Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts citing sufficient reasoning in judgment.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance court's conviction for non-payment of public debts. The appellant argued the judgment lacked sufficient reasoning, but the court found the decision clearly outlined the proven facts and legal basis for the conviction. Consequently, the court ruled that the judgment's reasoning was adequate and the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 320, 321 of the Code of Criminal Procedure; Article 170 of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment is not voidable for lack of reasoning if the operative part contains all elements of the crime and the reasoning section details the evidence and legal application supporting the conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1829/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας- κατηγορουμένης Ά. - Κ. χήρας Θ. Χ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στέφανο Παύλου, περί αναιρέσεως της με αριθμό 21107/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα -κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Απριλίου 2010 αίτησή της περί αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 568/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 320 και 321 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος κλητεύεται στο ακροατήριο για να δικασθεί με επίδοση σ' αυτόν εγγράφου που περιέχει με ποινή ακυρότητας ακριβή καθορισμό της πράξεως για την οποία κατηγορείται ώστε να μπορεί να προετοιμάσει την υπεράσπισή του. Τα ίδια ορίζονται από το άρθρο 6 παρ. 3 εδαφ. α' και β' της ΕΣΔΑ (άρθρ. 6 παρ. 3 εδαφ. α' και β' της από 4 Νοεμβρίου 1950 Διεθνείς Συμβάσεις της Ρώμης που κυρώθηκε με το ν.δ.53/1974 και αποτελεί εγχώριο δίκαιο). Η ακυρότητα, όμως, από τη μη τήρηση των διατάξεων αυτών είναι σχετική κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 του ιδίου Κώδικα ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, γι' αυτό και πρέπει, κατά το άρθρο 173 Κ.Ποιν.Δ. να προταθεί μέχρι την έκδοση οριστικής σε τελευταίο βαθμό αποφάσεως για την κατηγορία, άλλως καλύπτεται. Αν προβληθεί εγκαίρως από τον κατηγορούμενο που εμφανίσθηκε στη δίκη και προέβαλε αντιρρήσεις στην πρόοδό της (άρθρ. 174 παρ.1 Κ.Ποιν.Δ.) και η σχετική ένσταση απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, μπορεί να προβληθεί με λόγο εφέσεως και αν απορριφθεί και από το Εφετείο μπορεί να προβληθεί ως λόγος αναιρέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, η ήδη αναιρεσείουσα, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας στο ακροατήριο του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, προέβαλε την ένσταση ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος διότι: "Α.
την 04.02.2008 μου επιδόθηκε το με αριθμό ΕΓ8-06/251/3390 κλητήριο θέσπισμα, όμοιο αντίγραφο του οποίου εμπεριέχεται στην δικογραφία ... κατηγορούμαι για "μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 1.247.456,54 ευρώ", μαζί με τις προσαυξήσεις. Από την επισκόπηση του κλητηρίου θεσπίσματος προκύπτει ότι εμπεριέχει τον πίνακα χρεών που συνέταξε η αρμόδια (Ι') ΔΟΥ.
Β. Όμως στο ως άνω κλητήριο θέσπισμα υπάρχει ολοφάνερα κακή, προφανώς εσφαλμένη και όλως αντιφατική περιγραφή των πράξεων που μου αποδίδονται, γεγονός που προκύπτει και από την απλή ανάγνωση αυτού. Ειδικότερα: ι) Αναγράφεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου ότι οφείλω "το συνολικό ποσό των 1.247.456,54 ευρώ", ενώ η άθροιση των αναγραφομένων οφειλομένων ποσών του εμπεριεχομένου πίνακα χρεών ισούται με 900.760,99 ευρώ, ΙΙ) Αναγράφονται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου 28 συγκεκριμένοι χρόνοι τέλεσης των επιμέρους πράξεων, ενώ στον εμπεριεχόμενο πίνακα χρεών αναγράφονται ημεροχρονολογίες που δεν αντιστοιχούν και δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς που αναγράφονται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου.
Ειδικότερα ο φερόμενος ως χρόνος τέλεσης της 6ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 30.11.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 7ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 31.10.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 10ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 29.6.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 11ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 29.6.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 12ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 29.6.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 13ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 29.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 14ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 29.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 15ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 16ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 17ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 18ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, ...
πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 22ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 30.11.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 23ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 30.11.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 29.6.2005, 26ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005, 27ης πράξης που μνημονεύεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου είναι 1.8.2005 ενώ ο αντίστοιχος στον πίνακα χρεών είναι 30.11.2005,
ΙΙΙ) Αναγράφεται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου (προτελευταία σειρά) ότι "τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών (υπό στοιχεία 2 μέχρι 29) που συνέταξε η ΔΟΥ Ι' Θεσσαλονίκης" ενώ ο εμπεριεχόμενος πίνακας χρεών αναγράφει στοιχεία από 1 έως 28 και ειδικότερα χωρίς να ακολουθείται αλληλοδιάδοχη αρίθμηση αλλά αντιθέτως η αρίθμηση έχει επακριβώς ως εξής: 1, 2, 3, 8, 9, 10, 11, 20, 21, 22, 23, 8, 9, 10, 11, 20, 21, 22, 23, 8, 9, 10, 11, 20, 21, 22, 23, 8, 9, 10, 11, 20, 21, 22, 23, 29 (προς διευκόλυνση η 2η και 3η σελίδα του πίνακα χρεών επαναλαμβάνονται από τρείς (3) φορές η κάθε μία). Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι να κατηγορούμαι για ποσά που δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που αναγράφονται στη σελίδα 1η του κατηγορητηρίου, να κατηγορούμαι για χρόνους τέλεσης της κάθε επί μέρους πράξης που δεν αντιστοιχούν και δεν έχουν καμία σχέση με αυτούς που αναγράφονται στην 1η σελίδα του κατηγορητηρίου και να κατηγορούμαι κατ' επανάληψη για τις ίδιες επακριβώς πράξεις. Ως εκ τούτων δεν είναι σαφείς ορισμένες και εμπεριστατωμένες οι κατηγορίες που μου αποδίδονται, στερούμαι του θεμελιώδους δικαιώματός μου για σαφή ενημέρωση για τις πράξεις που κατηγορούμαι και στερούμαι του δικαιώματός μου να υπερασπισθώ αποτελεσματικά τον εαυτό μου.
Γ) Συνακόλουθα, θα πρέπει να ακυρωθεί το κλητήριο θέσπισμα λόγω της κακής, προδήλως εσφαλμένης και όλως αντιφατικής περιγραφής των πράξεων που μου αποδίδονται καθόσον δεν μπορούν να συναχθούν οι πράξεις που υποτίθεται ότι συγκροτούν από απόψεως αντικειμενικής υποστάσεως την υποτιθέμενη αυτουργική συμπεριφορά μου, το είδος και το ύψος των χρεών της κατηγορίας, το ύψος των προσαυξήσεων που έχει καταλογιστεί και σε τι ακριβώς συνίστανται αυτές, τις ημερομηνίες βεβαίωσης και λήξεως προθεσμίας καταβολής κάθε μερικότερου χρέους και κάθε μερικότερης δόσης, τον φερόμενο ως χρόνο τέλεσης των αποδιδομένων σε εμένα κατηγοριών και από απόψεως υποκειμενικής υποστάσεως την υποτιθέμενη πρόθεσή μου για την πραγμάτωση των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης και για τους λόγους αυτούς ζητώ να γίνει δεκτή η παρούσα κατά τα προαναφερόμενα". Την ίδια ένσταση είχε υποβάλει η ήδη αναιρεσείουσα, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της που την είχε εκπροσωπήσει και ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε πρώτο βαθμό και την είχε απορρίψει και περαιτέρω την περιέλαβε ως λόγο εφέσεως στην υπ' αριθμό 2997/25.9.2008 έφεση που άσκησε κατά της 14684/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που την είχε καταδικάσει για την πράξη της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση.
Κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του προβλεπομένου από τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του ν.1882/1990 εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 και στη συνέχεια με το άρθρο 34 παρ.1 του ν.3220/2004, που πρέπει να προσδιορίζονται στο κλητήριο θέσπισμα και την καταδικαστική απόφαση είναι 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος πληρωμής του (εφάπαξ ή σε δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος καταβολής του, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος (χρόνος) δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ο νόμος ως βεβαίωση χρεών εννοεί εκείνη που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου καθώς και του είδους και του ποσού της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η με πληρωμή τριών συνεχών δόσεων του χρέους ή ολοκλήρου του ποσού του, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των δύο μηνών (ήδη τεσσάρων μηνών) από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.
Από την επισκόπηση των σχετικών εγγράφων της δικογραφίας, στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα, με το οποίο κλητεύθηκε η ήδη αναιρεσείουσα, περιέχονται όλα τα απαιτούμενα από το άρθρο 321 Κ.Ποιν.Δικ. στοιχεία μεταξύ των οποίων και ο ακριβής καθορισμός της μη καταβολής χρεών προς το δημόσιο, κατ' εξακολούθηση ως της πράξεως για την οποία κατηγορείται και μνεία των άρθρων του ποινικού νόμου που την προβλέπει.
Ειδικότερα γίνεται μνεία της Αρχής που προέβη στην βεβαίωση του χρέους (ΔΟΥ Ι' Θεσσαλονίκης), το συνολικό ποσό οφειλομένων χρεών που δεν κατέβαλε στο Δημόσιο η κατηγορουμένη από 1.247.456,59 ευρώ (1.052.522,72 ευρώ κεφάλαιο + 194.944,82 ευρώ προσαυξήσεις) οι ημερομηνίες κατά τις οποίες αυτή καθυστέρησε την καταβολή των επιμέρους ποσών για διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και επί πλέον, με παραπομπή στον επισυναπτόμενο στην υπ' αριθμ.
πρωτ. 2507/15.2.2006 αίτηση ποινικής δίωξης πίνακα χρεών, διαλαμβάνει στοιχεία ως προς το ύψος κάθε επί μέρους χρέους και την ημερομηνία βεβαιώσεως καθώς και αυτήν λήξεως προθεσμία καταβολής κάθε επί μέρους χρέους για όσα από αυτά ήταν καταβλητέα εφάπαξ και κάθε δόσεως για όσα από αυτά ήταν καταβλητέα σε περισσότερες δόσεις.
Δεν ασκεί έννομη επιρροή στο κύρος του κλητηρίου θεσπίσματος η ανακριβής περιγραφή των επί μέρους ποσών που απαρτίζουν ορισμένα από τα οφειλόμενα στο Δημόσιο χρέη, ως επί μέρους πράξεων του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος που αποδίδεται στην κατηγορουμένη διότι τούτο αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί κατά την εκδίκαση της υποθέσεως.
Το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, στο οποίο ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο είχε μεταβιβασθεί με ειδικό λόγο της εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας κατηγορουμένης το απορριφθέν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του παράπονο της ίδιας, περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος που της είχε επιδοθεί, δεν έσφαλε, που έκρινε ομοίως και απέρριψε σωστά την προταθείσα εκ νέου στην κατ' έφεση δίκη, μετά την παραδοχή τυπικά της εφέσεως που είχε ως συνέπεια να ατονίσει η πρωτόδικη απόφαση και να εκδικασθεί εκ νέου η υπόθεση στην ουσία, ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος.
Επομένως ο πρώτος λόγος της ενδίκου αιτήσεως της αναιρεσείουσας, που προβάλλεται από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ, για σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και δεν καλύφθηκε, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Εξ άλλου η κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ.
ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως απαιτείται όχι μόνο για την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση, αλλά για όλες τις αποφάσεις του δικαστηρίου, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν αφορούν σε αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είναι αυτοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρα 170 παρ. 2 και 332 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.
από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό τους και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στον αποκλεισμό ή τη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκειμένη περίπτωση το εκδόσαν την προσβαλλόμενη δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τον άνω ισχυρισμό που προβλήθηκε από την συνήγορο υπεράσπισης που εκπροσώπησε την εκκαλούσα κατηγορουμένη περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος με την αιτιολογία ότι "...
η ένσταση σε αβάσιμη προϋπόθεση ερείδεται, καθόσον το κατηγορητήριο διαλαμβάνει όλα τα απαραίτητα στοιχεία του άρθρου 321 του ΚΠΔ, ήτοι ακριβή καθορισμό της πράξης για την οποία κατηγορείται η εκκαλούσα. Ειδικότερα η παραπομπή στον επισυναπτόμενο, στην από 15.2.2006 με αριθμό πρωτοκόλλου 2507 αίτηση ποινικής δίωξης, πίνακα χρεών, δεν καταλείπει ουδεμία αμφιβολία ως προς το ακριβές ύψος και το χρόνο που κατέστη ληξιπρόθεσμο κάθε επί μέρους χρέος αυτής.
Η ανακολουθία στην αρίθμηση του κατηγορητηρίου οφείλεται σε προφανή παραδρομή χωρίς να καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία στην κατηγορουμένη σχετικά με την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη.
Συνεπώς πρέπει ν' απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση". Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση σαφή και πλήρη αιτιολογία χωρίς αντιφάσεις ως προς το ότι τα στοιχεία που διαλαμβάνονταν στο κατηγορητήριο και εκείνα που προέκυπταν από τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο ως συνημμένο από 15.2.2006 αίτηση ποινικής διώξεως πίνακα χρεών πληρούσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο εκαλείτο να δικαστεί η κατηγορουμένη, με βάση τις αναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού ποινικού νόμου, ώστε αυτή να δύναται να λάβει σαφή και λεπτομερή γνώση της κατηγορίας που της αποδίδεται για να μπορεί να ετοιμάσει την υπεράσπισή της και δεν αποτελούσε εμπόδιο σ' αυτό η ανακολουθία στην αρίθμηση (εννοεί ως προς τις επι μέρους πράξεις) του κατηγορητηρίου που κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικάσαν Τριμελές Πρωτοδικείο απεδόθη σε προφανή παραδρομή.
Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως με την επίκληση ότι υπήρχαν αντιφατικές και ανακριβείς αναφορές στον πίνακα χρεών αναγιγνωσκόμενο με συσχετισμό με το κλητήριο θέσπισμα και ότι δεν αρκούσε η επίκλησή του για να οδηγηθεί σε παραδοχή ότι γνώριζε από αυτόν την κατηγορία η ίδια η αναιρεσείουσα.
Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν.1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ανάλογα με το αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή σε δόσεις έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.
Ειδικότερα προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνης της μη καταβολής του χρέους που η εξόφλησή του έχει ρυθμιστεί σε δόσεις οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσεως και εκείνης της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.
Μετά την αντικατάσταση του άρθρου 25 ν.1882/1990 με το άρθρο 23 του ν.2523/1997 ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών προς τρίτους (πλην ιδιωτών) που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλόμενου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής. Τέλος το ίδιο άρθρο αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν.3220/2004.
Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα Τελωνεία, αντιμετωπίζεται πλέον ενιαίως ως προς το χρόνο διάπραξής του, ο οποίος είναι ο χρόνος συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λ.π.), 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.
Κατά το μέρος που οι νέες αυτές διατάξεις δεν απαιτούν την καθυστέρηση εξοφλήσεως ορισμένων δόσεων, όταν το χρέος είναι καταβλητέο σε δόσεις, για δε τις καθυστερήσεις περισσοτέρων χρεών από οποιαδήποτε αιτία λαμβάνουν υπόψη, ως όριο για τη θεμελίωση του αξιοποίνου του χρέους και όχι το ύψος κάθε επιμέρους χρέους είναι δυσμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και για τις πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής τους, ως προς τις προϋποθέσεις ενάρξεως και θεμελιώσεως της ποινικής ευθύνης, πρέπει να εφαρμοσθούν ως ευμενέστερες γι' αυτούς οι προγενέστερες διατάξεις που ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεώς τους.
Αντίθετα, όταν το χρέος ή τα περισσότερα χρέη είναι καταβλητέα εφάπαξ και αφορούν πράξεις που τελέσθηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής του άρθρου 34 παρ. 1 του ν.3220/2004, υπερβαίνει δε το καθένα από αυτά το τασσόμενο με τη διάταξη του άρθρου 25 του ν.1882/1990, όπως αυτή αντικατεστάθη με το άρθρο 23 παρ. 1 του Ν.2523/1997 κατώτερο όριο ποινικής ευθύνης του οφειλέτη (1.000.000 δρχ.
προκειμένου περί επιρριπτομένων ή παρακρατουμένων φόρων και 2.000.000 δρχ. προκειμένου περί λοιπών φόρων και χρεών γενικά), ενώ, συγχρόνως υπερβαίνουν τα ίδια χρέη συνολικά το ποσό των 10.000 ευρώ, είναι οι διατάξεις του άρθρου 34 παρ. 1 του 3220/2004 ευμενέστερες για τους οφειλέτες του Δημοσίου και τυγχάνουν εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, καθόσον αυξάνεται με αυτές το όριο της ποινικής ευθύνης του οφειλέτη σε 10.000 ευρώ και ορίζεται ως χρόνος ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του η παρέλευση τετραμήνου και όχι διμήνου από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ενώ συγχρόνως αυξάνονται και τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη και διαφοροποιείται η ποινική μεταχείριση αναλόγως του ύψους του χρέους.
Εξάλλου η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από ακροαματική διαδικασία και στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του περί της συνδρομής των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικές σκέψεις και συλλογισμοί επί τη βάσει των οποίων το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ως προς τις αποδείξεις αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποίο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο.
Έλλειψη αιτιολογίας δεν υπάρχει και στην περίπτωση που η αιτιολογία της αποφάσεως εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά αναλυτικά και με πληρότητα, σε βαθμό τέτοιο, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 21107/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό, για μη καταβολή χρεών προς το δημόσιο κατ' εξακολούθηση. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, δέχθηκε το δικαστήριο ότι από τα μνημονευόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα (μαρτυρίες των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως που εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο) αποδείχθηκαν τα εξής: "Η εκκαλούσα κατηγορουμένη στη Θεσσαλονίκη ... 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005,30.11.2005, 29.6.2005, 29.6.2005, 29.6.2005, 29.8.2005, 29.8.2005, 1.8.2005, 1.8.2005, 1.8.2005, 1.8.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 30.11.2005, 1.8.2005, 1.8.2005 και 19.8.2005, με πρόθεση παραβίασε τις προθεσμίες καταβολής των χρεών της και δεν κατέβαλε στο δημόσιο το συνολικό ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων σαράντα επτά χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (1.247.456,54) συμπεριλαμβανομένων των νομίμων προσαυξήσεων (κεφάλαιο 1.052.511,72 ευρώ και προσαυξήσεις 194.944,82 ευρώ), τα οποία χρέη είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες και συγκεκριμένα στη Ι' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης.
Ειδικότερα η εκκαλούσα κατηγορουμένη κατά τις ανωτέρω ημεροχρονολογίες καθυστέρησε την καταβολή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από την ημέρα που αντίστοιχα το κάθε χρέος κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό όπως οι ημεροχρονολογίες αυτές και τα αντίστοιχα χρέη αναλύονται στον παρακάτω πίνακα χρεών που συνέταξε η Ι' ΔΟΥ Θεσσαλονίκης ως εξής:
ΣΥΝΟΛΟ: ΕΝΑ ΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΟ ΔΙΑΚΟΣΙΕΣ ΣΑΡΑΝΤΑ ΕΠΤΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΤΕΤΡΑΚΟΣΙΕΣ ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΞΙ ΕΥΡΩ ΚΑΙ ΤΡΙΑΝΤΑ ΕΞΙ ΛΕΠΤΑ. Προσέτι τα χρέη που αφορούν στις καταβολές των ημερομηνιών 30.12.2003, 30.12.2003 και είναι μικρότερες των 3.000 ευρώ εκάστη, έχουν παραγραφεί. Συνεπώς καταφάσκεται η ενοχή της κατηγορουμένης για τις μη παραγραφείσες".
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κήρυξε αθώα την κατηγορουμένη για τη μη καταβολή στο Δημόσιο χρέους της ποσού εκατόν πενήντα έξι ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών, πράξη φερόμενη ως τελεσθείσα στις 30.12.2002 και περαιτέρω κήρυξε ένοχη αυτήν, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, με τις αναφερόμενες στο σκεπτικό επί μέρους πράξεις, που προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18,26 παρ.1α, 27 παρ. 1, 51, 53, 79, 98 παρ. 1 του Π.Κ.
και από το άρθρο 25 παρ. 1 περ. γ' , 3, 7 του ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1, 2, 3 του ν.3220/2004, επέβαλε δε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως τριών ετών. Έτσι κρίνοντας το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αναφορικώς με την άνω αξιόποινη πράξη την κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει στο σκεπτικό της με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της άνω αξιοποίνου πράξεως για την οποίαν καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς και τις σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών στις άνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τις οποίες ορθώς εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου.
Η επανάληψη στο σκεπτικό του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας εφόσον το διατακτικό περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιοποίνου πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα και στο σκεπτικό της αποφάσεως αναφέρονται οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα γενόμενα από αυτό δεκτά περιστατικά, από τα οποία κατέληξε το δικαστήριο στην κρίση του για την ενοχή της κατηγορουμένης.
Ειδικότερα διαλαμβάνονται στο αιτιολογικό τα επί μέρους βεβαιούμενα σε βάρος της κατηγορουμένης χρέη όπως αναλύονται κατά το είδος και το ύψος καθενός στον πίνακα χρεών που περιλαμβάνεται τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως. Επιπλέον καθορίζεται ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης κάθε επιμέρους χρέους και η λήξη του χρόνου καταβολής τους και για αυτά που ήταν καταβλητέα εφάπαξ και ο χρόνος καταβολής κάθε δόσεως για τα χρέη που ήταν καταβλητέα σε δόσεις.
Ακόμη καθορίζεται ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξης που είναι αναγκαίος εφόσον στην προκειμένη περίπτωση κρίθηκε ένοχη η κατηγορουμένη για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση και η καθυστέρηση καταβολής πέραν των τεσσάρων μηνών αφορά τόσο βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα έως 31.12.2003 χρέη, καθένα από τα οποία υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ, αλλά και χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα σε χρονικό διάστημα μετά την έναρξη ισχύος από 1.1.2004 του άρθρου 34 παρ. 1 του ν.3220/2004.
Επομένως και ως προς το σκέλος της που αφορά σε αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για ελλείψεις της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε σχέση με την ενοχή της λόγω παραθέσεως στο σκεπτικό του διατακτικού αυτής είναι απορριπτέος ο ίδιος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως. Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7.4.2010 αίτησης της Ά.-Κ. Χ., το γένος Κ. Τ., για αναίρεση της 21107/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ