Legislator Case Law & Legislation
1828/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of substantive legal grounds and failure to cite violated law.

Case Number 1828/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding legal fees. The appellant argued the lower court lacked sufficient reasoning regarding the lawyer's fee agreement and witness testimony. The court rejected this claim because the appellant failed to cite the specific substantive law violated and did not summarize the factual premises of the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to cite the violated substantive law and summarize the factual premises of the lower court's decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal substantive law citation factual premises summary legal fees dispute Court of First Instance Code of Civil Procedure lack of reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1828 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1828/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Β. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Άννας-Μαρίας Νταϊλάκη, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ……, που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Καβουρίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-9-2022 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 46/2023 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 77/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-2-2024 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση από 26.2.2024 και με αριθ. καταθ. 2096/198/26.2.2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 77/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές (άρθρο 614 αριθ. 5 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 26.2.2024 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 9.1.2024, δηλαδή εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΙI. Με τη διάταξη της παρ. 3 περ. Β' υποπερ. δ' του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αναίρεσης, ήτοι όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ίδιου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η συγκεκριμένη υποχρέωση δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 παρ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).

Στην προκείμενη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του με αριθμό 65447441595408230031/2024 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, όπως βεβαιώνεται από τη Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών στη συνταχθείσα από 26.2.2024 έκθεση κατάθεσης του δικογράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Όμως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, η ως άνω διαφορά, έχοντας το προαναφερόμενο αντικείμενο, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αναίρεσης. Κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 1084/2023).

ΙΙΙ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δικηγόρος με την από 21.9.2022 (με αριθ. καταθ. 90223/184/2022) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απευθυνόμενη κατά του εναγομένου, ήδη αναιρεσείοντος, ζήτησε να υποχρεωθεί ο τελευταίος, τον οποίο αυτός εκπροσώπησε ως δικηγόρος σε αστική δίκη και ποινική διαδικασία, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, να του καταβάλει ως αμοιβή για τις δικηγορικές του αυτές υπηρεσίες το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων τριακοσίων έξι (29.306) ευρώ, επιπροσθέτως δε και χρηματική ικανοποίηση ύψους δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας της ιστορούμενης στην αγωγή αδικοπραξίας, άμεσα συνδεόμενης με την ως άνω σχέση εντολής, δηλαδή συνολικά το ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων έξι (39.306) ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 46/2023 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην του εναγομένου, έκαμε εν μέρει δεκτή την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το σύνολο της αιτηθείσας αμοιβής καθώς και το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής ο εναγόμενος άσκησε την από 20.4.2023 έφεση (με αριθ. καταθ. 46017/2506/2023) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 77/2024 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της αγωγής, έκανε αυτήν εν μέρει δεκτή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα δικηγόρο τα ίδια πιο πάνω επιδικασθέντα πρωτοδίκως ποσά, ήτοι συνολικά το ποσό των είκοσι εννέα χιλιάδων οκτακοσίων έξι (29.806) ευρώ.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ αναιρείται η απόφαση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Η παραβίαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή κανόνων που ρυθμίζουν τα όργανα και τη διαδικασία παροχής έννομης προστασίας δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως κατά την πιο πάνω διάταξη και αν προβληθεί τέτοιος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 1284/2020, 553/2016, 808/2015).

Τέτοιες είναι οι καθαρώς δικονομικές διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, που αφορούν, αντίστοιχα, στην κλήτευση και τη λήψη της ένορκης βεβαίωσης και τις προϋποθέσεις για να ληφθεί αυτή υπόψη ως αποδεικτικό μέσο. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Τέτοιο αποδεικτικό μέσο αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, και ήδη από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν, αρχικώς με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια με το ν. 4842/2021 (ΑΠ 1645/2023). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρονται:

α)ποιο είναι το αποδεικτικό μέσο, που με επίκληση προσκομίστηκε και το οποίο δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με αυτή και γ)η επίδραση που έχει ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1905/2022, 1538/2022, 1055/2019).

Περαιτέρω, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, ήτοι σε αποδεικτικό μέσο που έλαβε υπόψη, μικρότερη ή μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από όση δεσμευτικά γι' αυτό ορίζει ο νόμος (ΑΠ 510/2022, 1023/2019, 175/2019), ενώ δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αν το δικαστήριο θεωρήσει πιο αξιόπιστο κάποιο από τα πολλά ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 510/2022, 200/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δεν έλαβε υπόψη, κρίνοντάς την ως ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, την υπ' αριθ. 4339/12.9.2023 ένορκη βεβαίωση του Ι. Ε. του Κ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ….., που δόθηκε κατόπιν κλήτευσης του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσιβλήτου και την οποία αυτός (αναιρεσείων) επικαλέστηκε και προσκόμισε στην κατ' έφεση δίκη, επειδή στην επιδοθείσα προς τον αντίδικό του κλήση δεν περιλαμβάνεται το επάγγελμα του προαναφερόμενου προσώπου, που επρόκειτο να βεβαιώσει και βεβαίωσε ενόρκως, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση: i)Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τους κανόνες των άρθρων 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολΔ, αφού το επάγγελμα του ενόρκως βεβαιώσαντος αναφερόταν στην ίδια την ένορκη βεβαίωση, ενώ σε κάθε περίπτωση η ένορκη αυτή βεβαίωση θα μπορούσε να χρησιμεύσει για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. ii)Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια από τον αριθ. 11 και δη, κατ' ορθή εκτίμηση, την περ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένορκη αυτή βεβαίωση, ενώ όφειλε να την λάβει υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο, άλλως ως δικαστικό τεκμήριο. iiι)Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, καθώς όφειλε να λάβει υπόψη του την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση ως αποδεικτικό μέσο, άλλως ως δικαστικό τεκμήριο.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, ωστόσο, είναι απαράδεκτοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Ειδικότερα, και σε συνάρτηση και με όσα κατά περίπτωση στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται: Οι διατάξεις των άρθρων 422 παρ. 1 και 424 ΚΠολ, τις οποίες κατά τον πρώτο αναιρετικό λόγο το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο φέρεται ότι παραβίασε μη λαμβάνοντας υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα να μη στοιχειοθετείται η αποδιδόμενη με τον ως άνω λόγο πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του δευτέρου εκ του αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου της αναίρεσης, δεν εκθέτει, όπως απαιτείται για το ορισμένο αυτού, ποιος ήταν ο κρίσιμος πραγματικός ισχυρισμός του, το βάσιμο ή το αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με την ένορκη αυτή βεβαίωση, ούτε, ακόμη, και η επίδραση που θα είχε ο εν λόγω ισχυρισμός στο διατακτικό της απόφασης και ποιο θα ήταν αυτό αν το Δικαστήριο δεν παρέλειπε να λάβει υπόψη του την επίμαχη ένορκη βεβαίωση.

Τέλος, τα εκτιθέμενα στον τρίτο αναιρετικό λόγο δεν δύναται να θεμελιώσουν την πλημμέλεια από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ως άνω ένορκη βεβαίωση, έτσι ώστε να της προσδώσει οποιαδήποτε αποδεικτική δύναμη, ενώ, σε κάθε περίπτωση, η ένορκη βεβαίωση, ως αποδεικτικό μέσο, δεν περιλαμβάνεται σ' εκείνα για τα οποία ο νόμος προβλέπει δεσμευτική αποδεικτική δύναμη, αλλά σ' εκείνα τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας.

V. O προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.ΑΠ 2/2022, 2/2019).

Για να είναι, δε, ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποιες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 982/2022, 1373/2019, 319/2017).

Εν προκειμένω ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι έχει ανεπαρκή - ανύπαρκτη αιτιολογία, διότι δεν απαντά στους ισχυρισμούς του ότι ουδέποτε συμφώνησε με τον ενάγοντα - εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο δικηγόρο, καθ' οιονδήποτε τρόπο, είτε γραπτώς είτε προφορικώς, περί αμοιβής του τελευταίου με ποσοστά, ότι ο αντίδικός του αμείφθηκε και εξοφλήθηκε για τις εργασίες του με το συνολικό ποσό των 12.000 ευρώ, ότι ουδέποτε ο ίδιος (αναιρεσείων) ενημερώθηκε περί ποσοστών, σε σχέση με πρόσθετη αμοιβή του αναιρεσιβλήτου, και, τέλος, ότι η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται με έγγραφη συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και εντολέα ή προκύπτει από το νόμο, απορρίπτοντας σιγή αυτούς τους ισχυρισμούς, ενώ, επιπροσθέτως, ουδεμία αναφορά περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το περιεχόμενο της κατάθεσης της μάρτυρός του, Ε.

Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο και η οποία επιβεβαίωσε ότι ο αναιρεσίβλητος εξοφλήθηκε για τις νομικές υπηρεσίες που του παρέσχε, όπως άλλωστε προκύπτει και από τα παραστατικά που αυτός (αναιρεσείων) σχετικώς προσκόμισε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο, διότι ο αναιρεσείων δεν αναφέρει ποια είναι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε ούτε παραθέτει, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τις οποίες το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατέληξε στο δυσμενές γι' αυτόν διατακτικό.

Επίσης, ειδικώς η έλλειψη αναφοράς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περί του περιεχομένου της κατάθεσης της προαναφερόμενης μάρτυρος του ενάγοντος - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος δεν θα μπορούσε, όπως στην οικεία πιο πάνω νομική σκέψη αναφέρεται, να στοιχειοθετήσει την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου. 559 ΚΠολΔ, διότι μια τέτοια έλλειψη ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και δη στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, στη δε κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, VI.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταταθέντος υπ' αριθ. 65447441595408230031/2024 ηλεκτρονικού

παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στον καταθέσαντα τούτο αναιρεσείοντα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.2.2024 και με αριθ. καταθ. 2096/198/2024 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 77/2024 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ