Legislator Case Law & Legislation
1829/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in marital property case, upholding appellate court's partial acceptance of claim.

Case Number 1829/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's decision regarding marital property division. The appellate court had partially accepted the plaintiff's claim, ordering the defendant to pay 100,000 euros and an additional 86,765.43 euros with interest. The Supreme Court rejected the appeal because the lower court correctly applied substantive law regarding joint acquisitions and property valuation without violating legal provisions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the appellate court has correctly applied substantive law and provided sufficient reasoning, thereby rejecting the appellant's arguments that the lower court failed to consider relevant facts or misapplied the law.

Keywords

AI generated
marital property division appellate review standards joint asset acquisition property valuation civil procedure appeal substantive law application court costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 1400 and 346 of the Civil Code
Article 6 paragraph 1 of Law 5422/1932
Article 1 of Law 2842/2000
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1829 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός.1829 /2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Ιωσηφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Σ., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρυσόστομο Βελάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. Ξ. του Ν., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Κιλιακώβου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 54/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 317/2011 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 13-2-2012 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 18-4-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πέμπτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 317/2011 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία και δέχθηκε την από 18-8-2009 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 54/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει μερικώς δεκτή η από 11-9-2007 αγωγή της για αποκτήματα κατά τη διάρκεια γάμου. Το Εφετείο εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της αγωγής την δέχθηκε μερικώς και υποχρέωσε τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να της καταβάλει για την πιο πάνω αιτία το ποσόν των 100.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να της καταβάλει επιπλέον το ποσόν των 86.765,43 ευρώ, τα ποσά δε αυτά νομιμοτόκως. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, πλην άλλων, και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα, δεν δικαιολογούν επαρκώς την μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία, αντιθέτως, προκύπτει προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος:

για την εφαρμογή δε της διάταξης αυτής και τη θεμελίωση της οικείας ενστάσεως καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος απαιτείται η υπέρβαση των πιο πάνω ορίων να είναι προφανής, δηλαδή πρόδηλη και αναμφισβήτητη (ΑΠ 480/2008-ΑΠ 192/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζεται ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης έπρεπε να απορριφθεί ως ασκηθείσα καταχρηστικώς, αναφέρονται δε, κατά λέξιν, τα εξής: "Βέβαια ενόψει των ανωτέρω εύλογο είναι το ερώτημα γιατί ασκείται η ένδικη αγωγή, επί του οποίου σαφώς υπάρχει απάντηση.

Εναντίον της ενάγουσας άσκησα την από 14-7-2005 ... αγωγή διανομής στο δικαστήριό σας όσον αφορά την τριώροφη οικοδομή μας, η οποία μετά την κατάθεση της πραγματογνωμοσύνης την 29-5-2007 φέρεται προς μετ' απόδειξη συζήτηση κατά την ίδια δικάσιμο με την ένδικη αγωγή, ενώ προσδιορίσθηκε αρχικά την 16-1-2008 με κλήση που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 5-7-2007.

Επειδή στις προτάσεις μου να γίνει αποδεκτή η πραγματογνωμοσύνη και να διανεμηθούν εξώδικα επιτέλους τα κοινά μας ακίνητα, η ενάγουσα αρνήθηκε σφόδρα, η άσκηση της ένδικης αγωγής αποκτημάτων ήταν ο μοναδικός τρόπος να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης για τη διανομή, αφού θα πετύχαινε την αναβολή της εκδίκασής της μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της αγωγής περί αποκτημάτων.

Τα ανωτέρω άλλωστε αποδεικνύονται και από το χρόνο άσκησης της αγωγής τρεις ημέρες πριν την παραγραφή του δικαιώματος της ενάγουσας, αφού το δικόγραφο επιδόθηκε σε μένα την 2-10-2007, ενώ η αμετάκλητη λύση του γάμου μας επήλθε την 5-10-2005. Για το λόγο αυτό η άσκηση της ένδικης αγωγής σε κάθε περίπτωση καθίσταται καταχρηστική, αφού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι αφενός μεν η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμά της τρεις ημέρες πριν τη συμπλήρωση της παραγραφής του, αφετέρου στο διάστημα των δύο ετών από την αμετάκλητη λύση του γάμου μας η ενάγουσα με τη συμπεριφορά της μου δημιούργησε βεβαία την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει την παρούσα αγωγή, αποδεχόμενη την απόκτηση των περιουσιακών μας στοιχείων κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δεδομένου ότι δεν άσκησε την αγωγή της αμέσως μετά την αγωγή μου περί διανομής της κοινής ακίνητης περιουσίας μας, ενώ άσκησε μάλιστα εναντίον μου την από 8-8-2006 ...

αγωγή διανομής κινητών ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, στην οποία συνομολογεί ότι στα κινητά τυγχάνουμε συγκύριοι κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε ... απόφαση του άνω δικαστηρίου, η οποία ανέστειλε την έκδοση απόφασης". Με βάση τα προεκτεθέντα, τα ιστορούμενα περιστατικά δεν επαρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και, επομένως, αλυσιτελώς προβάλλεται ο ως άνω λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον περί καταχρήσεως δικαιώματος ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας αυτόν ως απαράδεκτο, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε επαναφερθεί νομίμως με τις προτάσεις ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Τούτο δε, διότι, εφόσον τα ιστορούμενα στις προτάσεις του αναιρεσείοντος πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν είναι επαρκή για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, δεν θεμελιώνεται ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, εφόσον το Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να τον ερευνήσει, ως μη νόμιμο, ανεξαρτήτως του ότι τον απέρριψε ως μη παραδεκτά προβαλλόμενο.

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε ολιγότερα των αξιουμένων από το νόμο, ενώ αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ. 1 ν. 1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι:

α) η λύση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υποχρέου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υποχρέου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγομένης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου, που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.

Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών.

Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου.

Εξάλλου, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής της συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη, αναφέρει ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, με τον οποίο τέλεσε γάμο την 3-10-1976, που λύθηκε αμετάκλητα την 7-10-2005, αμέσως μετά το γάμο τους απέκτησε με δωρεά από τον πατέρα του ένα οικόπεδο στην ...

της ... με την υπάρχουσα σ' αυτό ημιτελή διώροφη οικοδομή, ότι, αφότου τελέσθηκε ο γάμος τους, η περιουσία του αυξήθηκε κατά τα περιγραφόμενα σ' αυτήν λεπτομερώς περιουσιακά στοιχεία, και ειδικότερα: α) την πλήρη κυριότητα των δύο διαμερισμάτων στην ... ..., τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και είχαν συνολική αξία κατά τον ίδιο χρόνο 200.000 ευρώ, β) το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου εκτάσεως 258 τ.μ., ευρισκομένου στην οδό ...

αρ…, στον προσφυγικό συνοικισμό του Δήμου …, επί του οποίου κτίσθηκε πολυώροφη οικοδομή, ανήκουσα σ' αυτόν επίσης κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και αποτελούμενη από υπόγειους χώρους (αποθήκες), χώρους σταθμεύσεως στην PILOTIS της οικοδομής, δύο διαμερίσματα σε καθένα από τους τρεις ορόφους και το δικαίωμα μελλοντικής καθ' ύψος επεκτάσεως της οικοδομής, τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής και είχαν συνολική αξία κατά τον ίδιο χρόνο κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό συγκυριότητας 283.777 ευρώ, γ) την πλήρη κυριότητα ενός τζιπ μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αυτοκινήτου MERCEDES και το 1/2 εξ αδιαιρέτου μιας αλιευτικής λέμβου, τα οποία υπήρχαν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και είχαν συνολική αξία κατά τον ίδιο χρόνο και κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό 10.250 ευρώ, και ότι στην επαύξηση αυτή της περιουσίας του εναγομένου κατά το ποσόν των 452.464,50 ευρώ συνέβαλε εξ ολοκλήρου η ίδια αφενός μεν με τα χρήματα από την πολυετή εργασία της, αφετέρου δε με τα ετήσια εισοδήματα από την κτηματική της περιουσία και κατά τρίτο από χρηματικά ποσά που της έδωσαν συγγενείς και φίλοι κατά την τέλεση του γάμου τους, και ειδικότερα:

α) αποπεράτωσε με δικά της χρήματα την ημιτελή οικοδομή στην ... ... και εξόφλησε το δάνειο των 30.000 δρχ., που είχε λάβει ο πατέρας του εναγομένου για την ανέγερσή της οικοδομής, β) εξόφλησε εξ ολοκλήρου η ίδια και με τη βοήθεια του πατέρα της το έτος 2000 το δάνειο ύψους 3.185.000 δρχ. που είχαν λάβει από την Κτηματική Τράπεζα για την αγορά του οικοπέδου στην οδό ...

αρ… στην …, γ) από το έτος 1976 μέχρι και την αμετάκλητη λύση του γάμου είχε ετήσια εισοδήματα ποσού 400.000 δρχ. ή 1.173,88 ευρώ από την εκμετάλλευση αμπελιών, δ) από το 1976 έως το 1980, ως μετανάστες και οι δύο στη Σουηδία, εργάσθηκε η ίδια τις μεν πρωινές ώρες σε μαγειρείο γηροκομείου, έχοντας ετήσια εισοδήματα 70.000 κορώνες Σουηδίας, τις δε απογευματινές ώρες ως καθαρίστρια γραφείων, έχοντας ετήσια εισοδήματα 60.000 κορώνες Σουηδίας, και συνολικά 130.000 κορώνες, ε) από το 1980 έως το 1986 λειτούργησε στο όνομά της με δικές της δαπάνες και προσωπική της εργασία κατάστημα πωλήσεως φαγητού (snack bar) και στη συνέχεια από το 1986 έως το 1990 τυπικά στο όνομα του συζύγου της, χωρίς ωστόσο να εργασθεί αυτός ποτέ ή να τοποθετήσει οποιοδήποτε κεφάλαιο για τη λειτουργία του, αποκομίζοντας κατ' έτος 1.000.000 κορώνες Σουηδίας, και έτσι κατά το διάστημα της παραμονής τους στη Σουηδία κέρδισε από τις ως άνω εργασίες της 1) από το 1976 έως το 1981 2.390.000 κορώνες, όταν η ισοτιμία της κορώνας με τη δραχμή ήταν 1 : 7,5, δηλαδή 17.925.000 δρχ.

ισότιμες με 52.604,54 ευρώ, 2) από το 1982 έως το 1985 4.000.000 κορώνες, όταν η ισοτιμία της κορώνας με τη δραχμή ήταν 1 : 10, δηλαδή 40.000.000 δρχ., ισότιμες με 117.388,11 ευρώ και 3) από το 1986 έως το 1990 5.000.000 κορώνες, όταν η ισοτιμία της κορώνας με τη δραχμή ήταν 1 : 12, δηλαδή 60.000.000 δρχ., ισότιμες με 176.082,17 ευρώ, στ) από την πώληση το 1996 ενός αγρού στις ..., εκτάσεως 2.500 τ.μ., αντί τιμήματος 2.200.000 δρχ., ισότιμου με 6.456,34 ευρώ και ζ) από το 1990 έως το 2003 από πώληση εργόχειρων κέρδιζε κατά μέσο όρο 3.500.000 δρχ.

το χρόνο, ισότιμο με 10.271,46 ευρώ. Ζήτησε δε, μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσόν των 100.000 ευρώ και να αναγνωρισθεί ότι είναι υποχρεωμένος να της καταβάλει επιπλέον 352.464,50 ευρώ, στα οποία αποτιμάται το μέρος της αυξήσεως της περιουσίας του, που προέρχεται από δική της συμβολή, το ποσόν δε αυτό με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει όλα τα κατά νόμο στοιχεία για τη θεμελίωση του αιτήματος καταβολής των ως άνω ποσών ως συμμετοχή αυτής στα αποκτήματα του συζύγου της, και ειδικότερα τη λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου, την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, και τη συμβολή με οποιοδήποτε τρόπο του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου κατά τη διάρκεια του γάμου.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη και παραδεκτή την αγωγή δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ούτε παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 και 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (ΑΠ Ολομ. 1/1999).

Περαιτέρω, ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 614/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι περιέχει ανεπαρκείς και σε κάθε περίπτωση αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ετήσιο εισόδημα της αναιρεσίβλητης από την πώληση εργόχειρων, και ειδικότερα, το Εφετείο, επικαλούμενο τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, προσδιόρισε το εισόδημα αυτό στο ποσόν των 500.000 δρχ., χωρίς ωστόσο η εκτίμηση αυτή να προκύπτει από κάποιο αποδεικτικό μέσο, χωρίς να αναφέρεται σε ποιες ποσότητες εργόχειρων ανάγεται το ποσόν αυτό, ποια η τιμή τους και ποιες ποσότητες τέτοιων ειδών κατασκεύασε η αναιρεσίβλητη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο ως προς το ζήτημα τούτο δέχθηκε τα εξής: "Ακολούθως, η ενάγουσα από τον Απρίλιο του έτους 1990, που επανήλθε στην Ελλάδα, έως το 2003 ... απασχολείτο επαγγελματικά με την κατασκευή εργόχειρων, όπως ασπροκέντι, δαντέλες κ.λ.π., κατείχε δε και σχετική κεντητική μηχανή, κατόπιν παραγγελίας, τα οποία πωλούσε σε τρίτους, όπως προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία στο σημείο αυτό καταθέτει μετά λόγου προσωπικής της γνώσεως.

Από την παραπάνω εργασία της η ενάγουσα αποκόμιζε ετήσιο εισόδημα, ανερχόμενο σε 500.000 δρχ. κατά μέσο όρο, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής σχετικά με τις τιμές για την κατασκευή και πώληση, κατόπιν παραγγελίας του πελάτη, χειροποίητων εργόχειρων, ενώ το ποσό των 3.500.000 δρχ.

ετησίως που υπολογίζει στην αγωγή της η ενάγουσα κρίνεται υπερβολικό.

Συνεπώς, κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των δεκατριών ετών η ενάγουσα αποκόμισε από την ανωτέρω εργασία της συνολικό εισόδημα 6.500.000 δρχ.". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης ότι κατά τη διάρκεια του γάμου είχε ετήσιο εισόδημα από την απασχόλησή της με την κατασκευή εργόχειρων, ισχυρισμός που έγινε εν μέρει δεκτός και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ οι διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, όπως ότι δεν αναφέρεται σε ποιες ποσότητες εργόχειρων ανάγεται το ποσόν αυτό, ποια η τιμή πωλήσεως τούτων και ποιες ποσότητες τέτοιων ειδών κατασκεύασε η αναιρεσίβλητη, αποτελούν επιχειρήματα από τις αποδείξεις, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και δεν ιδρύουν τον από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ζήτημα τούτο διατυπώνεται σαφώς, με την επίφαση δε του λόγου αυτού πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας. Κατόπιν τούτου ο λόγος αυτός τυγχάνει αβάσιμος.

Με τον τέταρτο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1β ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα ότι το Εφετείο, με την επίκληση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ως εισόδημα της αναιρεσίβλητης από την καλλιέργεια δύο αγροτεμαχίων επί 23 έτη το ποσόν των 4.600.000 δρχ., υπολογίζοντας ως κατά μέσο όρο ετήσιο εισόδημα για το καθένα από αυτά το ποσόν των 100.000 δρχ., προσαύξησε δε και συνυπολόγισε το ως άνω συνολικό ποσόν ως εισόδημα αυτής και το χρησιμοποίησε για τον προσδιορισμό του ποσού, με το οποίο συνέβαλε αυτή στα αποκτήματα του συζύγου της, ενώ αντιθέτως σε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας η αυξομείωση του αγροτικού εισοδήματος, εφόσον υπόκειται σε αστάθμητους παράγοντες, όπως οι καιρικές συνθήκες, οι μη σταθερές ετήσιες καλλιεργητικές δαπάνες, η αυξομείωση των τιμών κ.λ.π.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη από το 1976 μέχρι και το 1998 είχε εισοδήματα από δύο αγροτεμάχια και στη συνέχεια, λόγω πωλήσεως του ενός, είχε εισόδημα για τα επόμενα έτη μέχρι και το 2003 μόνο από το ένα, και έκτοτε από το 2004, λόγω της διαστάσεως τούτων, δεν συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην κοινή οικονομία, υπολόγισε το ετήσιο εισόδημά της από την αιτία αυτή για τα πρώτα 23 έτη κατά μέσο όρο στο ποσόν των 100.000 δρχ.

για το καθένα, και συνολικά για όλο αυτό το διάστημα στο ποσόν των 4.600.000 δρχ., για το 1999 στο ποσόν των 100.000 δρχ. για το ένα και περαιτέρω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι από δύο τιμολόγια πωλήσεως αγροτικών προϊόντων προέκυπτε ότι από την πώληση σταφυλιών και ελαιών η αναιρεσίβλητη είχε εισπράξει κατά το έτος 2000 222.678 δρχ.

και 298.139 δρχ., αντίστοιχα, υπολόγισε το ετήσιο εισόδημά της για το έτος 2000 στις 400.000 δρχ., ποσόν που ζητούσε με την αγωγή, και εφεξής για την τριετία 2001 - 2003 στο ποσόν των 200.000 δρχ. και συνολικά 600.000 δρχ., και έτσι υπολόγισε το συνολικό αγροτικό της εισόδημα καθ' όλο το διάστημα της έγγαμης συμβιώσεως στο ποσόν των 5.700.000 δρχ.

Κατά συνέπεια, ναι μεν αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας ότι το αγροτικό εισόδημα υπόκειται σε αυξομειώσεις λόγω των πολλών αστάθμητων παραγόντων που το επηρεάζουν, πλην όμως το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι το σταθερό ετήσιο εισόδημα ήταν 100.000 δρχ. για κάθε αγροτεμάχιο κατά τα πρώτα 24 έτη της έγγαμης συμβιώσεως, αλλά ότι το ποσόν αυτό αποτελούσε το μέσο όρο του ετήσιου εισοδήματός της, και κατόπιν τούτου δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας δεχόμενο το ποσόν αυτό, και συνακόλουθα ο σχετικός λόγος που υποστηρίζει τα αντίθετα τυγχάνει αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Ανάμεσα στους λόγους αυτούς δεν περιλαμβάνονται και οι παραδρομές, κατά τη σύνταξη της απόφασης, εξαιτίας των οποίων έγιναν λάθη γραφικά ή λογιστικά, για τη διόρθωση των οποίων προβλέπουν ειδικώς τα άρθρα 315 επ. του ΚΠολΔ (ΑΠ 536/2013, 1528/2008). Επομένως, ο πέμπτος λόγος κατά την αιτίασή του ότι το Εφετείο υπέπεσε με την απόφασή του στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 και διότι από τα κονδύλια που παραθέτει στην απόφασή του ως εισοδήματα της αναιρεσίβλητης στην Ελλάδα (5.700.000 δρχ. από την καλλιέργεια αγροτεμαχίων και 6.500.000 δρχ. από την πώληση εργόχειρων) δεν προκύπτει ως άθροισμα το ποσό των 12.500.000 δρχ. αλλά αυτό των 12.200.000 δρχ., το οποίο προστιθέμενο σ' εκείνο των εισοδημάτων της από την εργασία της στη Σουηδία ποσού 6.659.580 δρχ. δίδει άθροισμα 18.859.580 δρχ. ισότιμου με 55.347,26 ευρώ και όχι 19.159.580 δρχ. ισότιμου με 56.227,67 ευρώ, επί του οποίου ποσού και υπολογίσθηκε η συμβολή αυτής στην επαύξηση της περιουσίας του αναιρεσείοντος, και ότι συνεπώς το διατακτικό της δεν εναρμονίζεται με το σκεπτικό της, προβάλλεται απαραδέκτως, αφού η πλημμέλεια αυτή της απόφασης, οφειλόμενη σε αριθμητικό λάθος, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης αλλά λόγο διόρθωσης της απόφασης.

Με τους έκτο και έβδομο λόγους της αιτήσεως του ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, δεδομένου ότι περιέλαβε αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, αφενός μεν υπολόγισε όλο το εισόδημα της αναιρεσίβλητης ως συμβολή αυτής στην κτήση από τον ίδιο του 1/2 εξ αδιαιρέτου της τριώροφης οικοδομής στην οδό ...

αρ… στην .., ενώ και η ίδια απέκτησε κατά τη διάρκεια του γάμου τους το έτερο ήμισυ της ίδιας οικοδομής, χωρίς ωστόσο να δέχεται ότι χρησιμοποιήθηκε οποιοδήποτε ποσόν για τη διαβίωσή της ή την κτήση της δικής της περιουσίας, αφετέρου δε ως προς το ακίνητο στην ... ..., που του ανήκει κατά πλήρη κυριότητα, δέχθηκε ότι η συμβολή της αναιρεσίβλητης έγκειται στην αποπεράτωση της οικοδομής, την οποία και αποτιμά στο διπλάσιο της αξίας του οικοπέδου, παραβλέποντας ότι στο ακίνητο που του δώρισε ο πατέρας του αμέσως μετά το γάμο τους υπήρχε και ημιτελής οικοδομή, την αξία της οποίας δεν συνυπολογίζει το Εφετείο.

Εξάλλου, με τον όγδοο λόγο ο αναιρεσείων επικαλείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και ειδικότερα υπολόγισε την ισοτιμία της σουηδικής κορώνας με τη δραχμή κατά μέσο όρο σε 1 : 10 για όλη τη 15ετία της παραμονής τους στη Σουηδία, χρονικό διάστημα που δεν έχει σχέση ούτε με το χρόνο γέννησης της αξιώσεως, δηλαδή την αμετάκλητη λύση του γάμου, ούτε με το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και συνιστά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 5422/1932 και 1 ν. 2842/2000, που ορίζουν ότι οι οφειλές σε συνάλλαγμα εξοφλούνται στο εθνικό νόμισμα με βάση την ισοτιμία του αλλοδαπού νομίσματος κατά την ημέρα της πληρωμής, και στην προκειμένη περίπτωση σε ευρώ.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς τα ως άνω ζητήματα προκύπτει ότι το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πραγματικά περιστατικά κρίση του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος στερούνταν οποιασδήποτε ακίνητης ή κινητής περιουσίας, ενώ κατά τη διάρκεια του γάμου η περιουσία του αυξήθηκε κατά τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, τα οποία βρίσκονταν στην κυριότητά του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης αυτού: 1) Την πλήρη κυριότητα ...

ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη ... ..., εκτάσεως 350 τ.μ. περίπου, μετά της επ' αυτού ημιτελούς διώροφης οικίας, αποτελούμενη από το σκελετό αυτής από οπλισμένο σκυρόδεμα και των χωρισμάτων αυτής από τούβλα, ... λόγω δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του πατέρα του. Η αξία του οικοπέδου μετά της επ' αυτού ως άνω ημιτελούς οικίας προσδιορίζεται στο ίδιο συμβόλαιο στο ποσόν των 300.000 δρχ.

Ακολούθως, κατά τη διάρκεια του γάμου, η παραπάνω διώροφη ημιτελής κατοικία, με εμβαδόν 67,20 τ.μ. σε κάθε όροφο ... αποπερατώθηκε και έτσι κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου αποτελείτο από δύο ανεξάρτητα οροφοδιαμερίσματα, εμβαδού 67,20 τ.μ. έκαστο. Η αξία του κάθε οροφοδιαμερίσματος κατά τον ως άνω κρίσιμο χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου (7-10-2005) ανερχόταν σε 100.000 ευρώ για έκαστο και κατά συνέπεια για ολόκληρη τη διώροφη οικοδομή σε 200.000 ευρώ, ενώ του οικοπέδου σε 50.000 ευρώ, και συνολικά σε 250.000 ευρώ.

Ο εναγόμενος δεν αμφισβητεί τις ως άνω αξίες της οικοδομής και του οικοπέδου. 2) Το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός οικοπέδου ... στην …επί της οδού ... αρ…, ... κατόπιν αγοράς αυτού ... Στο ανωτέρω οικόπεδο ανεγέρθηκε ... τριώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από ...Το υπόλοιπο ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω οικοπέδου και οικοδομής ανήκει στην ενάγουσα, ...

Η αξία του ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου είναι 227.982,50 ευρώ. ... Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα κατά την τέλεση του γάμου των διαδίκων έλαβε ως "προίκα" από τον πατέρα της το ποσόν των 300.000 δρχ. σε μετρητά, γεγονός που παραδέχεται ο εναγόμενος. Κατά συνέπεια, η ως άνω "προίκα" της ενάγουσας ήταν ίση με την αξία του ...

οικοπέδου μετά της επ' αυτού ημιτελούς κατοικίας στην ... ... ... Επιπλέον κατά την τέλεση του γάμου η ενάγουσα ... έλαβε δώρα γάμου από συγγενείς και φίλους, ... Το δικαστήριο κρίνει ότι το συνολικό ποσό που έλαβε η ενάγουσα ως δώρα γάμου υπολογίζεται σε 300.000 δρχ. ... Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι το παραπάνω ποσό των 300.000 δρχ.

που έλαβε ως "προίκα" καθώς και το χρηματικό ποσό που έλαβε ως δώρα γάμου, ... δαπανήθηκε εξ ολοκλήρου για την αποπεράτωση της πιο πάνω ημιτελούς οικίας στην ... .... Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του εναγομένου έλαβε ως δάνειο 30.000 δρχ. για την ανέγερση της άνω οικοδομής, πλην όμως μέχρι το χρόνο μεταβίβασης του οικοπέδου και του διώροφου ημιτελούς κτίσματος στον εναγόμενο, δεν είχε καταβάλει καμιά δόση και ότι το δάνειο αυτό, το οποίο ανήλθε μαζί με τους τόκους και τις προσαυξήσεις συνολικά στο ποσό των 90.000 δρχ., εξοφλήθηκε από τα παραπάνω χρήματα της προίκας και των δώρων του γάμου της, με τα υπόλοιπα δε εξ αυτών αποπερατώθηκε η ως άνω διώροφη οικοδομή.

Ότι κατά συνέπεια μόνο το πιο πάνω οικόπεδο που απέκτησε κατόπιν δωρεάς από τον πατέρα του ο εναγόμενος δεν θεωρείται απόκτημα κατά την έννοια του άρθρου 1400 παρ, 3 Α,Κ., ενώ η ανέγερση της όλης οικοδομής (αφού και το άνω δάνειο για την κατασκευή του ημιτελούς κτίσματος μέχρι το προαναφερθέν στάδιο αυτής εξοφλήθηκε από την ίδια) έγινε αποκλειστικά με δικά της χρήματα.

Για το ίδιο ζήτημα ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με το ποσό των 300.000 δρχ. που έλαβε ως προίκα η ενάγουσα, αγόρασαν έπιπλα για την διώροφη κατοικία στην ..., μερικά από τα οποία σώζονται μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου, ενώ το ποσό των δώρων του γάμου, το οποίο υπολογίζει, όπως προειπώθηκε, στο ποσό των 100.000 δρχ., δαπανήθηκε στο γαμήλιο ταξίδι που έκαναν ...

Δεν αποδείχτηκε ο πιο πάνω ισχυρισμός του εναγομένου ως ουσιαστικά βάσιμο...Ο εναγόμενος, ισχυρίζεται στις πρωτόδικες προτάσεις του, κατ' αρχήν ότι η διώροφη αυτή κατοικία κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης της πλήρους κυριότητας επ' αυτής στον ίδιο, δεν ήταν ημιτελής, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο, αλλά ότι ο πρώτος όροφος αυτής ήταν αποπερατωμένος πλήρως, ενώ το ισόγειο ήταν σοβατισμένο, είχε παράθυρα, πόρτες, ηλεκτρικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις.

Στο προαναφερθέν, όμως, με αριθμό .../15-10-1976 συμβόλαιο δωρεάς του παραπάνω οικοπέδου περιγράφεται συγκεκριμένα ότι η επ' αυτού ημιτελής διώροφη οικία, αποτελείται από τον σκελετό αυτής από οπλισμένο σκυρόδεμα και τα χωρίσματα αυτής από τούβλα, το γεγονός δε αυτό δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, που κατέθεσε ότι ο τελευταίος όροφος ήταν αποπερατωμένος, αλλά ο πρώτος ήταν ημιτελής (προφανώς εννοεί το ισόγειο), η οποία στο σημείο αυτό δεν κρίνεται πειστική.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι μετά το γάμο ο ίδιος προέβη στον ελαιοχρωματισμό αυτού, αγόρασαν δε από τα "χρήματα τους" (από κοινού με την εναγομένη) νιπτήρα, πλακάκια, μουσαμάδες θερμοσίφωνες κουζίνας, μπάνιου, ενώ από τα χρήματα της προίκας της ενάγουσας, η τελευταία αγόρασε τα είδη μπάνιου και την κουζίνα, που κόστισαν περίπου 15.000 δρχ.

Κατά συνέπεια, παραδέχεται ότι ένα ποσό (που δεν προσδιορίζει) για την εξόφληση του πιο πάνω δανείου καταβλήθηκε και από χρήματα της ενάγουσας, ότι οι αμέσως προαναφερθείσες αγορές υλικών για την αποπεράτωση της οικοδομής έγιναν, επίσης, και με χρήματα της ενάγουσας, και ότι επί πλέον η ενάγουσα κατέβαλε από το ποσό της προίκας της, το αμέσως προεκτεθέν ποσό των 15.000 δρχ.

Συγκεκριμένα, Ό εναγόμενος, ο οποίος δεν αμφισβητεί την λήψη του άνω δανείου των 30.000 δρχ. εκ μέρους του πατέρα του για την ανέγερση της άνω οικοδομής, ισχυρίζεται αορίστως ότι μετά την μεταβίβαση του πιο πάνω ακινήτου στον ίδιο, το δάνειο αυτό εξοφλήθηκε από τον ίδιο και την ενάγουσα, καταβάλλοντας από κοινού το ποσό των 5.000 δρχ.

ετησίως, και ότι από το 1970 μέχρι τον γάμο του το 1976, που εργαζόταν στη Σουηδία, έστελνε χρήματα στον πατέρα του για την εξόφληση οφειλών προς τους εργαζόμενους στην ανέγερση του, χωρίς όμως να διευκρινίζει σε τι ποσό ανερχόταν το μέρος του δανείου που εξοφλήθηκε από τον ίδιο και την ενάγουσα από το κοινό τους ταμείο, ούτε έστω πότε εξοφλήθηκε το δάνειο αυτό, ώστε να είναι δυνατός και ο υπολογισμός του μέρους αυτού που εξοφλήθηκε μετά το γάμο με την καταβολή των αναφερομένων ετησίων δόσεων των 5.000 δρχ.

έκαστη, ούτε προσδιορίζει πόσα χρήματα είχε στείλει μέχρι την τέλεση του γάμου του στον πατέρα του, για την καταβολή δόσεων του άνω δανείου και την πληρωμή των εργατών που εργάστηκαν για την αποπεράτωση της οικοδομής...Από τον συνδυασμό όλων των προαναφερθέντων, λαμβανομένων υπόψη και των διδαγμάτων της κοινής πείρας και λογικής, το δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα ότι για την αποπεράτωση της παραπάνω ημιτελούς διώροφης οικοδομής, η ενάγουσα συνέβαλε με το ποσό του 600.000 δρχ. (300.000 "προίκα" + 300.000 δώρα γάμου), ήτοι το διπλάσιο της προεκτεθείσας αξίας του ακινήτου αυτού κατά τον χρόνο της ως άνω μεταβίβασης του στον εναγόμενο (300.000 δρχ.), από το οποίο (ποσό των 600.000 δρχ.) αποπληρώθηκε και μέρος του άνω δανείου των 30.000 δρχ....Η αξία του παραπάνω ακινήτου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν σε 250.000,00 ευρώ.

Από αυτό το ποσό των 75.000,00 ευρώ αντιστοιχεί στην αξία του οικοπέδου μετά της ημιτελούς κατοικίας, το οποίο αφαιρείται από το ποσό των 250.000,00 ευρώ, διότι δεν αποτελεί απόκτημα, όπως προαναφέρθηκε. Στο υπόλοιπο ποσό των 175.000,00 ευρώ, η ενάγουσα συνεισέφερε, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, το διπλάσιο ποσό της αξίας των άνω οικοπέδου και ημιτελούς κατοικίας, ήτοι το ποσό των 150.000,00 ευρώ (75.000 Χ2), ενώ το υπόλοιπο ποσό των 25.000,00 ευρώ, καταβλήθηκε με κοινά χρήματα των διαδίκων κατά ποσοστό 1/2, δηλαδή από 12.500,00 ευρώ, έκαστος.

Με βάση αυτά η συμμετοχή της ενάγουσας στην αύξηση της παραπάνω αξίας του προαναφερθέντος ακινήτου, που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του εναγομένου, ανέρχεται κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου τους, στο συνολικό ποσό των 162.500,00_ευρώ". Και περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τα εισοδήματα των διαδίκων από τη λειτουργία της ...

επιχείρησης για το ανωτέρω χρονικό διάστημα (από Φεβρουάριο 1980 έως τον Απρίλιο 1990) υπολογίζονται στο συνολικό ποσό των 1.016.666 κορωνών, αντιστοιχεί δε στον καθένα το ποσόν των 508.333 κορωνών.

Συνεπώς, τα συνολικά εισοδήματα εκάστου των διαδίκων από την εργασία του στη Σουηδία υπολογίζονται στο ποσό των 665.958,01 (157.625,01 + 508.333) κορώνες της ενάγουσας και 1.089.133 (580.800 + 508.333) κορώνες του εναγομένου. Για την εξεύρεση και μόνο της αναλογίας της συμβολής καθενός διαδίκου στην απόκτηση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων, που έχει σημασία για την υπό κρίση υπόθεση, η ισοτιμία της κορώνας και δραχμής θα υπολογιστεί ενιαίως για έκαστο εξ αυτών για ολόκληρο το παραπάνω χρονικό διάστημα κατά μέσο όρο με συντελεστή 1 : 10, λαμβανομένων υπόψη της μεταβαλλόμενης ισοτιμίας της σουηδικής κορώνας και της δραχμής από το 1976 έως το 1990. ...

Έτσι λοιπόν τα προεκτεθέντα εισοδήματα της ενάγουσας υπολογίζονται σε 6.659.580 δρχ., ενώ του εναγομένου σε 10.891.133 δρχ. και σε ευρώ 19.543,89 της ενάγουσας και 31.962,24 του εναγομένου, αντίστοιχα. ... Επίσης αποδείχτηκε ότι κατά την τέλεση του γάμου της η ενάγουσα είχε στην κυριότητά της ... δύο αμπελώνες ... τους οποίους απέκτησε κατόπιν δωρεάς εν ζωή εκ μέρους του πατέρα της Ν.

Ξ. ...Στη συνέχεια η ενάγουσα το 1998 ... πώλησε το ...αγρόκτημα που βρίσκεται στις ... Από το χρόνο τέλεσης του γάμου των διαδίκων και τα δύο παραπάνω αγροτεμάχια μέχρι το Νοέμβριο 1998, αμφότερα, μετά δε την πώληση του δευτέρου εξ αυτών μόνο το πρώτο, μέχρι και το έτος 1990, που επέστρεψαν στην Ελλάδα οι διάδικοι, καλλιεργούσε ο πατέρας της ενάγουσας, ο οποίος μετά την αφαίρεση των εξόδων της καλλιέργειας, έστελνε στην ενάγουσα το καθαρό ετήσιο εισόδημα από την παραγωγή.

Μετά τη μόνιμη επάνοδο των διαδίκων στην Ελλάδα κατά το έτος 1990 και εφεξής και μέχρι του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου το παραπάνω αγροτεμάχιο καλλιεργούσε η ενάγουσα. ... Με βάση τα προεκτεθέντα ... το συνολικό εισόδημα της ενάγουσας ... ανέρχεται στο ποσόν των 5.700.000 δρχ. ... Ακολούθως, η ενάγουσα από τον Απρίλιο του έτους 1990, που επανήλθε στην Ελλάδα, έως το 2003, εκτός από την καλλιέργεια των άνω αγροτεμαχίων, απασχολείτο επαγγελματικά με την κατασκευή εργόχειρων ...

Από την παραπάνω εργασία η ενάγουσα αποκόμιζε ετήσιο εισόδημα, ανερχόμενο σε 500.000 δρχ. κατά μέσο όρο, ...

Συνεπώς κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα των δεκατριών ετών η \ ενάγουσα αποκόμισε από την ανωτέρω εργασία ... 6.500.000 δρχ. ...Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν η ενάγουσα κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα είχε επιπλέον εισόδημα, πέραν εκείνου της εργασίας της στη Σουηδία, ανερχόμενο στο συνολικό ποσό των 12.500.000 δρχ.

και ήδη 36.683,79 ευρώ. ... Τελικά, τα έσοδα εκάστου των διαδίκων κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, με τα οποία αποκτήθηκαν κατά ποσοστό 1/2 από τον καθένα η τριώροφη οικοδομή στην ... υπολογίζονται συνολικά της μεν ενάγουσας στο ποσό των 19.159.580 δρχ. (6.659.580 + 12.500.000) και ήδη 56.227,67 ευρώ, ενώ του εναγομένου σε 10.891.133 δρχ.

και ήδη σε 31.962,24 ευρώ, ήτοι η ενάγουσα συμμετείχε στην απόκτηση των ανωτέρω περιουσιακών στοιχείων κατά το ποσό των 24.265,43 ευρώ περισσότερο από τον εναγόμενο, τα οποία προέρχονται από δικά της αποκλειστικά εισοδήματα. Με βάση τα προαναφερθέντα αποδείχτηκε ότι η αρχική περιουσία του εναγομένου ήταν μηδενική, ενώ η τελική περιουσία του κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσόν των 485.482,50 ευρώ, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 75.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ανωτέρω οικόπεδο και ημιτελή κατοικία στην ... ..., τα οποία απέκτησε κατόπιν δωρεάς. ...

Έτσι η τελική περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου ανερχόταν στο ποσόν των 410.482,50 (485.482,50 - 75.000) ευρώ. Η ενάγουσα συνέβαλε στην αύξηση της αξίας ... της τελικής περιουσίας του εναγομένου με το συνολικό ποσό των 186.765,43 (162.500 + 24.265,43) ευρώ, το οποίο προερχόταν από δικά της αποκλειστικά χρήματα, δηλαδή κατά ποσοστό 45,499%, ήτοι μεγαλύτερο του 1/3 αυτής".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού έκρινε ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας, που είχε δεχθεί συμβολή της ενάγουσας μόνο στην αγορά του αυτοκινήτου ΤΟΥΟΤΑ, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δέχθηκε την αγωγή κατά ένα μέρος και στην ουσία της, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο - αναιρεσείοντα να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσίβλητη το ποσόν των 100.000 ευρώ και αναγνωρίζοντας ότι υποχρεούται να της καταβάλει επιπλέον και ποσόν 86.765,43 ευρώ, τα ποσά δε αυτά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, -που έκρινε αναιρετικώς ανέλεγκτα ως αποδεδειγμένα-, στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1400 και 346 ΑΚ, που εφάρμοσε, τους οποίους και δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, ενώ δεν υπήρχε λόγος εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 ν. 5422/1932 και 1 ν. 2842/2000, εφόσον δεν πρόκειται για την εκπλήρωση ενοχής σε αλλοδαπό νόμισμα, οπότε θα ετίθετο ζήτημα εφαρμογής των εν λόγω διατάξεων, αλλά, όπως ρητά διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η ισοτιμία της σουηδικής κορώνας με τη δραχμή υπολογίσθηκε ενιαίως για τον κάθε διάδικο και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα παραμονής τους στη Σουηδία για την εξεύρεση και μόνο της αναλογίας της συμβολής καθενός διαδίκου στην απόκτηση των ένδικων περιουσιακών στοιχείων, ζήτημα που είχε σημασία για την υπό κρίση υπόθεση.

Εξάλλου, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών αυτών κανόνων και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα:

α) Δέχθηκε ότι τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν εξ ημισείας στους διαδίκους αποκτήθηκαν με τα εισοδήματα αμφοτέρων των διαδίκων, πλην όμως στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων συνέβαλε η αναιρεσίβλητη με μεγαλύτερο ποσό, και συγκεκριμένα με 24.265,43 ευρώ περισσότερα από τον αναιρεσείοντα.

β) Ως προς το ακίνητο που ανήκει στην αποκλειστική κυριότητα του αναιρεσείοντος υπολόγισε την αξία του ακινήτου αυτού ως οικοπέδου και ημιτελούς οικοδομής, την οποία και αφαίρεσε από την αξία της όλης οικοδομής, γιατί δεν αποτελούσε απόκτημα, έκρινε δε στη συνέχεια ότι η αναιρεσίβλητη είχε συνεισφέρει το διπλάσιο ποσό της αξίας του οικοπέδου και της ημιτελούς οικοδομής, δηλαδή 150.000 ευρώ, το δε απομένον υπόλοιπο των 25.000 ευρώ έκρινε ότι το κάλυψαν με κοινά χρήματα οι διάδικοι, κατά το ήμισυ ο καθένας τους, και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή της στην αύξηση του εν λόγω ακινήτου ανερχόταν κατά το χρόνο λύσεως του γάμου στο ποσόν των 162.500 ευρώ.

Κατόπιν όλων αυτών οι έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως τυγχάνουν αβάσιμοι.

Πρέπει λοιπόν να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων ως ηττώμενος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-2-2012 αίτηση του Κ. Β. για αναίρεση της 317/2011 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης και την ορίζει στο ποσόν των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Ιουλίου 2013

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ