1829/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1829/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών"της 7 Ραμαζάν 1274(1856) του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ 4 ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1829/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ρ. Ι. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ισχάν Αχμέτ - Κεχαγιά.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Εμμανουήλ Μουστάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/9/2007 αίτηση -προσφυγή (με αρ. κατάθεσης ΕΜ 370/2-10-2007) του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 488/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/8/2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 553 παρ 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους ή έφεση και απορριφθεί κατ' ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ' ουσίαν, και εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση σε αναίρεση υπόκειται μόνον ή εφετειακή απόφαση στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη (ολ ΑΠ 40/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθμ. 60/2008 αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης) είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού μετά την απόρριψη κατ' ουσίαν της έφεσης που άσκησε κατ' αυτής, ο αναιρεσείων με την υπ' αριθμ. 488/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η τελευταία στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη.
Επειδή, κατά το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών"της 7 Ραμαζάν 1274(1856) του οποίου οι διατάξεις που ρυθμίζουν τα επί των γαιών ιδιωτικής φύσεως δικαιώματα διατηρήθηκαν σε ισχύ στις Νέες Χώρες με το άρθρο 2 παρ 4 ν. 147/1914, η κυριότητα των αγρών, οι οποίοι είναι δημόσιες γαίες, ανήκει στο Δημόσιο, η δε παραχώρηση αυτών σε ιδιώτες γίνεται με τη χορήγηση σ' αυτούς δικαίωμα όχι κυριότητας, αλλά διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ).
Εξάλλου, από το άρθρο 78 του ιδίου νόμου "περί γαιών" σε συνδυασμό προς το άρθρο 8 των οδηγιών περί εγγράφου ταπίου της 7 Σαμπάν 1276, προκύπτει ότι για την κτήση του δικαιώματος αυτού της εξουσιάσεως αρκεί μόνη η πραγματική κατάσταση της επί δεκαετία, χωρίς δικαστική αμφισβήτηση κατοχής και καλλιέργειας των γαιών, στις οποίες αναφέρεται το δικαίωμα αυτό από τον εξουσιάζοντα και δεν απαιτείται να εκδοθεί στο όνομα, αυτού και τίτλος (ταπί) ο οποίος είναι απλώς αποδεικτικό μέσο και όχι συστατικό στοιχείο.
Αυτή η κτήση του δικαιώματος της εξουσιάσεως με δεκαετή κατοχή αναγνωρίστηκε και από το άρθρο 2 του υπ' αριθμ. 2468 διατάγματος της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Θεσσαλονίκης, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 1072/1917, καθώς και από το άρθρο 50 ν. 2052/1920, εφόσον η δεκαετία της κατοχής συμπληρώθηκε μέχρι την 20 Μαΐου 1917. Με το άρθρο 49 του τελευταίου νόμου ορίστηκε περαιτέρω ότι όποιος έχει το δικαίωμα εξουσιάσεως αποκτά δικαίωμα πλήρους και αμετάκλητης κυριότητας κατά τα 4-5 εξ αδιαιρέτου του κτήματος, το δε Δημόσιο δικαίωμα συγκυριότητας και συνδιακατοχής κατά το υπόλοιπο 1/5, όμως, το δικαίωμα αυτό του Ελληνικού Δημοσίου, δυνάμει των άρθρων 101-104 του διατάγματος της 11/12-11-1929 που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 ν. 4229/1929 και τροποποιήθηκε με τα άρθρα 17, 18 και 19 του νόμου 1540/1938, περιήλθε αυτοδικαίως και χωρίς εγγραφή στα βιβλία των μεταγραφών στους κατά την έναρξη της ισχύος του διατάγματος αυτού συνιδιοκτήτες των 4/5 ( ΑΠ 308/2008).
Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τα άρθρα 1248 και 1614 του Οθωμανικού ΑΚ, δεν αναγνωρίζεται από αυτόν ο θεσμός της χρησικτησίας ως τρόπος κτήσεως της κυριότητας, τόσο ως προς τα ακίνητα καθαράς ιδιοκτησίας, όσο και ως προς τις δημόσιες γαίες. Επομένως, δεν υπολογίζεται ο χρόνος που διέδραμε υπό το κράτος της τουρκικής νομοθεσίας για την κτήση κυριότητας με χρησικτησία, είτε τακτική είτε έκτακτη, αφού ο θεσμός αυτός άρχισε να ισχύει στις νέες χώρες από του έτους 1914 και εφεξής, αφότου επεκτάθηκε σε αυτές η ελληνική νομοθεσία (άρθρα 1 και 2 ν. 147/1914).
Κατ' ακολουθία τούτου, κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία εις βάρος του Ελληνικού Δημοσίου δεν είναι δυνατή, όταν τα χρησιδεσποζόμενο ακίνητο κείται στις νέες χώρες, αφού, από την έναρξη ισχύος της ελληνικής νομοθεσίας (1914) και μέχρι τις 11-9-1915 δηλαδή του χρόνου από τον οποίο με το ν.δ της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" απαγορεύθηκε οποιαδήποτε κτητική ή αποσβεστική παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των ακινήτων αυτού, δεν συμπληρώνεται 30ετία όπως απαιτούσαν οι τότε ισχύουσες διατάξεις του β.
ρ δικαίου ( ΑΠ 787/2001). Περαιτέρω κατ' άρθρο 242 παρ 1 του Αγροτικού Κώδικα, αν εξ οιουδήποτε λόγου περιληφθεί ξένο τεμάχιο στην οριστική διανομή απαλλοτριωθέντων ακινήτων, αυτή είναι έγκυρη και απρόσβλητη, το δε ξένο τεμάχιο θεωρείται ότι απαλλοτριώθηκε για δημόσια ωφέλεια, μέχρι δε της καταβολής της αποζημιώσεως θεωρείται ότι αυτό διατελεί σε νόμιμη επίταξη, μπορεί, όμως, ο κύριος να αξιώσει κατ' άρθρο 246 του αυτού κώδικα από την αρμόδια επιτροπή απαλλοτριώσεων, την αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας αυτού, η οποία δεν μεταβιβάζεται στο Δημόσιο προτού αυτό καταβάλλει την αποζημίωση λόγω απαλλοτριώσεως στον κύριο του τεμαχίου, είτε παραχωρήσει σε αυτόν άλλο ισάξιο ακίνητο (ΑΠ 308/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι ύστερα από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η επίδικη έκταση, εμβαδού 12.000 τ.μ., αποτελεί τμήμα του υπ' αριθμ. 432 κοινοχρήστου-χέρσου τεμαχίου, συνολικού εμβαδού 68.932 τ.μ., της οριστικής διανομής έτους 1931 του αγροκτήματος Αμαξάδων.
Το επίδικο ακίνητο ανήκε στην κατηγορία δημοσίων γαιών, καθόσον είχε το χαρακτήρα κοινόχρηστης εκτάσεως.
Συνεπώς περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου κατά την απελευθέρωση του έτους 1912 δικαιώματι πολέμου και βάσει του άρθρου 60 της Συνθήκης της Λωζάνης, σε συνδ. με το 4093 του ν. περί γαιών της 7 Ραμαζάν 1274, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξουσιαζόταν βάσει τίτλου ταπίου, αφού ο προσφεύγων δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει τέτοιο τίτλο.
Αλλά και αν ήθελε χαρακτηρισθεί δημόσια καλλιεργήσιμη γαία και πάλι περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου δικαιώματι πολέμου, καθόσον δεν προσκομίζεται κατά τα άνω τίτλος ταπίου, δυνάμει του οποίου να εξουσιαζόταν από τους δικαιοπαρόχους του προσφεύγοντος. Ούτε εξάλλου αποδείχθηκε συνεχής επί δεκαετία πριν από την 20-5-1917 εξουσίαση, αφού δεν προσκομίζεται κάποιο σχετικό προς τούτο έγγραφο, ούτε επιβεβαιώνεται τέτοια εξουσίαση από μαρτυρική κατάθεση.
Ειδικότερα, τόσο η κατάθεση του μάρτυρα Μ. Ο. Φ., που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και οι καταθέσεις των μαρτύρων που περιέχονται στις υπ' αριθμ. ... και ... ένορκες βεβαιώσεις, Μ. Β., Μ. Ο., Σ. Ι., Μ. Ε., Ι. Χ. και Β. Δ., οι οποίοι καταθέτουν ότι το επίδικο περιήλθε στην κατοχή του πατέρα του προσφεύγοντος, Ρ.
Ο. Ι., πριν από το έτος 1913 με άτυπη δωρεά του πατέρα του, Π. Μ., και ότι στον τελευταίο είχε επίσης περιέλθει με άτυπη δωρεά του πατέρα του "πριν φύγει για τον Οθωμανορωσικό πόλεμο του 1898" δεν κρίνονται πειστικές και επαρκείς για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως. Τούτο διότι ο πρώτος γεννήθηκε το έτος 1933 και οι άλλοι τα έτη 1947, 1932, 1943, 1949, 1947 και 1936 αντίστοιχα και συνεπώς είναι αδύνατον να έχουν γνώση για γεγονότα που συνέβησαν πολλά χρόνια πριν από τη γέννηση τους.
Επομένως, ο ισχυρισμός του προσφεύγοντος, ότι οι δικαιοπάροχοι του εξουσίαζαν διηνεκώς το επίδικο και μάλιστα επί δεκαετία πριν από την 20-5-1917, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εφόσον λοιπόν οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του καθού δεν απέκτησαν κυριότητα κατά τα προδιαληφθέντα επί του επιδίκου, η περιελθούσα στο Ελληνικό Δημόσιο κυριότητα, κατά τα άνω, εξακολούθησε να υπάρχει.
Το επίδικο, ως δημόσιο κτήμα κείμενο στις "Νέες Χώρες", δεν μπορεί να αποκτηθεί με έκτακτη χρησικτησία, δοθέντος ότι νομή έχει το Δημόσιο σ" αυτό και οι τυχόν διακατοχικές πράξεις από άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο δεν μπορούν να ασκηθούν με διάνοια κυρίου. Επομένως, η υπ' αριθμ. 18/2007 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ροδόπης, που απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, δεν έσφαλε.
Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την προσφυγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την ανωτέρω (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε το νόμο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι της ένδικης εφέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 18/2007 απόφασης της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ροδόπης ως ουσιαστικά αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση που άσκησε αυτός κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 3του Οθωμανικού νόμου " περί γαιών"της 7 Ραμαζάν 1274/1856) και άρθρου 2 παρ. 4 του ν. 147/1914, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και είναι απορριπτέος ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα.
Οι λοιπές αιτιάσεις κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως αφορώσες την κρίση του δικαστηρίου επί των πραγμάτων και την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απαράδεκτες και ως εκ τούτου απορριπτέες. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η από 23-8-2012 αίτηση του Ρ. Ι. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 488/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης, να καταδικασθεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, μειωμένα κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 κατά το νόμιμο αίτημά του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ 2 ν. 4055/2012.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-8-2012 αίτηση του Ρ. Ι. του Ι. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 488/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 60/2008 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300)ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ