaluation errors.
1136/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
1448/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-1989 αγωγή του ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 99ΤΠ/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 119/2002 μη οριστική, 18/2007 οριστική του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-1-2008 αίτησή τους.
1157/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λευκάδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 39/2010 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2010 αίτησή τους.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1829 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1829/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Α., το γένος Ι. Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευθύμιο-Ελευθέριο Γκολέμη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Π. Σ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ιωάννα Καπίκη, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2. ΝΠΔΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ΔΚ ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου δυνάμει του αρθρ.1 παρ 2 αρ2Α2 Ν 3852/2010 του καταργηθέντος Δήμου ..., που αποτελούσε καθολικό διάδοχο της καταργηθείσας δυνάμει του αρθ 1 αρ 2 2Α25 Ν 2539/1997 κοινότητας ..., το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σταμάτιο Στριγάρη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-2-1993 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/1995 προδικαστική, 79/2000, 404/2005 μη οριστικές και 103/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 251/2010 Εφετείου Ναυπλίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-5-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 4-10-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 ΚΠoλΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς την βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλούνται και προσκομίζουν για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς βέβαια να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (Ολ ΑΠ 42/2002).

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 270 παρ.2 εδ. γ’ ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθ.524 παρ.1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 336, 339, 395, 398 και 406-409 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι το Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που έχουν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν σε υπάρχουσα δίκη, χωρίς να τηρηθούν οι υπό των ως άνω διατάξεων επιβαλλόμενες διατυπώσεις, γιατί στερούνται κύρους και θεωρούνται ανυπόστατες, μη δυνάμενες να ληφθούν υπόψη ούτε προς άμεση ούτε προς έμμεση απόδειξη.

Μπορεί όμως το Εφετείο να λάβει υπόψη του προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων, οι οποίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο δίκης που προηγήθηκε και οι οποίες δεν αποτελούν ίδιο αποδεικτικό μέσο διάφορο των εγγράφων, γι’ αυτό και δεν είναι απαραίτητο να μνημονεύονται ειδικώς στην απόφαση.

Ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν πριν αρχίσει η δίκη για να χρησιμοποιηθούν σε προηγούμενη δίκη, ακόμη και ασφαλιστικών μέτρων, λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια (ΑΠ 12/2015). Εξάλλου, ο από την παραπάνω διάταξη λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδείξεων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι ιδρύεται και όταν επί επικλήσεως εξώδικης ομολογίας που περιέχεται σε έγγραφο, το δικαστήριο της ουσίας δεν λαμβάνει υπόψη το έγγραφο αυτό που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα ο αναιρεσείων (ΑΠ 1356/2010), ο οποίος πρέπει να αναφέρει ρητά στο αναιρετήριο ότι έγινε νόμιμη επίκληση στο δικαστήριο της ουσίας, τόσο της εξώδικης ομολογίας, όσο και του εγγράφου στο οποίο αυτή περιεχόταν, άλλως ο λόγος αναίρεσης κρίνεται αόριστος και απαράδεκτος Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί του αν συνάγεται εξώδικη ομολογία, που εκτιμάται κατά το άρθρο 352 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελεύθερα, από έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ανάγεται σε πράγματα και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο στο Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ εξάλλου δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.

γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του το έγγραφο από το οποίο, σύμφωνα με τον λόγο αναίρεσης που προβάλλει ο αναιρεσείων, συνάγεται εξώδικη ομολογία. Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μια μόνον από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μιας από αυτές δεν τελεσφορεί (Ολ ΑΠ 25/2003). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ’ αριθ. ...1972 προικοσυμφώνου της συμβολαιογράφου ...

Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Μάσσητος, περιήλθε στην ενάγουσα, λόγω αδιατίμητης προίκας, από τον πατέρα της Ι. Π., ένα ισόγειο κατάστημα, κείμενο εντός του χωρίου ... της περιφέρειας της ομώνυμης Κοινότητας, ήδη Δήμου ... (δεύτερου εφεσιβλήτου) μετά την κατάργηση και συνένωση με αυτόν της Κοινότητας ..., με ιδιαίτερο αποχωρητήριο και το προ αυτού (του καταστήματος) προς την αρκτική πλευρά προαύλιο πλάτους 3 μέτρων, το όλο ακίνητο), κατά τον άνω τίτλο κτήσεως, συνορεύει, ανατολικά οικία ιδιοκτησίας Σ.

Τ. και εν μέρει με ιδιοκτησία άλλοτε Μ. Τ. και τότε Ι. Μ., αρκτικοδυτικά με θάλασσα, μεσημβρινώς με ιδιοκτησία Σ. Τ. και εν μέρει Ν. Σ.. Ήδη μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας, το ως άνω ακίνητο ανήκει στην ενάγουσα κατά πλήρη κυριότητα. Το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στον πατέρα της ενάγουσας, ως τμήμα μείζονος έκτασης, με το υπ’ αριθ. .../1953 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Α. Θ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα προαναφερόμενα βιβλία μεταγραφών, λόγω δωρεάς στη ζωή από τη μητέρα του Μ. συζ. Δ. Π.. Στο ως άνω συμβόλαιο, η μεν μείζων έκταση ορίζεται, ανατολικά με μαγαζιά Κ. Τ. και Α. Σ., βόρεια με βράχο και κοινοτική πλατεία, δυτικά με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. Τ., το δε δωρηθέν στον δικαιοπάροχο της ενάγουσας ακίνητο περιγράφεται ως εξής: "το αρκτικόν δωμάτιον ανώγειον μετά της εισόδου (χωλ) της αυτής διωρόφου οικίας ως και το ισόγειον διαμέρισμα αυτής (μαγαζείον) ολόκληρον, μετά του υπ’ αυτό οικοπέδου και του προαυλίου αυτής προς βορράν μέτρων τριών (3) μέχρι του αυτόθι ξηρού δέντρου και προς βορράν με βράχον ήδη ανεγειρόμενον Κοινοτικόν Γραφείον".

Εξάλλου, το μείζον ακίνητο είχε περιέλθει στην δωρήτρια Μ. Π. με το νομίμως μεταγραμμένο υπ αριθ. .../1901 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν. Β., στο οποίο το εν λόγω (μείζον) ακίνητο ορίζεται γύρω - γύρω με οδό, ιδιοκτησία Γ., ιδιοκτησία Π. και βράχο. Επίδικο τμήμα αποτελεί προαύλιος χώρος, ο οποίος έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, έκταση 36,60 τετρ.

μέτρων και κατά την αγωγή συνορεύει, βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 12,20 μέτρων με κοινοτικό χώρο, βορειοδυτικά επί πλευράς μήκους 3 μέτρων με Κοινοτικό Γραφείο, που έχει ανεγερθεί μέσα στην Κοινοτική πλατεία του ..., νοτιοδυτικά επί πλευράς μήκους 12,20 μέτρων με τον βορειοανατολικό πρωτότοιχο του καταστήματος της ενάγουσας και νοτιοανατολικά επί πλευράς μήκους 3 μέτρων με ιδιοκτησία της εταιρείας με την επωνυμία "...

Α.Ε". Τόσο στον τίτλο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήτοι το ...1972 προικοσύμφωνο της συμβολαιογράφου ... Μ. Π., όσο και στον τίτλο, ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της Ι. Π., ήτοι το υπ’ αριθ. ...1953 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή του συμβολαιογράφου ... Α. Θ., ο προαύλιος χώρος, που της μεταβιβάσθηκε, τοποθετείται στη βόρεια πλευρά της ιδιοκτησίας, χωρίς αναφορά της έκτασης του, καθώς και της έκτασης του όλου ακινήτου, ενώ στον αρχικό τίτλο ιδιοκτησίας, ήτοι το υπ’ αριθ. .../1901 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Πειραιά Ν.

Β., δεν αναφέρονται ούτε η έκταση του μείζονος ακινήτου, ούτε ο επίδικος προαύλιος χώρος. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στους προαναφερθέντες τίτλους κτήσης (ήτοι, στο ...1972 προικοσύμφωνο και στο ...1953 συμβόλαιο δωρεάς στη ζωή), από παραδρομή δεν αναφέρεται η έκταση του όλου ακινήτου και περαιτέρω ότι έγινε λανθασμένος προσδιορισμός του προσανατολισμού του, γι’ αυτό και με το υπ’ αριθ. .../22-12-1992 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ...

Κ. Β., που μεταγράφηκε νόμιμα, στο οποίο προσαρτάται το από Οκτωβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Σ., το οποίο σημειωτέον συντάχθηκε δύο μήνες πριν από την σύνταξη της αγωγής, η ενάγουσα προέβη στη διόρθωση των προαναφερθέντων τίτλων, ιδιοκτησίας, τόσο ως προς την έκταση του όλου ακινήτου της, η οποία για πρώτη φορά προσδιορίζεται σε 107,36 τετρ.

μέτρα, όσο και ως προς τον προσανατολισμό του, δυνάμει δε αυτού το επίδικο προαύλιο αποτελεί το βορειοανατολικό τμήμα της ιδιοκτησίας της. Ωστόσο, το ως άνω περιγραφόμενο επίδικο τμήμα ακινήτου, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν ταυτίζεται με το προς την αρκτική πλευρά της ιδιοκτησίας της ενάγουσας "προαύλιο πλάτους 3 μέτρων", όπως αναφέρεται στον τίτλο κτήσης αυτής (ήτοι, το υπ’ αριθ. ...1972 προικοσύμφωνο) ή με το προς βορά αυτής προαύλιο μέτρων 3 "μέχρι του αυτόθι ξηρού δέντρου" και "βράχου", όπως αναφέρεται στον τίτλο κτήσης του δικαιοπαρόχου της (ήτοι, το υπ’ αριθ. .../1953 δωρητήριο συμβόλαιο), δεδομένου ότι, ασχέτως με τις διατυπωθείσες επιφυλάξεις και αντιρρήσεις ως προς το εάν στα ως άνω συμβόλαια έγινε ορθή κατά τον προσανατολισμό περιγραφή του ακινήτου της ενάγουσας, είναι βέβαιο ότι το προαύλιο, που περιγράφεται στα συμβόλαια αυτά και αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας, συνορεύει από την μία πλευρά με το οίκημα αυτής και από την παράλληλη αυτής ετέρα πλευρά με βράχο, στον χώρο του οποίου κατά το έτος 1953, οπότε συντάχθηκε το ...17-2-1953 συμβόλαιο, ανεγειρόταν το Κοινοτικό Γραφείο, που εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι σήμερα, ευρισκόμενο, κατά ορθότερο προσανατολισμό, στην βορειοδυτική πλευρά της ιδιοκτησίας της ενάγουσας και, ως εκ τούτου, το επίδικο δεν αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας που περιήλθε σε αυτήν με προαναφερθέν προικοσύμφωνο.

Όσον αφορά τη γνωμοδότηση της πραγματογνώμονα Α. Φ., που διορίστηκε με την υπ’ αριθ. 404/2005 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στην από 31-3-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της, δεν κρίνεται πειστική στο Δικαστήριο, δεδομένου ότι, μολονότι αναφέρει σ’ αυτήν ότι, στο υπ’ αριθ. .../1901 συμβόλαιο είναι ελλιπής η περιγραφή του ακινήτου ως προς τον προσανατολισμό και τις διευθύνσεις και είναι αδύνατη η εξαγωγή ακριβούς συμπεράσματος, στο υπ’ αριθ. .../1953 συμβόλαιο δωρεάς δεν είναι ορθός ο προσανατολισμός της ιδιοκτησίας προς βορρά και, επομένως, και ως προς τις άλλες διευθύνσεις και στο υπ’ αριθ. ...1972 προικοσύμφωνο είναι ασαφής η περιγραφή ως προς τον προσανατολισμό και τις διευθύνσεις και ως προς τους όμορους ιδιοκτήτες, εντούτοις καταλήγει στο αυθαίρετο συμπέρασμα ότι ο επίδικος προαύλιος χώρος περιλαμβάνεται εξ ολοκλήρου και στους τρεις προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας.

Επίσης, ούτε η γνωμοδότηση του έτερου πραγματογνώμονα Γ. Μ., που διορίστηκε με την υπ’ αριθ. 3/2000 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιλαμβάνεται στην από 1-6-2003 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, παρέχει ενίσχυση στο Δικαστήριο προς ασφαλή διάγνωση της αλήθειας, καθώς αποφαίνεται ότι το επίδικο προαύλιο περιλαμβάνεται μόνο στο προαναφερθέν υπ’ αριθ. .../1992 διορθωτικό των τίτλων ιδιοκτησίας συμβόλαιο, ενώ αδυνατεί να αποφανθεί αν περιλαμβάνεται ή όχι και στους προαναφερθέντες τρεις τίτλους κτήσης.

Περαιτέρω, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα από το έτος 1972 μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, πριν από αυτήν ο δικαιοπάροχος της Ι. Π., από το έτος 1953 μέχρι το έτος 1972, και πιο πριν η απώτερη δικαιοπάροχος της Μ. Π., από το έτος 1901 μέχρι το έτος 1953, ασκούσαν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο προαύλιο με διάνοια κυρίου, εκτός από το έτος 1985 περίπου, οπότε η ενάγουσα τοποθέτησε γλάστρες πάνω σε βάσεις από τσιμέντο κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του επιδίκου προς το μέρος της κοινοτικής πλατείας, με σκοπό να τον συμπεριλάβει στην ιδιοκτησία της.

Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι το επίδικο χρησιμοποιείτο, μαζί με την κοινοτική πλατεία που εκτείνεται ανατολικά αυτού ανεμπόδιστα από τους κατοίκους του ... και από επισκέπτες, οι οποίοι διήρχοντο από εκεί, είτε πεζοί είτε με ζώα, ενώ πριν απαγορευθεί η στάθμευση των αυτοκινήτων επί της πλατείας, το επίδικο χρησιμοποιείτο και ως χώρος στάθμευσης αυτών.

Επίσης, στον χώρο αυτό διεξήγοντο και διάφορες κοινοτικές ή πολιτιστικές εκδηλώσεις, όπως παρελάσεις και χοροί. Ακόμη, κατά τα έτη 1960 - 1963, οπότε Πρόεδρος της Κοινότητας ... ήταν ο Β., στρώθηκε με τσιμέντο η κοινοτική πλατεία, περιλαμβανομένου και του επιδίκου χώρου, με έξοδα της Κοινότητας. Μάλιστα η επίστρωση έφθασε μέχρι τον ανατολικό τοίχο του καταστήματος της ενάγουσας, χωρίς να προβληθεί καμία διαμαρτυρία από τον δικαιοπάροχο πατέρα της Ι.

Π.. Ενόψει αυτών, η ενάγουσα δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου προαυλίου, ούτε παραγώγως, αφού αυτό δεν περιλαμβάνεται στους προαναφερθέντες τίτλους ιδιοκτησίας της, ούτε πρωτοτύπως, ήτοι με προσόντα τακτικής χρησικτησίας, αφού δεν είχε νόμιμο τίτλο ή έκτακτης χρησικτησίας, αφού από το 1985 που τοποθέτησε τις γλάστρες μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής με επίδοσή της στους εναγόμενους, ήτοι 4-3-1993 στην πρώτη εναγομένη και 1-4-1993 στην δεύτερη εναγόμενη Κοινότητα, δεν συμπληρώθηκε εικοσαετία." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την από 22/2/1993 αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί το δικαίωμα κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν την προσβολή αυτού, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με τον μοναδικό, από το άρθρο 559 αριθ. 11 γ’ ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα η αναιρεσείουσα στη δευτεροβάθμια δίκη, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη των ισχυρισμών της περί κτήσης κυριότητάς της στο επίδικο ακίνητο τόσο με παράγωγο, όσο και με πρωτότυπο τρόπο και, ειδικότερα, ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) τις εξώδικες ομολογίες του δεύτερου των αναιρεσιβλήτων για το ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα της ιδιοκτησίας της, οι οποίες περιλαμβάνονται:

α) στο από Φεβρουαρίου 1986 τοπογραφικό διάγραμμα του οικοπέδου της ιδιοκτησίας της, που έχει συνταχθεί από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Χ. Α. και επί του οποίου υπάρχει η από 24/2/1986 βεβαίωση του τότε Προέδρου της Κοινότητας ..., σύμφωνα με την οποία για την κατασκευή του βόθρου της οικίας της εντός του επίδικου προαύλιου χώρου δεν καταπατείται κοινοτικός χώρος και β) στη με αριθμό πρωτοκόλλου ....1.2002 απάντηση του Δήμου ..., με την οποία βεβαιώνεται ότι τα όρια του οικοπέδου της βρίσκονται εκτός του κοινοτικού χώρου και 2) πέντε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της που δόθηκαν πριν από άσκηση της ένδικης αγωγής, στο πλαίσιο εκδίκασης σχετικής αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων της πρώτης αναιρεσίβλητης που στρεφόταν εναντίον της (αναιρεσείουσας).

Όπως όμως προκύπτει από την στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης ενυπάρχουσα διαβεβαίωση ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως μετ’ επικλήσεως από τους διαδίκους προσαχθέντα έγγραφα μέχρι του πέρατος της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, σε συνδυασμό και προς το σύνολο των αιτιολογιών της, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο κατέληξε στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του και τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Η έλλειψη δε στην απόφαση ειδικής μνείας και χωριστής αξιολόγησης των εγγράφων αυτών δεν δημιουργεί αμφιβολία για την συνεκτίμησή τους με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, αναφορικά με τα υπ’ αριθμ. … αποδεικτικά μέσα (έγγραφα) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, αναφορικά με το υπ’ αριθμ.

… αποδεικτικό μέσο (εξώδικες ομολογίες) είναι επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα προαναφερόμενα έγγραφα, από τα οποία συνάγονται, κατά το λόγο αναίρεσης, οι εξώδικες ομολογίες του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τις οποίες εκτίμησε ελεύθερα, στο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 270 παρ. 2 και 352 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η δε εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων αφορά την ανέλεγκτη αναιρετικά ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.

Σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των ένδικων εξώδικων ομολογιών, είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, διότι πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ότι το επίδικο προαύλιο δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου που περιήλθε στην αναιρεσείουσα με τους αναφερόμενους στην παραπάνω απόφαση τίτλους ιδιοκτησίας της και ότι, συνεπώς, η τελευταία δεν απόκτησε την κυριότητα αυτού με παράγωγο τρόπο, ενώ δεν πλήττει επιτυχώς την επάλληλη αιτιολογία της εν λόγω απόφασης που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αναφορικά με το ότι η αναιρεσείουσα ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής στο επίδικο προαύλειο με τα προσόντα είτε της τακτικής είτε της έκτακτης χρησικτησίας και ότι, συνεπώς, δεν απόκτησε την κυριότητα αυτού ούτε με πρωτότυπο τρόπο.

Κατόπιν αυτών πρέπει ν’ απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ), τα οποία ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Δήμο πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του Ν.3693/1957 (που κατά το άρθρο 276 του Ν. 3463/2006 εφαρμόζεται και επί Δήμων), το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 του ΕισΝ ΚΠολΔικ, και όπως τούτο ισχύει μετά την υπ’ αριθμ ...8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β’ 11/20-1-1993) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3/5/2011 αίτηση για αναίρεση της 251/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων σε βάρος της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ για τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ