Supreme Court dismisses appeal against death of defendant, allowing heirs to defend merits of case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against a deceased defendant, permitting the sole heir to participate in the proceedings. The court found the lower court had properly considered all evidence and rejected the appellant's arguments regarding the European Court of Human Rights decision and the validity of the claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286 et seq., 558, 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: An appeal against a deceased defendant is invalid unless the appellant knew of the death before filing, in which case the appeal is valid against the heirs who defend the merits of the case.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1829 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1829/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, όλων ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος Χ, συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αλέξανδρος Στρίμπερης.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, κατοίκου Αθηνών, μοναδικού εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικής αναιρεσιβλήτου Ψ, που απεβίωσε στις 22.08.2006 και 2) Ψ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Παναγιώτης Κανελλάκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.12.1997 αγωγή του αρχικού ενάγοντος Χ που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5620/1999 του ίδιου δικαστηρίου και 1401/2000 και 354/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12.10.2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 12.10.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ, προκύπτει ότι η απευθυνόμενη κατά αποβιώσαντος αίτηση αναιρέσεως, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση, όμως ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση, προτού ασκήσει την αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατό του ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ Ολομ. 27/1987).
Στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη από 12-10-2006 και με αριθμό καταθέσεως 370/12-10-2006 αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά των : 1) Ψ και 2) Ψ2. Κατά την παρούσα, εξ αναβολής εκ της δικασίμου της 13-11-2007, συζήτηση παρέστησαν όλοι οι διάδικοι, πλην της ως άνω πρώτης των αναιρεσιβλήτων, στη θέση της οποίας, κατόπιν μάλιστα κλητεύσεως των αναιρεσειουσών (βλ.
την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών .....), εμφανίσθηκε, ως μοναδικός εξ αδιαθέτου κληρονόμος της, ο Ψ1. Ο τελευταίος αυτός προσκόμισε την υπ' αριθμ. ..... ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου Αθηνών, από την οποία προκύπτει ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων μητέρα του Ψ απεβίωσε την 22-8-2006, δηλαδή πριν από την άσκηση της υπό κρίση αναιρέσεως (12-10-2006), και με τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, προβάλλοντας και υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς, υποστηρίζει ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος που απευθύνεται κατά της ανωτέρω αποβιώσασας πρώτης των αρχικώς αναιρεσιβλήτων μητέρας του, ως ασκηθείσας κατά ανυπάρκτου προσώπου.
Ενόψει όμως του ότι δεν ισχυρίζεται ταυτοχρόνως ότι γνωστοποίησε τον πιο πάνω επισυμβάντα θάνατο στις αναιρεσείουσες ή ότι οι τελευταίες έλαβαν γνώση αυτού καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά το χρονικό διάστημα πριν από την άσκηση της αναιρέσεως, δεν προκύπτει δε τέτοια γνώση και από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας, η αναίρεση αποβαίνει έγκυρη και ισχυρή καθόσον στρέφεται και κατά της πρώτης των αρχικών αναιρεσιβλήτων Ψ, νομίμως δε χωρεί η συζήτησή της με τον ήδη δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ψ1 που συνεχίζει τη δίκη στη θέση της, ως μοναδικός κληρονόμος της, ιδιότητα την οποία συνομολογούν οι αναιρεσείοντες.
Το άρθρο 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) ορίζει ότι "ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε, και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστικήν ή εξώδικον". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τους περί των καθηκόντων των δικηγόρων ορισμούς, οι οποίοι διέπουν την άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και αναφέρονται στο άρθρο 46 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι ο δικηγόρος, ενόψει και της φύσεως της σχέσεως αυτού μετά του εντολέως του, που είναι κατ' εξοχή σχέση εμπιστοσύνης, δεν δικαιούται αμοιβής για ενέργειες οι οποίες:
α) δεν περιλαμβάνονται στην δοθείσα σ' αυτόν εντολή και πολύ περισσότερο για αυτές που ρητώς εξαιρέθηκαν από τον εντολέα ή β) υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες έγιναν και από το σκοπό για τον οποίο τελέσθηκαν, κρίνεται ότι δεν ήταν αναγκαίες ή ενδεδειγμένες στη συγκεκριμένη περίπτωση για την υποστήριξη του συμφέροντος του εντολέως του, εκτός αν αυτές έγιναν κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνου.
Εξάλλου, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Οι εναγόμενες από κληρονομιά του συζύγου της πρώτης και πατέρα των άλλων δύο Α, την οποία [κληρονομιά] αποδέχθηκαν και μετέγραψαν νόμιμα τη σχετική δήλωση, είχαν στην κυριότητα τους έξι [6] ακίνητα που βρίσκονται στην περιοχή ".....", η οποία περιοχή ανήκε παλιότερα στην κοινότητα .....
και ήδη στο Δήμο ..... . Τα εν λόγω ακίνητα εξουσίαζαν στα χρόνια της Τουρκοκρατίας με "τάπια" οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, αλλά και με τη συνεχή καλλιέργεια τους επί δεκαετία. Στη συνέχεια τα κατέλαβε, μαζί με μεγαλύτερη έκταση, κατά το έτος 1914 ο Ελληνικός Στρατός με επίταξη. Από τη μείζονα αυτή έκταση, η οποία ήταν γνωστή ως ".....", απαλλοτριώθηκαν αργότερα υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου 250 στρέμματα.
Το Ελληνικό Δημόσιο με το από 15.9.1982 πρωτόκολλο επίταξε έκταση εμβαδού 12204 τ.μ., η οποία, όπως προκύπτει από το πρωτόκολλο, ανήκει στις εναγόμενες και η οποία όμως έκταση στην πραγματικότητα ανέρχεται σε 9809,70 τ.μ. και αποτελεί το σύνολο των ποσοστών συγκυριότητάς τους στα εν λόγω ακίνητα. Η αποζημίωση που καθορίστηκε για την ανωτέρω απαλλοτρίωση δεν καταβλήθηκε ποτέ από το υπόχρεο Ελληνικό Δημόσιο.
Για το λόγο αυτό οι συγκύριοι των απαλλοτριωθέντων ακινήτων προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας και ζήτησαν με αίτησή τους να αρθεί η απαλλοτρίωση. Το παραπάνω δικαστήριο έκανε δεκτή την αίτηση και η απαλλοτρίωση αυτή άρθηκε με την με αριθμό 964/1953 απόφαση της Ολομέλειάς του. Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων [Α] είχε ασκήσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 22.5.1959 αγωγή με την οποία ζητούσε να του καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση χρήσης των πιο πάνω επιταγμένων επιδίκων ακινήτων.
Στη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και ενώ είχε ήδη εκδοθεί προδικαστική απόφαση απεβίωσε ο Α. Την ανοιγείσα δίκη την συνέχισαν οι εναγόμενες ως κληρονόμοι του. Έτσι εκδόθηκε η με αριθμό 14609/1968 οριστική απόφαση η οποία έκανε κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή και επιδίκασε στις ήδη εναγόμενες το ποσό των 144.000 δρχ.
Η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και αμετάκλητη. Ακολούθως, οι εναγόμενες, με την από 22.12.1973 αγωγή τους, την οποία άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησαν να τις καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας, για την ίδια παραπάνω αιτία, το ποσό των 6.624.000 δρχ., το οποίο ποσό αφορούσε αποζημίωση χρήσης για μεταγενέστερη χρονική περίοδο που κάλυπτε η πιο πάνω απόφαση.
Επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 8850/1975 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επιδίκασε στις ήδη εναγόμενες το συνολικό ποσό του 1.034.000 δρχ. Μετά την άσκηση αντιθέτων εφέσεων εκδόθηκε η με αριθμό 2384/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Συγκεκριμένα, με την απόφαση αυτή εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση και επιδικάστηκε στη μεν πρώτη ήδη εναγομένη το ποσό των 185.000 δρχ.
και σε κάθε μια από τις υπόλοιπες εναγόμενες το ποσό των 277.500 δρχ., η δε πιο πάνω απόφαση έγινε αμετάκλητη. Η ανωτέρω απόφαση [2384/1976] δέχθηκε ότι, από την 14609/1968 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υπήρχε δεδικασμένο ως προς το προδικαστικό ζήτημα της κυριότητας των ήδη εναγομένων, του αμέσου δικαιοπαρόχου τους και των δικαιοπαρόχου αυτού στα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα.
Από τις προαναφερόμενες αποφάσεις απορρέει δεδικασμένο σχετικά με τη συγκυριότητα των ήδη εναγομένων στα πιο πάνω ακίνητα. Εξάλλου, το ίδιο δέχθηκε και η αριθμό 20294/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία αναγνώρισε τις ήδη εναγόμενες συγκύριες εξ αδιαιρέτου στα έξι [6] προαναφερθέντα ακίνητα τους.
Η παραπάνω επιταχθείσα μείζων έκταση κηρύχθηκε στη συνέχεια ως χώρος πρασίνου με βάση το από 15.1.1983 διάταγμα που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 58 Τ. Δ της 13.3.1983. Αργότερα ήρθη η επίταξη και συντάχθηκε το από 31.7.1991 πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής αυτών από τους ιδιοκτήτες τους. Οι ήδη εναγόμενες, κατόπιν των παραπάνω συμβάντων, υπέβαλαν προς την Διοικητική Επιτροπή Στρατιωτικών Επιτάξεων Πρωτεύουσας του Κράτους [ΔΕΣΕΠΚ] σχετική αίτηση και ζητούσαν τον καθορισμό της καταβλητέας αποζημίωσης χρήσης των παραπάνω επιταγμένων ακινήτων τους για την διετία 1988-1989.
Δικάσιμος της αίτησης αυτής ορίστηκε η 28.12.1988. Πριν από την εκδίκαση της παραπάνω αίτησης, τον Ιούνιο του 1988, οι δεύτερη και τρίτη εναγόμενες [Ψ και Ψ2], ενεργώντας από κοινού και ως εντολοδόχοι και πληρεξούσιοι και της πρώτης εναγομένης μητέρας τους [Β], ενδιαφερόμενες για την καλύτερη αξιοποίηση των ακινήτων τους επισκέφθηκαν τον ενάγοντα δικηγόρο για να συζητήσουν μαζί του την ανάθεση υποθέσεων για τα επιταγμένα τους ακίνητα.
Ειδικότερα, οι εναγόμενες ενδιαφέρονταν για την επίτευξη καταβολής μεγαλύτερης αποζημίωσης από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για τα επιταγμένα ακίνητα, για την άρση της επίταξης ώστε να μπορέσουν να προβούν σε ανοικοδόμηση η εκποίηση τους, για τον αποχαρακτηρισμό των ακινήτων τους ως χώρων πρασίνου, καθώς και για την έκδοση τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης για το τμήμα που ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της οδού ..... .
Έτσι, αφού ζήτησαν τις νομικές συμβουλές του ενάγοντος για τα παραπάνω ζητήματα, οι διάδικοι κατέληξαν τελικά σε μία κατ' αρχήν συμφωνία να προβαίνει ο ενάγων στις σχετικές δικαστικές και εξώδικες ενέργειες τις οποίες κάθε φορά θα του ανέθεταν οι εναγόμενες, χωρίς όμως να συμφωνηθεί μεταξύ τους ο τρόπος και το ύψος της αμοιβής του.
Έτσι, σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων, κατ' αρχήν οι εναγόμενες ενημέρωσαν τον ενάγοντα σχετικά με την αίτηση που είχαν υποβάλει προς τη ΔΕΣΕΠΚ, χωρίς όμως να του αναθέσουν κάποια ειδική εντολή, δεδομένου ότι την παραπάνω υπόθεση την είχαν ήδη αναθέσει στον δικηγόρο Αθηνών Γ, του παρέδωσαν δε φάκελο σχετικό με τα παραπάνω ακίνητα.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι έγινε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από μέρους του ενάγοντος δικηγόρου σχετικά με το δικαίωμα κυριότητας των εναγομένων στα παραπάνω ακίνητα τους, ούτε επίσης αποδείχθηκε ότι δόθηκε τέτοια εντολή στον ενάγοντα. Κι αυτό γιατί από τις προαναφερθείσες αποφάσεις (14609/1968 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 8850/1975 του Πολυμελούς επίσης Πρωτοδικείου Αθηνών) απέρρεε δεδικασμένο περί:
α] της κυριότητας των φερομένων ιδιοκτητών, β] της ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, γ] της ανυπαρξίας δικαιωμάτων της ΔΑΠ, δ] της ενασκήσεως νομής εντός των επιταγμένων εκτάσεων υπό τον ΤΕΑ στο όνομα των ιδιοκτητών αυτών. Τον Οκτώβριο του 1988 οι συνιδιοκτήτες των πιο πάνω επιταγμένων ακινήτων Δ και Ε ανέθεσαν στον ενάγοντα την υποστήριξη στην ΔΕΣΕΠΚ της αίτησης που είχαν υποβάλει και αφορούσε τον καθορισμό του ύψους της καταβλητέας από το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωσης χρήσης για την διετία 1988-1989.
Οι αιτήσεις αυτές προσδιορίσθηκαν να συζητηθούν στις 28.12.1988. Ο ενάγων παραστάθηκε στην παραπάνω Επιτροπή στην πιο πάνω ημεροχρονολογία ως πληρεξούσιος του Δ και της Ε, ενώ οι εναγόμενες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Κατά τη συζήτηση αυτών των αιτήσεων παρενέβησαν με αίτηση τους 69 συνολικά κληρονόμοι των ..., ...
και ... [τέκνων ΣΤ], οι οποίοι ανέφεραν ότι είναι συγκύριοι κατά 3/6 εξ αδιαιρέτου των με αριθμούς 33 και 75 από τα επιταχθέντα ακινήτων, συνολικής έκτασης 14314 τμ, ζητούσαν δε να κατατεθεί η αποζημίωση που τους αναλογούσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 4442/1929. Η παραπάνω Επιτροπή με την με αριθμό 4/1989 απόφασή της, έκανε κατά ένα μέρος δεκτές τις συνεκδικασθείσες αιτήσεις και όρισε την αιτουμένη αποζημίωση των επιταχθέντων ακινήτων στο ποσό των 6.000.000 δρχ.
για το έτος 1988 και στο ποσό των 6.600.000 δρχ. για το έτος 1989, από τα οποία ποσά 1.458.457 δρχ. για το έτος 1988 και 1.604.302 δρχ. για το έτος 1989 διέταξε να κατατεθούν στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Μετά από αυτή την εξέλιξη, ο ενάγων πρότεινε στις εναγόμενες να συμβιβαστούν με τους κληρονόμους του ΣΤ. Οι εναγόμενες δέχθηκαν την πρότασή του και έδωσαν την εντολή και πληρεξουσιότητα στον ενάγοντα να επιτύχει ένα ευνοϊκό γι' αυτούς συμβιβασμό.
Εν τω μεταξύ, το Γενικό Επιτελείο Στράτου αποφάσισε την άρση της επίταξης των προαναφερθέντων ακινήτων. Και ενώ αναμένονταν η άρση της επίταξης των επιδίκων ακινήτων, οι κληρονόμοι ΣΤ ζήτησαν από τον Διευθυντή του εδρεύοντος στην Αθήνα Ταμείου Εθνικής Αμύνης, να συνυπογράψουν τα πρωτόκολλα άρσης της επίταξης που θα συντάσσονταν.
Τον Μάρτιο του 1991 ο ενάγων, ύστερα από εντολή των εναγομένων, επισκέφθηκε τον Διευθυντή του Ταμείου Εθνικής Αμύνης και του εξέφρασε την γνώμη ότι το αίτημα των κληρονόμων ΣΤ δεν πρέπει να γίνει δεκτό, προς άρση δε κάθε αμφιβολίας του ζήτησε να υποβάλει σχετικό ερώτημα προς το Νομικό Συμβούλιο του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης, προκειμένου αυτό να γνωμοδοτήσει για το παραπάνω θέμα.
Ο Διευθυντής του Ταμείου Εθνικής Αμύνης τον παρέπεμψε προς το Νομικό Σύμβουλο του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης με τον οποίο ο ενάγων συναντήθηκε και τον ενημέρωσε σχετικά. Τελικά ο τελευταίος [νομικός σύμβουλος ΥΕΘΑ] εξέδωσε την με αριθμό ..... γνωμοδότηση, με την οποία γνωμοδότησε ότι το Υπουργείο Εθνικής Αμύνης πρέπει να παραδώσει τα ακίνητα σε εκείνους από τους οποίους τα παρέλαβε ή τους νόμιμους δικαιοδόχους τους.
Έτσι ο ενάγων στις 31.7.1991, με βάση ειδικό πληρεξούσιο, παρέλαβε για λογαριασμό των εναγομένων τα παραπάνω αναφερόμενα ακίνητα των οποίων άρθηκε η επίταξη, υπογράφοντας το σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής. Κατά της με αριθμό 4/1989 απόφασης της ως άνω Επιτροπής (ΔΕΣΕΠΚ) ασκήθηκαν η από 13.11.1989 προσφυγή για λογαριασμό των εναγομένων, από τον δικηγόρο Αθηνών Γ, η αντίθετη από 8.11.1989 προσφυγή από το Ελληνικό Δημόσιο καθώς επίσης και παρέμβαση των κληρονόμων ΣΤ.
Οι προσφυγές αυτές συνεκδικάσθηκαν και στις 31.10.1990 εκδόθηκε η με αριθμό 13641/1990 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πιο πάνω απόφαση απορρίφθηκε η προσφυγή του Δημοσίου και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η προσφυγή των ήδη εναγομένων. Ακολούθως στις 13.2.1992 επιδόθηκε στις και τώρα εναγόμενες η από 25.1.1992 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε ασκηθεί από επτά [7] κληρονόμους του ΣΤ.
Η αγωγή αυτή εστρέφετο κατά των εναγομένων και των Δ και Ε. Με την αγωγή αυτή οι ενάγοντες ζητούσαν να αναγνωριστούν τα δικαιώματα συγκυριότητας και συννομής τους επί των ιδανικών μεριδίων των οικοπεδοτεμαχίων που αναφέρονται σ' αυτήν εμβαδού 7.142 τ.μ, και να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες δεν είχαν αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα στα ακίνητα αυτά.
Μόλις οι εναγόμενοι πήραν την αγωγή αυτή, έδωσαν την εντολή στον ενάγοντα και κατέθεσε αυτός στο ίδιο δικαστήριο στις 15.4.1992 την κατά του Ελληνικού Δημοσίου από 14.4.1992 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση προς παρέμβαση στη δίκη που είχε ανοιγεί. Δικάσιμος της αγωγής ορίστηκε η 17.4.1992, την προηγούμενη της οποίας ο ενάγων κατέθεσε προτάσεις, αλλά η συζήτηση αναβλήθηκε για τις 29.10.1992 ώστε να συνεκδικαστεί με την ανακοίνωση δίκης.
Κατά το διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής και ειδικότερα περί τα μέσα Μαΐου 1992 επισκέφθηκε τον ενάγοντα στο γραφείο του η Ζ, πληρεξούσια δικηγόρος των κληρονόμων ΣΤ και συζήτησε με τον ενάγοντα την συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Οι συζητήσεις που έγιναν είχαν αίσιο τέλος και έτσι συντάχθηκε σχέδιο πρακτικού συμβιβασμού το οποίο, αφού εγκρίθηκε από όλα τα μέρη, αποτέλεσε το οριστικό σχέδιο με βάση το οποίο καταρτίστηκε στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης .....
το με αριθμό ..... πρακτικό συμβιβασμού, παραίτησης από το δικαίωμα και το δικόγραφο της αγωγής που είχε ασκηθεί από τους κληρονόμους ΣΤ. Με το πιο πάνω πρακτικό συμβιβασμού οι κληρονόμοι ΣΤ παραιτήθηκαν από την διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού από αυτά που είχαν εισπραχθεί από τους κληρονόμους των Α και του Δ και αφορούσε αποζημιώσεις χρήσεως για την πριν από το 1988 χρονική περίοδο, οι δε αντισυμβαλλόμενοι τους δέχθηκαν την παραίτηση αυτή.
Με το ίδιο πρακτικό έγινε δεκτό ότι οι κληρονόμοι ΣΤ είναι αποκλειστικοί συννομείς και συγκύριοι των τμημάτων οικοπεδοτεμαχίων που αναφέρονται σ' αυτό και ότι οι κληρονόμοι Δ και Α ποτέ δεν διεκδίκησαν την κυριότητα των παραπάνω ακινήτων ή τα αναλογούντα σε αυτά ενοίκια. Επίσης με το ίδιο πρακτικό συμφωνήθηκε με ειδικό όρο να επιδιωχθεί η έκδοση τίτλου μεταφοράς συντελεστή δόμησης για τμήμα 4297,50 τμ της μείζονος οικοπεδικής έκτασης που ανήκε κατά συγκυριότητα στους κληρονόμους Δ, Α και ΣΤ.
Το παραπάνω τμήμα οικοπέδου, ευρισκόμενο από τότε έξω από την επιταγμένη έκταση, είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέο εξαιτίας ρυμοτομίας για διάνοιξη της οδού ..... με βάση την ..... πράξη του πολεοδομικού γραφείου Θεσσαλονίκης και ανήκε στις ήδη εναγόμενες κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, δηλαδή για εμβαδά 716,25 τμ.
Ακολούθως ο ενάγων παραστάθηκε ως πληρεξούσιος των ήδη εναγομένων ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τη δικάσιμο της 29.10.1992, οπότε οι κληρονόμοι ΣΤ παραιτήθηκαν από την αγωγή που είχαν ασκήσει. Στη συνεχεία, ο ενάγων κατέθεσε στο όνομα των εναγομένων την με αριθμό κατάθεσης ..... αναγνωριστική αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η συγκυριότητα των ήδη εναγομένων στα ανωτέρω περιγραφόμενα έξι (6) ακίνητα και να αναγνωριστεί η ανυπαρξία κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου σ' αυτά.
Η παραπάνω αγωγή απορρίφθηκε με την με αριθμό 21123/20.7.1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως αόριστη. Ακολούθως ο ενάγων κατέθεσε ενώπιον του ίδιου παραπάνω δικαστηρίου στο όνομα των ήδη εναγομένων την με αριθμό κατάθεσης ..... νέα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό 20294/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη.
Η παραπάνω απόφαση δέχθηκε ότι ο σύζυγος και πατέρας των τότε εναγουσών και ήδη εναγομένων Α είχε ασκήσει ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 22.5.1959 αγωγή με την οποία ζητούσε να του καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο αποζημίωση χρήσης των παραπάνω ακινήτων. Ότι, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας και ενώ είχε ήδη εκδοθεί προδικαστική απόφαση, πέθανε ο Α και τη δίκη συνέχισαν οι τότε ενάγουσες και ήδη εναγόμενες ως κληρονόμοι του, εκδόθηκε δε η με αριθμό 14609/1968 οριστική απόφαση η οποία έκανε δεκτή την αγωγή κατά ένα μέρος και επιδίκασε στις τώρα εναγόμενες το ποσό των 144.000 δρχ.
Ότι η παραπάνω απόφαση έγινε τελεσίδικη και αμετάκλητη, αφού τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης που ασκήθηκαν εκ μέρους του τότε εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου απορρίφθηκαν με τις με αριθμούς 1147/1969 και 555/1973 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών και του Αρείου Πάγου, αντίστοιχα. Ότι στη συνέχεια οι ήδη εναγόμενες, με την από 22.12.1993 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, είχαν ζητήσει να καταβάλει σ' αυτές το Ελληνικό Δημόσιο κατά το λόγο της κληρονομικής τους μερίδας για την ίδια παραπάνω αιτία το ποσό των 6.624.000 δρχ., που αφορούσε μεταγενέστερη χρονική περίοδο από εκείνη που κάλυπτε η πιο πάνω απόφαση.
Ότι επί της παραπάνω αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 8850/1975 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, με την οποία επιδικάστηκε στις ήδη εναγόμενες το συνολικό ποσό του 1.034.000 δρχ. Ύστερα δε από την άσκηση αντίθετων εφέσεων εκδόθηκε η με αριθμό 2384/1976 απόφαση του Εφετείου Αθηνών η οποία εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε στην πρώτη ήδη εναγομένη το ποσό των 185.000 δρχ.
και σε κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο το ποσό των 277.500 δρχ., η παραπάνω δε απόφαση [2384/1976], έγινε αμετάκλητη, αφού με την με αριθμό 26/1978 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η αναίρεση που είχε ασκήσει κατ' αυτής το Ελληνικό Δημόσιο. Ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφετείου Αθηνών [2384/1976] δέχθηκε πως από την με αριθμό 14609/1968 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών υπήρχε δεδικασμένο ως προς το προδικαστικό γι' αυτή ζήτημα της κυριότητας των ήδη εναγομένων, του αμέσου δικαιοπαρόχου τους και των δικαιοπαρόχων αυτού στα ακίνητα που περιγράφονται στην από 22.5.1959 αγωγή τους.
Περαιτέρω, η απόφαση δέχθηκε ότι από τις παραπάνω αποφάσεις είχαν γίνει δεκτά: 1] Ότι οι δικαιοπάροχοι του Α και των ήδη εναγομένων εξουσίαζαν τα πιο πάνω ακίνητα με την καλλιέργεια τους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας χωρίς καμμία αμφισβήτηση μέχρι τα έτη 1913-1914 που το Ελληνικό Δημόσιο κατέλαβε με επίταξη [μαζί με μεγαλύτερη έκταση στην οποία αυτά ενέπιπταν] για τις ανάγκες του Στρατού, 2] ότι τα όρια και το εμβαδόν των ανωτέρω ακινήτων συνέπιπταν με εκείνα των σχετικών ταπίων που είχαν εκδοθεί επ' ονόματι των δικαιοπαρόχων του Α, γεγονός άλλωστε που ουδέποτε αμφισβήτησε το εναγόμενο στις σχετικές δίκες. 3] Ότι αυτοί μετέτρεψαν μετά την απελευθέρωση το παραπάνω δικαίωμα τους σε δικαίωμα πλήρους κυριότητας και ότι με τα παραπάνω αναφερόμενα συμβόλαια του έτους 1929 είχαν εκχωρήσει σ' αυτόν την απαίτηση τους για αποζημίωση από την αυθαίρετη χρήση κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου για τα τρία πρώτα και 1/6 για τα υπόλοιπα, ενόψει δε του γεγονότος ότι τα εν λόγω ακίνητα είχαν κηρυχθεί απαλλοτριωτέα το έτος 1928 είχαν εκχωρήσει σ' αυτόν και το δικαίωμα για αποζημίωση της αξίας τους. 4] ότι κατά το χρονικό διάστημα από της καταλήψεως των παραπάνω ακινήτων μέχρι το 1959 το Ελληνικό Δημόσιο κατείχε τα παραπάνω ακίνητα όχι με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, αλλά κατόπιν αναμφισβήτητης επιτάξεως και ότι τέλος από τις παραπάνω αποφάσεις απορρέει δεδικασμένο σχετικά με τη συγκυριότητα των ήδη εναγομένων στα παραπάνω ακίνητα.
Δηλαδή, με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν, η με αριθμό 20294/1996 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης δέχθηκε ότι αποδείχθηκε πλήρως η συγκυριότητα των τότε εναγουσών και ήδη εναγομένων στα επίδικα ακίνητα κατά παράγωγο τρόπο, αλλά και αυτή του δικαιοπαρόχου τους και των δικαιοπαρόχων αυτού, και ότι περί τούτου υπάρχει δεδικασμένο που απορρέει από τις παραπάνω αποφάσεις, και αναγνώρισε τις τότε ενάγουσες και τώρα εναγόμενες συγκύριες των επιδίκων έξι (6) ακινήτων.
Επίσης, με την ίδια απόφαση, αναγνωρίστηκε η ανυπαρξία δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου πάνω στα παραπάνω ακίνητα, ενώ απορρίφθηκαν για τον λόγο ότι καλύπτονταν από το δεδικασμένο των προαναφερθέντων αποφάσεων οι ισχυρισμοί του εναγομένου: α] ότι λείπει το έννομο συμφέρον για την άσκηση της αγωγής από τις τότε ενάγουσες, β] ότι αυτά ανήκαν στην κατηγορία των ανταλλαξίμων και συνεπώς το εναγόμενο απέκτησε την κυριότητα πάνω σ' αυτά ως διάδοχος του Τουρκικού Κράτους, διαφορετικά ότι την απέκτησε με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμήθηκε αυτά με τα αρμόδια όργανά του με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από το 1912 και γ] ότι οι δικαιοπάροχοι του δικαιοπαρόχου των εναγουσών δεν καλλιέργησαν την επίδικη έκταση για μια τριετία από το έτος 1912 και μετά, αλλά και μια δεκαετία πριν από την απελευθέρωση με συνέπεια να εκπέσουν του σχετικού δικαιώματος εξουσίασης, έτσι ώστε η περαιτέρω μεταβίβαση αυτής να μην προσπορίζει στους δικαιούχους τους κανένα απολύτως δικαίωμα.
Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει με σαφήνεια ότι η άσκηση της με αριθμό κατάθεσης ..... αγωγής δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των συμφερόντων των ήδη εναγομένων. Κι αυτό γιατί για την αναγνώριση του δικαιώματος της κυριότητας των ήδη εναγομένων υπήρχε ήδη δεδικασμένο που απέρρεε από τις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν και στο οποίο ακριβώς στηρίχθηκε η επί της πιο πάνω αγωγής εκδοθείσα με αριθμό 20294/1996 απόφαση για να αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτό των ήδη εναγομένων.
Εξάλλου, και το εμβαδόν των ακινήτων επί των οποίων αναγνωρίστηκε το δικαίωμα κυριότητας των εναγομένων με την παραπάνω απόφαση καλύπτεται από τις πιο πάνω αποφάσεις που είχαν προηγηθεί και από τις οποίες απέρρεε δεδικασμένο. Πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως αναφέρεται και στην 20294/1996 απόφαση, τα όρια και το εμβαδόν των επιδίκων ακινήτων συνέπιπταν με εκείνα των σχετικών ταπίων, που είχαν εκδοθεί στο όνομα των απωτέρων δικαιοπαρόχων του Α, γεγονός που ουδέποτε αμφισβήτησε και το Ελληνικό Δημόσιο στις σχετικές δίκες.
Σε τίποτε δε δεν εξυπηρετούσε τους στόχους των ήδη εναγομένων, που όπως προαναφέρθηκε ήταν η επίτευξη μεγαλύτερης αποζημίωσης χρήσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου για τα επιταγμένα ακίνητα, η άρση της επίταξης ώστε να μπορέσουν να προβούν σε ανοικοδόμηση ή εκποίηση τους, ο αποχαρακτηρισμός τους ως χώρων πρασίνου, η διαφορά με την ΔΑΠ (ήδη Κτηματική Υπηρεσία) Θεσσαλονίκης καθώς και η έκδοση τίτλων μεταφοράς συντελεστή δόμησης για το τμήμα που ρυμοτομήθηκε για τη διάνοιξη της οδού Χιλής, στόχοι που ήδη είχαν επιτευχθεί εκτός από τη δυνατότητα ανοικοδόμησης ή εκποίησης των ακινήτων των ήδη εναγομένων, που δεν κατέστη εφικτή, αφού τα ακίνητά τους εξακολουθούν και μετά την έκδοση της παραπάνω απόφασης να χαρακτηρίζονται ως χώρος πρασίνου, ενώ ήδη τμήματά τους εμπίπτουν και στο διάταγμα της 2.8.1995 [ΦΕΚ 69/Δ/24.8.1995 κήρυξη αρχαιολογικού χώρου].
Σε τίποτε όμως δεν βοήθησε, ούτε όμως και θα μπορούσε να βοηθήσει, τις εναγόμενες στην επίτευξη των παραπάνω στόχων η άσκηση της ανωτέρω αγωγής. Οι επικαλούμενες από τον ενάγοντα-αμφισβητήσεις από όργανα του Ελληνικού Δημοσίου του δεδικασμένου που απέρρεε από τις παραπάνω αποφάσεις που προηγήθηκαν της 20.294/1996 απόφασης, δεν αρκούν για τον χαρακτηρισμό ως αναγκαίας της άσκησης της παραπάνω αναγνωριστικής αγωγής.
Κι αυτό γιατί οι αμφισβητήσεις αυτές μπορούσαν να αντικρουστούν το ίδιο αποτελεσματικά και με τις παλιότερες αποφάσεις, πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποδώσει ήδη στις εναγόμενες την επιταχθείσα έκταση. Την παραδοχή της έλλειψης αναγκαιότητας για την άσκηση της αγωγής ενισχύει και το γεγονός ότι και ο ίδιος ο ενάγων επίστευε τούτο καθώς, προκύπτει και από το από 14.2.1990 ιδιόχειρο σημείωμά του στο οποίο αναφέρει ότι υφίσταται δεδικασμένο:
α] περί της κυριότητας των φερομένων ιδιοκτητών, β] περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου, γ] περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων της ΔΑΠ, δ] περί της ενασκήσεως νομής εντός των επιταγμένων εκτάσεων υπό του ΤΕΑ επ' ονόματι των ιδιοκτητών αυτών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η άσκηση της εν λόγω αναγνωριστικής αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου δεν έγινε κατά συμφωνία των εναγομένων με τον ενάγοντα, ή μετά από ειδική εντολή τους προς εκείνον, αφού τέτοια εντολή ή συμφωνία δεν υπήρξε ούτε κατά την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας κατά το έτος 1988, ούτε και μεταγενέστερα, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνονταν κάτι τέτοιο στους προαναφερόμενους στόχους των εναγομένων.
Στην παραδοχή αυτή συνηγορεί και το γεγονός ότι κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 20294/1996 απόφαση αλλά και της προηγηθείσας αγωγής, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη, η πρώτη εναγομένη είχε ήδη μεταβιβάσει προς τις θυγατέρες της (δεύτερη και τρίτη εναγόμενες) με το με αριθμό .....
συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ....., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, ποσοστό συγκυριότητάς της στα ακίνητα για τα οποία ασκήθηκαν οι αγωγές αυτές.
Συνεπώς, εφόσον η άσκηση της παραπάνω αγωγής δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των συμφερόντων των εναγομένων και δεν έγινε κατά συμφωνία ή ειδική εντολή εκείνων, ο εναγών δεν δικαιούται να πάρει αμοιβή για τις σχετικές με την άσκηση αυτής ενέργειες [σύνταξη αγωγής και προτάσεων], αλλά ούτε και τις σχετικές δαπάνες για την ταυτότητα του νομικού λόγου και τα σχετικά κονδύλια συνολικού ποσού 49.388.374 δρχ.
πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, πρέπει να σημειωθεί ότι με την με αριθμό 1761/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου απορρίφθηκε η από 9.3.2000 αίτηση αναιρέσεως την οποία είχε ασκήσει ο ενάγων κατά της με αριθμό 151/2000 αποφάσεως του δικαστηρίου αυτού. Με την παραπάνω αμετάκλητη απόφαση [151/2000] κρίθηκε, επί αγωγής που είχε ασκήσει ο ήδη ενάγων κατά των Δ και Ε (οι οποίοι είναι συγκύριοι των επιδίκων ακινήτων), ότι η άσκηση της προαναφερθείσας αναγνωριστικής αγωγής (όσον αφορά τα έξι επίδικα ακίνητα) δεν ήταν αναγκαία για την υποστήριξη των συμφερόντων τους επειδή για την αναγνώριση του δικαιώματος της συγκυριότητας των εναγομένων υπήρχε ήδη δεδικασμένο που απέρρεε από τις αποφάσεις που προαναφέρθηκαν και στο οποίο ακριβώς [δεδικασμένο] στηρίχθηκε η επί της παραπάνω αγωγής εκδοθείσα με αριθμό 20293/1996 απόφαση για να αναγνωρίσει το δικαίωμα αυτό των εναγομένων.
Τέλος, πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από την προσκομιζόμενη από 27.3.2003 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το οποίο δίκασε επί σχετικής προσφυγής ογδόντα οκτώ [88] προσφευγόντων, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και οι κληρονόμου Δ [Ψ και Ψ2], δεν προκύπτει η ανάγκη έγερσης από μέρους του ενάγοντος της προαναφερθείσας αναγνωριστικής αγωγής, ούτε ότι δόθηκε τέτοια εντολή στον ενάγοντα προκειμένου να αναγνωριστούν τα δικαιώματα επί των προαναφερθέντων ακινήτων, για τα οποία ακίνητα με τις προαναφερθείσες αποφάσεις είχαν αναγνωριστεί και θεμελιωθεί τα επ' αυτών δικαιώματά τους.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, στη θέση του οποίου συνεχίζουν τη δίκη οι αναιρεσείουσες εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, με τις ίδιες αιτιολογίες, είχε κριθεί ότι ο ενάγων δικηγόρος δεν δικαιούται αμοιβής για την άσκηση της ανωτέρω αναγνωριστικής αγωγής.
Με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της προαναφερθείσας ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 91 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δημιουργείται αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, εκτός αν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και, ιδίως, από τις αιτιολογίες, καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο κρίσιμος λόγος αναιρέσεως.
Στην προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της, το Εφετείο βεβαιώνει ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, αλλά και από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει, χωρίς καμία αμφιβολία, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλα τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά έγγραφα και ειδικότερα: 1) την από 10.11.2003 επιστολή της πρώτης των εναγομένων προς τον ενάγοντα, 2) τα με αριθμούς .....
και ..... έγγραφα του Υπουργείου Οικονομικών και 3) την με αριθμό κατάθεσης ..... προσφυγή των εναγομένων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατά συνέπεια οι εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ περί του αντιθέτου δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναιρετικής αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως, των οποίων η λήψη υπόψη και παραδοχή θα είχε ως συνέπεια την κατά το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως. Όμως ο παραπάνω λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό ή λόγο εφέσεως και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο.
Εν προκειμένω, με τους τέταρτο και έκτο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 και 11 ΚΠολΔ, αποδίδονται στο Εφετείο οι αιτιάσεις ότι δεν έλαβε υπόψη τους νομίμως προταθέντες από τον ενάγοντα στην πρωτοβάθμια δίκη και επαναφερθέντες με λόγους εφέσεως στο Εφετείο ισχυρισμούς του:
α) ότι από την από 27.3.2003 απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε, προέκυπτε ότι ήταν αναγκαία η άσκηση της επίμαχης αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής των εναγομένων και β) ότι, εφόσον οι εναγόμενοι του προκατέβαλαν έναντι της αξιούμενης αμοιβής του ποσό 500.000 δρχ., σύμφωνα με τις σχετικές αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που προσκόμισε, αναγνώρισαν εμμέσως ότι του είχαν δώσει εντολή για την άσκηση της ανωτέρω αναγνωριστικής αγωγής τους.
Οι λόγοι αυτοί, υπαγόμενοι κατ' εκτίμηση στον αριθμό 8 (και όχι και στον αριθμό 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και τούτο, ως προς μεν την πρώτη (υπό στοιχείο α) αιτίαση, που προβάλλεται με τον τέταρτο λόγο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό, ως προς δε τη δεύτερη (υπό στοιχείο β) αιτίαση, που προβάλλεται με τον έκτο λόγο, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρωτοδίκων προτάσεων και του δικογράφου της εφέσεως του ενάγοντος, δεν είχε προβληθεί τέτοιος ισχυρισμός.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-10-2006 αίτηση των Χ1, κλπ, περί αναιρέσεως της 354/2004 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ