Supreme Court dismisses appeal on appealability and substantive law errors in a lease dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a lease dispute. The appellant argued for the application of co-ownership rules and claimed procedural errors, but the court found these arguments ungrounded. The court ruled that the appeal was inadmissible due to lack of specific grounds and that the substantive law arguments failed because the co-ownership provisions were not applicable to the lease relationship.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 560 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds are not specifically referenced in the appeal request, and substantive law arguments regarding co-ownership are ungrounded in lease disputes where the contract is valid between the parties regardless of the lessor's title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1829/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Αντωνίου Παπαδόπουλου και κατέθεσαν προτάσεις, 3) ..., η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1599/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1230/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/6/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 1/4/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης για αναίρεση της 1230/2008 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των παρστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις προσκομιζόμενες υπ' αριθμ. 3771 και 3774/30-1-2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των δύο πρώτων εκ των αναιρεσιβλήτων, προς την αναιρεσείουσα και προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων. Επομένως, εφόσον αυτές δεν εμφανίσθηκαν, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία τους, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 576 ΚΠολΔ.
Η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο του εκμισθωτή δεν αποτελεί προϋπόθεση, για το κύρος της μισθωτικής σύμβασης, είναι δε έγκυρη η μίσθωση, η καταρτιθείσα από τον εκμισθωτή για αλλότριο πράγμα και τούτο διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και η κυριότητα επί του μισθίου πράγματος δεν ασκεί επιρροή (ΑΠ 108/2003, 1327/2000). Εκ τούτου έπεται ότι τα δικαιώματα και οι υποχρώσεις από τη μισθωτική σχέση ανήκουν μόνο στα αντισυμβαλλόμενα μέρη (εκμισθωτή και μισθωτή), τα οποία και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Δηλαδή, ο εκμισθωτής, αν και δεν είναι κύριος του μισθίου, δικαιούται (και μόνον αυτός) να ασκήσει τις αγωγές απόδοσης του μισθίου ή καταβολής του μισθώματος, ενώ ο κύριος ή ο επικαρπωτής του μισθίου, εάν δεν είναι και εκμισθωτής, δικαιούται μόνο στην άσκηση της αγωγής από την κυριότητα ή από τη νομή (ΑΠ 108/2003).
Συνεπώς, η σύμβαση μίσθωσης, η καταρτισθείσα ατομικά από έναν εκ των συγκυρίων (κοινωνών), για το σύνολο του εκμισθωτέντος πράγματος, δεν στερείται κύρους, εκ του ότι αυτός είναι κύριος επ' αυτού, μόνο κατά ορισμένο ποσοστό.
Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάσαν ως Εφετείο, δέχθηκε ότι η μισθωτική σύμβαση, η οποία αποτελούσε τη βάση της εγερθείσας αγωγής απόδοσης του μισθίου ακινήτου (κατοικίας), λόγω λήξης αυτής, καταρτίσθηκε ατομικά και μόνον από τον πρώτο των εναγόντων-νυν πρώτο των αναιρεσιβλήτων ..., ο οποίος ήταν κύριος (συγκύριος) του ως άνω εκμισθωθέντος ακινήτου, κατά το πλειοψηφούν ποσοστό 3/5 και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ότι μόνον αυτός νομιμοποιείτο ενεργητικά για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής, την οποία έκανε δεκτή και ως κατ' ουσία βάσιμη, ως προς αυτόν, επικυρώνοντας έτσι και την όμοια κρίση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, σύμφωνα με το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν δικαστήριο, δεν δέχθηκε κοινωνία στη μισθωτική σχέση, αλλά μόνο στην κυριότητα του εκμισθωθέντος πράγματος και κατά συνέπεια, δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των περί κοινωνίας διατάξεων στις σχέσεις μεταξύ εκμισθωτού και μισθώτριας, τις οποίες ορθώς το δικάσαν δικαστήριο δεν εφήρμοσε, εφαρμόζοντας μόνον, ορθώς, τις διατάξεις της σύμβασης μίσθωσης πράγματος (574 επ, 608, 609 ΑΚ).
Συνεπώς, τόσο ο πρώτος, όσο και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος αυτών, με το οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθ, 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αφενός μεν, τη μη εφαρμογή των περί κοινωνίας διατάξεων, οι οποίες, κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, ήταν εφαρμοστέες, στη μισθωτική σχέση, αφετέρου δε την εσφαλμένη εφαρμογή των ως άνω περί της σύμβασης μίσθωσης πράγματος διατάξεων, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, όπως ήδη προαναφέρθηκε, οι μεν πρώτες (περί κοινωνίας) δεν ήταν εφαρμοστέες, στην προκειμένη περίπτωση, οι δε δεύτερες, ορθώς εφαρμόσθηκαν.
'Οσον αφορά το μέρος του πρώτου λόγου, με το οποίο αποδίδεται στο δικάσαν ως Εφετείο δικαστήριο, η πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης του κανόνα ουσιαστικού δικαίου του αρθ. 281 ΑΚ, αυτός είναι απορριπτέος ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο εάν η νυν αναιρεσείουσα εναγομένη είχε επικαλεσθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου) την ως άνω περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ένσταση και εάν παραδεκτώς την επανέφερε ενώπιον του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ούτε προσδιορίζει ποίο ήταν το περιεχόμενο της ένστασης αυτής και ποίες οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το ζήτημα αυτό.
Κατά το αρθ. 560 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται μόνο στις περιοριστικώς αναφερόμενες στην διάταξη αυτή περιπτώσεις (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη νόμιμη συγκρότηση του δικαστηρίου, υπέρβαση δικαιοδοσίας ή καθ' ύλή αρμοδιότητας και παράνομος αποκλεισμός της δημοσιότητας της διαδικασίας).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, τόσο ο πρώτος, όσο και ο δέυτερος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος τους με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, αναφερόμενες σε δικονομικές ακυρότητες και απαράδεκτο είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι.
Τέλος, ως προς τον δεύτερο και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι με την προσβαλλομένη απόφαση, η έφεση της εκκαλούσης μισθώτριας, κατά το μέρος της που εστρέφετο κατ' αυτών, απερρίφθη ως απαράδεκτη (καθόσον ο μεν δεύτερος ήταν ηττηθείς διάδικος, δεδομένου ότι η κατ' αυτού αγωγή είχε απορριφθεί, με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ενώ η τρίτη εναγομένη είχε παραιτηθεί του δικογράφου της αγωγής, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου), κατά της απορριπτικής δε αυτής της έφεσής της κρίσης, δεν περιέχεται στο αναιρετήριο λόγος αναίρεσης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων οι οποίοι κατέθεσαν και προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2008 αίτηση της ..., για αναίρεση της 1230/2008 απόφασης του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ