Supreme Court allows appeal against lower court dismissal of unjust enrichment claim based on same facts as contract claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's dismissal of the plaintiff's claim for unjust enrichment. The plaintiff argued that the Second Instance Court erred in law by rejecting the unjust enrichment claim because it relied on the same factual basis as the primary claims for contractual liability and tort, violating Article 904 of the Civil Code. The Court held that the Second Instance Court failed to examine the specific requirements for unjust enrichment independently and incorrectly conflated the legal bases of the claims. Consequently, the appeal was granted, the lower judgment was revoked, and the case was remanded for retrial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 559 of the Civil Code; The court must independently examine the specific prerequisites for unjust enrichment even when the claim is based on the same factual circumstances as claims for contractual liability or tort, provided the legal basis differs.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1828/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Χρυσούλα Πλατιά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…….. Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "….. Α.Ε." ή "………", που εδρεύει στην …….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασιλική Ανδριανοπούλου και Βάγια Παναγιωτόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Μ. του Τ., κατοίκου …… Αττικής. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ταβουλάρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-6-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4495/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2169/2022 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτώς επισκοπούνται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν επί της διαδικαστικής πορείας της υπόθεσης, τα ακόλουθα: Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "……. Α.Ε." (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγόμενου (ήδη αναιρεσίβλητου) την από 8.6.2017 αγωγή της, με την οποία επικαλέσθηκε: 1) ότι αυτή έχει συσταθεί δυνάμει του Ν. 4001/2011, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2009/72/ΕΚ, και αποτελεί τον μοναδικό διαχειριστή του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, ασκώντας δραστηριότητα κοινής ωφέλειας υπό την εποπτεία του ελληνικού κράτους, 2) ότι, με τα άρθρα 105 και 106 του ανωτέρω νόμου, έχει οριστεί Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο είναι αρμόδιο, μεταξύ άλλων, για τον διορισμό, την ανανέωση και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) της, ενώ και στο άρθρο 21 του καταστατικού της προβλέπεται ειδικότερα ότι οι αμοιβές των μελών του Δ.Σ.
βαρύνουν αυτήν (ενάγουσα) μόνο αν εγκριθούν κατά ποσό για κάθε σύμβουλο από το Εποπτικό Συμβούλιο με ειδική απόφασή του, που κοινοποιείται στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) και καθίσταται δεσμευτική κατά τη διάταξη του άρθρου 105 παρ. 2 του Ν. 4001/2011, δηλαδή εάν εντός 3 εβδομάδων από την κοινοποίηση η ΡΑΕ δεν εγείρει αντιρρήσεις, 3) ότι με το από 11.5.2015 Πρακτικό του Εποπτικού Συμβουλίου των Μετόχων αυτής (ενάγουσας), το εκλεγέν Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα και ο εναγόμενος ορίστηκε Διευθύνων Σύμβουλος αυτής με τριετή θητεία, από 11.5.2015 μέχρι 10.5.2018, και ότι, ακολούθως, καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η από 31.8.2015 σύμβαση, με την οποία συμφωνήθηκε ότι ο εναγόμενος για την παροχή των ως άνω υπηρεσιών του, θα ελάμβανε μηνιαία αποζημίωση ίση με το ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών του άρθρου 2 του Ν. 3833/2010, ήτοι ίση με τις μικτές μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, ύψους 4.750 ευρώ, 4) ότι ο εναγόμενος, αν και μέχρι τον Δεκέμβριο 2016 ελάμβανε, ως μηνιαία αμοιβή, το μικτό ποσό των 4.750 ευρώ πλέον του ποσού των 400 ευρώ για κάθε παράστασή του σε συνεδρίαση του Δ.Σ.
αυτής και ενώ γνώριζε ότι το ποσό της αμοιβής του για το έτος 2016 έπρεπε να εγκριθεί οριστικά από το Εποπτικό Συμβούλιο μετά το πέρας της χρήσης του 2016 κατ' άρθρο 24 παρ. 2 Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιριών", που έχει εφαρμογή και στην ανωτέρω σύμβασή του, επικαλούμενος αφενός τη διάταξη του άρθρου 28 του Ν. 4354/2015 (που άρχισε να ισχύει από 1.1.2016), με την οποία εξαιρέθηκαν οι αμοιβές των διοικούντων, προέδρων και διευθυνόντων συμβούλων των δημοσίων επιχειρήσεων από το όριο των αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου και αφετέρου όρο της σύμβασής του περί αυτόματης αναπροσαρμογής των καθαρών αποδοχών του στο ύψος των καθαρών αποδοχών που καταβάλλονταν σε Γενικό Διευθυντή της ΔΕΗ στις 31.12.2009 προσαυξημένων κατά 20%, σε περίπτωση κατάργησης ή τροποποίησης των διατάξεων του Ν. 3833/2010 ή παύσης της ισχύος τους για οποιοδήποτε λόγο, προέβη αυτοβούλως και χωρίς προηγούμενη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, σε μεγάλη αύξηση της αμοιβής του και συγκεκριμένα πέτυχε να του καταβληθούν:
α) την 29.12.2016, αναδρομικά ως αμοιβή για το διάστημα από Ιανουάριο έως και Νοέμβριο 2016, επιπλέον του μικτού ποσού των 52.250 ευρώ (4.750 Χ 11 μήνες) που δικαιούτο, το μικτό ποσό των 226.126,12 ευρώ (από το οποίο ποσό 102.864,01 ευρώ αντιστοιχεί στην επιπλέον καθαρή αμοιβή του, ενώ το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχεί σε επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και σε επιπλέον εργοδοτικές εισφορές), β) τον Δεκέμβριο του έτους 2016, ως αμοιβή του μηνός αυτού, επιπλέον του ποσού των 5.550 ευρώ (4.750 + 800 ευρώ αποζημίωση για συμμετοχή σε συνεδριάσεις Δ.Σ) που δικαιούτο, το μικτό ποσό των 20.556,94 ευρώ (από το οποίο ποσό 9.271,16 ευρώ αντιστοιχεί στην επιπλέον καθαρή αμοιβή του, ενώ το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχεί σε επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και σε επιπλέον εργοδοτικές εισφορές), γ) τον Ιανουάριο του έτους 2017, ως επιπλέον αποζημίωση λόγω μη λήψης αδείας για το έτος 2016, το μικτό ποσό των 30.742,36 ευρώ (από το οποίο ποσό 14.652,42 ευρώ αντιστοιχεί στο καθαρό ποσό αποζημίωσης, ενώ το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχεί σε επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών) και δ) τον Ιανουάριο του έτους 2017, ως επιπλέον αμοιβή του μηνός αυτού, το μικτό ποσό των 19.848,50 ευρώ (από το οποίο ποσό 9.389,46 ευρώ αντιστοιχεί στην επιπλέον καθαρή αμοιβή του, ενώ το υπόλοιπο ποσό αντιστοιχεί σε επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και σε επιπλέον εργοδοτικές εισφορές), 5) ότι τα ίδια ποσά έλαβε και ο τότε Πρόεδρος αυτής (ενάγουσας) και ότι στις αρχές Φεβρουαρίου 2017, λόγω σχετικών δημοσιευμάτων στον τύπο, έλαβαν γνώση το πρώτον, για τις ανωτέρω ενέργειες, τα λοιπά μέλη του Δ.Σ.
και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου αυτής, καθώς και ο αρμόδιος εποπτεύων Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, οπότε τόσο ο εναγόμενος, όσο και ο τότε Πρόεδρος παραιτήθηκαν από τη θέση που κατείχαν, δηλώνοντας ότι θα επιστρέψουν τα ανωτέρω ποσά που είχαν λάβει, ενώ με την 46/10.2.2017 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου εγκρίθηκε οριστικά η χορήγηση στον εναγόμενο, ως Διευθύνοντα Σύμβουλο (καθώς και στον τότε Πρόεδρο αυτής), για το χρονικό διάστημα της παρελθούσας εταιρικής χρήσης (από 1.1.2016 έως 31.12.2016) μόνο το συνολικό μικτό ποσό των 57.000 ευρώ ετησίως (ήτοι το μικτό ποσό των 4.750 ευρώ μηνιαίως) πλέον του ποσού των 12.000 ευρώ ως αποζημίωση για την συμμετοχή σε συνεδριάσεις του Δ.Σ. (που αντιστοιχεί στο ποσό των 400 ευρώ ανά συμμετοχή), δηλαδή δεν εγκρίθηκε η καταβολή στον εναγόμενο των ανωτέρω αυξημένων αμοιβών που ήδη αυτός είχε λάβει, ούτε εγκρίθηκε η καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης λόγω μη λήψης αδείας εντός του έτους 2016, 6) ότι ο εναγόμενος, με την ανωτέρω συμπεριφορά του, α) ενήργησε αντίθετα από την σύμβασή του με αυτήν (ενάγουσα), αφού, αν και όφειλε να προασπίζει την περιουσία της και ενώ γνώριζε ότι κάθε αμοιβή του έπρεπε να εγκριθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο κατά συγκεκριμένο ποσό και για την παρελθούσα εταιρική χρήση, αυτός κατά παράβαση του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2190/1920, του άρθρου 21 του καταστατικού της, καθώς και της υποχρέωσης πίστης έναντι αυτής, προέβη δολίως, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως Διευθύνοντος Συμβούλου και χωρίς προηγούμενη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, σε αναπροσαρμογή της αμοιβής του, επιδιώκοντας την επαύξηση της περιουσίας του και προκαλώντας αντίστοιχη ζημία σ' αυτήν (ενάγουσα) και β) ενήργησε εναντίον των χρηστών ηθών και, επίσης, ενήργησε παράνομα και υπαίτια, ενώ, αρνούμενος να επιστρέψει τα ανωτέρω ποσά παρά τις οχλήσεις αυτής (ενάγουσας), τα ιδιοποιήθηκε παράνομα και με πρόθεση, διαπράττοντας κακουργηματική υπεξαίρεση σε βάρος της και 7) ότι, επικουρικά, ο εναγόμενος, με την είσπραξη των ανωτέρω ποσών, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος της περιουσίας της κατά το ύψος των ανωτέρω ποσών, τα οποία οφείλει να της επιστρέψει κατ' άρθρο 904 ΑΚ.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, κυρίως κατά τις διατάξεις περί ενδοσυμβατικής ευθύνης και περί αδικοπραξίας και επικουρικώς κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 299.466,96 ευρώ (από το οποίο ποσό 136.181,05 ευρώ αντιστοιχεί στο καθαρό ποσό της αμοιβής και αποζημίωσης που αυτός έλαβε επιπλέον, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 163.285,91 ευρώ αντιστοιχεί σε επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και σε επιπλέον εργοδοτικές εισφορές κατά τις διακρίσεις της αγωγής).
Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4495/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (κατά την τακτική διαδικασία), με την οποία, αφού κρίθηκαν νόμιμες όλες οι βάσεις της αγωγής (η επικουρική κρίθηκε νόμιμη μόνο ως προς το ποσό των 136.181,05 ευρώ, που αντιστοιχεί στο καθαρό ποσό της επιπλέον αμοιβής και αποζημίωσης που ο εναγόμενος έλαβε) και αφού απορρίφθηκαν, ως ουσιαστικά αβάσιμες, οι κύριες βάσεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης και της αδικοπραξίας, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως και ουσιαστικά βάσιμη, ως προς την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 136.181,05 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. 2169/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία α) απορρίφθηκε κατ' ουσία η έφεση της ενάγουσας (ήδη αναιρεσείουσας) και β) έγινε δεκτή κατ' ουσία η έφεση του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και, αφού εξαφανίσθηκε η εκκαλουμένη, κρατήθηκε προς εκδίκαση η υπόθεση και η μεν επικουρική βάση της αγωγής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (ως στηριζόμενη στα ίδια περιστατικά στα οποία στηρίζονται και οι κύριες βάσεις αυτής), ενώ οι από την ενδοσυμβατική ευθύνη και την αδικοπραξία κύριες βάσεις της απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες, με την αιτιολογία ότι η λήψη από τον εναγόμενο των αυξημένων αμοιβών του σε εναρμόνιση με τις αποδοχές του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ ήταν νόμιμη ως σύμφωνη τόσο με τον όρο 4β της σύμβασής του περί αυτόματης αναπροσαρμογής, όσο και με το άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 4354/2015.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης η ενάγουσα εταιρία άσκησε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία, ως κατατεθείσα την 26.7.2022, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού η τελευταία δημοσιεύθηκε την 29.4.2022 χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής στην αναιρεσείουσα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διαδικασίας απελευθέρωσης αγοράς ενέργειας επιβλήθηκε σταδιακά στα κράτη μέλη (από τον ενωσιακό νομοθέτη) ένα σύστημα διαχωρισμού μεταξύ διαχειριστών ενεργειακών δικτύων και επιχειρηματικών ενεργειακών δραστηριοτήτων παραγωγής ή προμήθειας ενέργειας. Το ενωσιακό αυτό εγχείρημα ξεκίνησε αρχικά με τον λογιστικό διαχωρισμό, για να καταλήξει στον πλήρη διαχωρισμό διαφορετικών δραστηριοτήτων των πρώην μονοπωλιακών καθετοποιημένων επιχειρήσεων.
Με την τελευταία δέσμη ενεργειακών Οδηγιών απελευθέρωσης (ήτοι Οδηγίας 2009/72 "περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας" και 2009/73 "περί κοινών κανόνων για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου") δόθηκε στα κράτη μέλη η δυνατότητα να επιλέξουν μεταξύ τριών εναλλακτικών μοντέλων διαχωρισμού του Διαχειριστή Συστήματος Μεταφοράς (ΔΣΜ) ήτοι α) του πλήρους ιδιοκτησιακού διαχωρισμού, β) του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Συστήματος και γ) του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς.
Ειδικότερα, με το άρθρο 19 παρ. 1 και 2 της Οδηγίας 2009/72 προβλέπεται, για την περίπτωση που επιλεγεί το μοντέλο του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς και μόνο, ότι: "1. Οι αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό και την ανανέωση, οι όροι εργασίας συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των υπευθύνων για τη διαχείριση ή/και των μελών των διοικητικών οργάνων του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς λαμβάνονται από το εποπτικό όργανο του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 20. 2.
Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη θητεία, τη διάρκεια και τη λήξη της περιόδου απασχόλησης των προσώπων που ορίζει το εποπτικό όργανο για διορισμό ή ανανέωση ως υπευθύνους για την εκτελεστική?διαχείριση ή/και ως μέλη των διοικητικών οργάνων του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης τερματισμού της περιόδου απασχόλησης, κοινοποιούνται στη ρυθμιστική αρχή.
Οι όροι αυτοί και οι αποφάσεις περί των οποίων η παράγραφος 1 καθίστανται δεσμευτικοί μόνον εάν, εντός τριών εβδομάδων από την κοινοποίηση, η ρυθμιστική αρχή δεν έχει εγείρει αντιρρήσεις...". Επίσης, με το άρθρο 20 παρ. 1 και 2 της ως άνω Οδηγίας προβλέπεται ότι: "1. Ο διαχειριστής συστήματος μεταφοράς έχει εποπτικό όργανο υπεύθυνο για τη λήψη των αποφάσεων που μπορεί να έχουν σημαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων των μετόχων στο πλαίσιο του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς, ειδικότερα των αποφάσεων σχετικά με την έγκριση του ετήσιου σχεδίου χρηματοδότησης το επίπεδο χρέωσης του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους.
Από τις αποφάσεις που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του εποπτικού οργάνου εξαιρούνται όσες σχετίζονται με τις καθημερινές δραστηριότητες του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς και τη διαχείριση του δικτύου και με τις δραστηριότητες που είναι απαραίτητες για την κατάρτιση του δεκαετούς προγράμματος ανάπτυξης του δικτύου το οποίο αναπτύσσεται σύμφωνα με το άρθρο 22. 2.
Το εποπτικό όργανο αποτελείται από μέλη εκπροσωπούντα την κάθετα ολοκληρωμένη επιχείρηση, μέλη εκπροσωπούντα τρίτους μετόχους και εφόσον το προβλέπει η σχετική νομοθεσία κράτους μέλους, μέλη εκπροσωπούντα άλλους ενδιαφερομένους όπως οι υπάλληλοι του διαχειριστή συστήματος μεταφοράς". Ο Έλληνας νομοθέτης επέλεξε το τρίτο ως άνω μοντέλο διαχωρισμού, ήτοι αυτό του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς.
Έτσι με το Ν. 4001/2011 (ΦΕΚ A 179/22.8.2011), με έναρξη ισχύος από 22.8.2011 κατά το άρθρο 199 αυτού, μεταφέρθηκαν στο εθνικό δίκαιο οι ανωτέρω Οδηγίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και συγκεκριμένα με το άρθρο 97 του ως άνω νόμου συστήνεται εταιρία με την επωνυμία "……..
Α.Ε." (…….), ως θυγατρική εταιρία της "… Α.Ε.", που οργανώνεται και λειτουργεί ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ (και ιδίως του Κεφαλαίου V αυτής) και σε αυτήν ανατίθεται η διαχείριση του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) με σκοπό την λειτουργία, εκμετάλλευση, συντήρηση και ανάπτυξη του Συστήματος αυτού, ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια, με τρόπο επαρκή, ασφαλή, αποδοτικό και αξιόπιστο (άρθρο 94 παρ. 1 του ως άνω νόμου).
Με το άρθρο 98 του ιδίου νόμου, ορίστηκε ότι η "ΔΕΗ ΑΕ" υποχρεούται να προβεί στο νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησής της, με την εισφορά του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς στη θυγατρική της εταιρία "…….
Α.Ε" (παρ. 1). Η ως άνω εισφορά πραγματοποιείται με απόσχιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του Ν. 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως 5 του Ν. 2166/1993, του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της ΔΕΗ ΑΕ, τα οποία υπάγονται λειτουργικά στις δραστηριότητες της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της ΔΕΗ Α.Ε.
και ιδίως των παγίων που αποτελούν το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτά καταγράφονται στη λογιστική κατάσταση απόσχισης (παρ. 2). Επίσης, με το άρθρου 99 του ιδίου ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι, εντός προθεσμίας τριών μηνών από τη θέση σε ισχύ του νόμου αυτού, οι οργανωτικές μονάδες και δραστηριότητες που αφορούν τη διαχείριση, λειτουργία, ανάπτυξη και συντήρηση του Συστήματος Μεταφοράς (συμπεριλαμβανομένων των αντίστοιχων παγίων, καθώς και του προσωπικού που απασχολείται στις δραστηριότητες αυτές) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας ΑΕ" (……..), που συστήθηκε με το Π.Δ. 328/2000 κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 14 του Ν. 2773/1999 και διέπεται από τις διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου και του Κ.Ν. 2190/1920, μεταφέρονται στην εταιρία ……… ΑΕ (ΑΠ 1589/2022).
Περαιτέρω, με τα άρθρα 105 και 106 του Ν. 4001/2011 (με τα οποία ενσωματώθηκαν στην ελληνική έννομη τάξη τα προαναφερόμενα άρθρα 19 και 20, αντιστοίχως, της ανωτέρω Οδηγίας) προβλέπεται ως όργανο της συσταθείσας ανώνυμης εταιρίας …….. ΑΕ, το Εποπτικό Συμβούλιο, που αποτελείται από επτά μέλη, τα οποία διορίζονται από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων της ως εξής:
τέσσερα μέλη που προτείνονται από τους μετόχους της ……. ΑΕ, δύο μέλη που προτείνονται από το Ελληνικό Δημόσιο και ένα μέλος εκ του μόνιμου προσωπικού της ……… (άρθρο 106 Ν. 4001/2011 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 9 Ν. 4203/2013). Ειδικότερα, με το άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του ως άνω Ν. 4001/2011, με τίτλο "Ανεξαρτησία του προσωπικού και διοίκηση της ……… ΑΕ", ορίστηκαν τα εξής: "1.
Οι αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό, την ανανέωση και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ……… ΑΕ, λαμβάνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 106 και καθίστανται δεσμευτικές, σύμφωνα με τους όρους της παραγράφου 2. 2.
Η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη θητεία, τη διάρκεια και τη λήξη της περιόδου απασχόλησης των προσώπων που ορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο για διορισμό ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της …….. ΑΕ ή για την ανανέωση της θητείας τους και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης τερματισμού της περιόδου απασχόλησης κοινοποιούνται στη ΡΑΕ.
Οι όροι αυτοί καθίστανται δεσμευτικοί μόνον, εάν, εντός τριών εβδομάδων από την κοινοποίησή τους, η ΡΑΕ δεν εγείρει αντιρρήσεις. Η ΡΑΕ μπορεί να εγείρει αντιρρήσεις ως προς τις αποφάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1: α) εφόσον προκύψουν αμφιβολίες όσον αφορά την επαγγελματική ανεξαρτησία του προσώπου που έχει διοριστεί ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της …… ΑΕ, β) στην περίπτωση πρόωρης λήξης της περιόδου απασχόλησης, εάν υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την αιτιολόγηση της πρόωρης λήξης".
Με τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες εισάγεται ένα ιδιαίτερο καθεστώς με σκοπό την αποφυγή της σύγκρουσης συμφερόντων (βλ. αιτιολογικές σκέψεις 11 και 12 της Οδηγίας 2009/72) καθιερώνεται το Εποπτικό Συμβούλιο ως ένα νέο όργανο της συγκεκριμένης ανώνυμης εταιρίας που δρα ως ενδιάμεσο όργανο μεταξύ διοίκησης (Δ.Σ) και μετόχων (Γ.Σ).
Ο σκοπός για τον οποίο προβλέφθηκε η συγκρότηση του Εποπτικού Συμβουλίου, είναι σύμφωνα με τις εισαγωγικές σκέψεις της Ευρωπαϊκής Οδηγίας, η επίτευξη του θεσμικού ρόλου της "……… ΑΕ", δηλαδή η διασφάλιση της απόλυτης αμεροληψίας και ανεξαρτησίας της διοίκησης της εν λόγω εταιρίας από οποιαδήποτε εταιρία δραστηριοποιούμενη στον τομέα της παραγωγής, προμήθειας και εμπορίας ηλεκτρικής ενέργειας στη χώρα, και δη έναντι του μετόχου της (ΔΕΗ), προκειμένου να επιτευχθεί κατά τρόπο ασφαλή, αποδοτικό, και σε συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, το άνοιγμα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρο 105 παρ. 1 του Ν. 4001/2011, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της "……. ΑΕ", το οποίο, κατ' άρθρο 22 του Κ.Ν. 2190/1920, είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση αυτής, στη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη των σκοπών της, με την επιφύλαξη των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου (άρθρο 101 παρ. 1 του Ν. 4001/2011), διορίζονται, όπως προαναφέρθηκε, από το Εποπτικό Συμβούλιο αυτής, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 1 του ιδίου ως άνω νόμου, είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων που μπορεί να έχουν σημαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων και ειδικότερα αποφάσεων σχετικά με την έγκριση του ετήσιου σχεδίου χρηματοδότησης, τον καθορισμό του επιπέδου δανεισμού της ……….
ΑΕ και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους (ΑΠ 1517/2022). Εξάλλου, με το καταστατικό της εταιρίας ……. ΑΕ, που έχει καταχωρηθεί στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (ΓΕΜΗ), ορίζονται λεπτομερώς, μεταξύ άλλων, ζητήματα σχετικά με τις αρμοδιότητες και τη συγκρότηση τόσο του Εποπτικού Συμβουλίου, όσο και του Διοικητικού Συμβουλίου και ειδικότερα με το άρθρο 21 αυτού ορίζεται ότι "Κάθε αμοιβή ή αποζημίωση που χορηγείται για οποιοδήποτε λόγο σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρείται ότι βαρύνει την εταιρία, μόνον αν εγκριθεί κατά ποσό για κάθε σύμβουλο από το Εποπτικό Συμβούλιο με ειδική απόφασή του, που κοινοποιείται στη ΡΑΕ, και καθίσταται δεσμευτική, όπως ορίζεται στο άρθρο 105 του ν. 4001/2011 και το κανονιστικό πλαίσιο που ορίζει τη λειτουργία της Εταιρείας", ενώ με το άρθρο 37 παρ. 1 αυτού ορίζεται ότι "Όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από το παρόν Καταστατικό ή δεν ρυθμίζονται κατά διάφορο τρόπο στο ν. 4001/2011 ως ισχύει, διέπονται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920".
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 24 παρ. 1 και 2 του Κωδικοποιημένου Νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών (όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση, από 1.1.2019, του μεγαλύτερου τμήματός του με τον Ν. 4548/2018 περί "αναμόρφωσης του δικαίου των ανωνύμων εταιριών"), που θεσπίστηκαν με σκοπό την προστασία της εταιρίας από την αφαίμαξη της εταιρικής περιουσίας εκ μέρους της διοίκησης, συνάγεται ότι, αν το μέλος του διοικητικού συμβουλίου ανώνυμης εταιρίας λαμβάνει αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσφέρει, η σχέση του χαρακτηρίζεται ως μίσθωση ανεξάρτητων υπηρεσιών, αφού λόγω της ως άνω ιδιότητάς του ασκεί εξουσία διοικητική και διαχειριστική με δική του ευθύνη και πρωτοβουλία, είναι όργανο της εταιρίας και υποβάλλεται στο καθεστώς που διέπει το Διοικητικό Συμβούλιο.
Όμως, η καταβολή αμοιβής ή αποζημίωσης στα μέλη αυτά, όταν δεν έχει συμφωνηθεί επί των εταιρικών κερδών, είναι νόμιμη και δεσμευτική για την εταιρία, μόνον αν έχει καθορισθεί στο καταστατικό της κατά ποσό ή έχει εγκριθεί με ειδική απόφαση της τακτικής γενικής συνέλευσής της στο τέλος κάθε εταιρικής χρήσης.
Για να είναι, δε, ειδική η ως άνω απόφαση, πρέπει ο καθορισμός της αμοιβής ή της αποζημίωσης να περιέχεται ως ειδικό θέμα της ημερησίας διάταξης και να διεξαχθεί σχετική αυτοτελής ψηφοφορία (ΑΠ 131/2022, ΑΠ 1277/2015, ΑΠ 421/2000). Εξάλλου, από την προαναφερθείσα διάταξη (του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 2190/1920) συνάγεται ότι δεν αποκλείεται η προέγκριση τέτοιας αμοιβής με απόφαση της τακτικής Γ.Σ., υπό την έννοια της προκαταβολής αμοιβής για το χρονικό διάστημα μέχρι την επόμενη τακτική Γ.Σ., με την αυτονόητη, όμως, προϋπόθεση ότι η προκαταβολή της αμοιβής αυτής θα τελεί υπό την αίρεση της έγκρισής της από την τακτική Γ.Σ.
του επόμενου έτους (ΑΠ 1720/2023). Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται, ότι, στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας "………. ΑΕ", της οποίας το νομοθετικό καθεστώς διέπεται από τις ειδικές διατάξεις του Ν. 4001/2011 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920 (όπως ίσχυε κατά την χρονική περίοδο που αφορά στην προκείμενη περίπτωση), οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 105 και 106 Ν. 4001/2011, που προβλέπουν το Εποπτικό Συμβούλιο, δεν αποτελούν διατάξεις που υποκαθιστούν πλήρως τις ρυθμίσεις που διέπουν τις ανώνυμες εταιρίες, αλλά εντάσσονται συστηματικά μέσα στο νομοθετικό καθεστώς που καθιερώνει ο Κ.Ν. 2190/1920 και λειτουργούν συμπληρωματικά με τις διατάξεις του τελευταίου.
Τούτο δε, γιατί στο πλαίσιο της αγοράς ενέργειας και ειδικότερα στο πλαίσιο ισχύος του Ν. 4001/2011 που τη διέπει, συνεχίζει να εφαρμόζεται το γενικό εταιρικό δίκαιο και, στο βαθμό που πρόκειται για ανώνυμες εταιρίες, ο Κ.Ν. 2190/1920 (και ήδη ο Ν. 4548/2018). Κατά συνέπεια, στην περίπτωση της ανώνυμης εταιρίας "……. ΑΕ", ναι μεν το Εποπτικό Συμβούλιο αυτής, αντικαθιστά πλήρως, βάσει των προαναφερθεισών ειδικών διατάξεων του Ν. 4001/2011 και του καταστατικού της καθώς και σκοπού θεσμοθέτησής του, την Γενική Συνέλευση ως αρμόδιο όργανο για θέματα διορισμού, ανανέωσης και όρων εργασίας (συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής) των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου υπό την ιδιότητά τους αυτή, προκειμένου να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία της εν λόγω εταιρίας από την μητρική της εταιρία (ΔΕΗ) που δραστηριοποιείται στους τομείς παραγωγής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, πλην όμως η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο για την έγκριση της χορηγούμενης σε μέλος του Δ.Σ. (άρα και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο) αμοιβής ή αποζημίωσης μη καθοριζόμενης κατά ποσό από το Καταστατικό, είναι όμοια με αυτήν που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, δηλαδή απαιτείται ειδική εγκριτική απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου κατά συγκεκριμένο και αριθμητικά προσδιορισμένο ποσό για κάθε σύμβουλο, στο τέλος της εταιρικής χρήσης, με την πρόσθετη προϋπόθεση της κοινοποίησης της απόφασης στην ΡΑΕ και της μη εναντίωσης της τελευταίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του Ν. 4001/2011.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία (ήδη αναιρεσείουσα) έχει συσταθεί σε συμμόρφωση με τις επιταγές του Ν. 4001/2011 και της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2009/72/ΕΚ "σχετικά με τους κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας" και έχει οργανωθεί και λειτουργεί ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς σύμφωνα με τις διατάξεις της ανωτέρω Οδηγίας κατ' άρθρο 97 του Ν. 4001/2011.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καταστατικού της σκοπός της είναι η άσκηση των αρμοδιοτήτων και η εκτέλεση των καθηκόντων του κυρίου του Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ) και συγκεκριμένα η λειτουργία, εκμετάλλευση, συντήρηση και ανάπτυξη του ΕΣΜΗΕ ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της χώρας με ηλεκτρική ενέργεια, με τρόπο επαρκή, ασφαλή, αποδοτικό και αξιόπιστο.
Σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ.1 του Ν. 4001/2011, με το οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η διάταξη του άρθρου 20 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ, η ενάγουσα διαθέτει Εποπτικό Συμβούλιο το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έγκριση του ετήσιου σχεδίου χρηματοδότησης, τον καθορισμό του επιπέδου δανεισμού της ενάγουσας και το ύψος των μερισμάτων που διανέμονται στους μετόχους.
Κατά δε άρθρο 105 παρ.1 και 2 εδ β του ως άνω νόμου, με το οποίο ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο το άρθρο 19 της Οδηγίας, οι αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό, την ανανέωση και τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας, λαμβάνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 106 και καθίστανται δεσμευτικές, αν εντός τριών εβδομάδων από την κοινοποίησή τους στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), εκείνη δεν εγείρει αντιρρήσεις.
Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν ενσωματωθεί στο καταστατικό της ενάγουσας και δη στο άρθρο 12 αυτού στο οποίο ορίζονται ειδικότερα τα εξής: "Το Εποπτικό Συμβούλιο είναι το όργανο της εταιρείας υπεύθυνο για τη λήψη αποφάσεων οι οποίες ενδέχεται να έχουν σημαντική επίπτωση στην αξία των πάγιων στοιχείων της εταιρείας.
Ειδικότερα α)....β" Διορίζει και ανανεώνει τη θητεία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας και καθορίζει τους όρους εργασίας, συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής και της διάρκειας της περιόδου απασχόλησης των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, μεταξύ των οποίων και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Εταιρείας".
Επίσης στο άρθρο 15 παρ.6 του καταστατικού ορίζεται ότι η ταυτότητα και οι όροι που διέπουν τη θητεία, τη διάρκεια και τη λήξη της περιόδου απασχόλησης των προσώπων που ορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο για διορισμό ως μέλη του ΔΣ της ενάγουσας, ή για την ανανέωση της θητείας τους, και οι λόγοι κάθε προτεινόμενης απόφασης τερματισμού της περιόδου απασχόλησης, κοινοποιούνται στη ΡΑΕ.
Οι όροι αυτοί καθίστανται δεσμευτικοί μόνο εάν εντός τριών εβδομάδων, από την κοινοποίησή τους, η ΡΑΕ δεν εγείρει αντιρρήσεις. Περαιτέρω, με το άρθρο 21 του καταστατικού ορίζεται ότι "κάθε αμοιβή ή αποζημίωση που χορηγείται για οποιοδήποτε λόγο σε μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου θεωρείται ότι βαρύνει την εταιρεία, μόνο αν εγκριθεί κατά ποσό για κάθε σύμβουλο από το Εποπτικό Συμβούλιο με ειδική απόφασή του, που κοινοποιείται στη ΡΑΕ, και καθίσταται δεσμευτική, όπως ορίζεται στο άρθρο 105 του ν. 4001/2011 και το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία της εταιρείας", ενώ στο ακροτελεύτιο άρθρο 37 του καταστατικού, ορίζεται ότι όσα θέματα δεν ρυθμίζονται από το καταστατικό ή δεν ρυθμίζονται κατά διάφορο τρόπο στο Ν. 4001/2011, διέπονται συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του από 11.5.2015 Πρακτικού του Εποπτικού Συμβουλίου των Μετόχων της ενάγουσας ο εναγόμενος διορίστηκε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της. Ακολούθως συγκροτήθηκε σε σώμα το εκλεγέν ΔΣ με τριετή θητεία αποτελούμενο από τον εναγόμενο (ήδη αναιρεσίβλητο) καθώς και από τους Γ.
Γ., Α. Κ., Ε. Κ. και Φ. Ν. ως εκπρόσωπο των εργαζομένων. Δυνάμει της υπ' αριθ. 14/15.5.2015 απόφασης του ΔΣ, ο εναγόμενος ανέλαβε καθήκοντα Διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας. Ακολούθως, συνήφθη μεταξύ των διαδίκων η από 31.8.2015 σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών, το σχέδιο της οποίας είχε προηγουμένως εγκριθεί με την υπ' αριθ. 34/24.7.2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου και είχε τριετή διάρκεια ήτοι από 11.5.2015 μέχρι 10.5.2018.
Ο εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση ενασχόλησης με τις καθημερινές υποθέσεις της ενάγουσας, στο πλαίσιο επιμελούς ενάσκησης των καθηκόντων του, όπως αυτά ορίζονται στο καταστατικό, διατηρώντας ελευθερία ενέργειας. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα άρθρα 17 παρ.3 του καταστατικού και 16 του Κανονισμού Λειτουργίας της ενάγουσας, θα ήταν το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της ενάγουσας, θα προΐστατο όλων των υπηρεσιών, θα διηύθυνε το έργο τους και θα ελάμβανε τις αναγκαίες αποφάσεις μέσα στα πλαίσια των διατάξεων που διέπουν τη λειτουργία της ενάγουσας, θα υπέβαλλε στο Διοικητικό Συμβούλιο τις προτάσεις και εισηγήσεις που απαιτούνταν για την υλοποίηση του σκοπού της ενάγουσας, θα αποφάσιζε την κατάρτιση συμβάσεων αντικειμένου μέχρι ποσού που θα οριζόταν με απόφαση του ΔΣ, θα αποφάσιζε σχετικά με την έκδοση εγγυητικών επιστολών υπέρ της ενάγουσας και αποδοχής τρίτων, μέχρι ποσού 1.000.000 ευρώ και την υπογραφή των σχετικών συμβάσεων.
Σύμφωνα με τον όρο 4 περ. α της σύμβασης, για τις ανωτέρω υπηρεσίες που θα προσέφερε ο εναγόμενος θα ελάμβανε από την ενάγουσα μηνιαία αποζημίωση ίση με το ανώτατο όριο αποδοχών και πρόσθετων αμοιβών του άρθρου 2 του ν. 3833/2010, ήτοι ίση με τις μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές καθορίζονται, από το άρθρο 2 του ν. 3833/2010, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το ν. 4092/2012 και ισχύει.
Με την παράγραφο β του ως άνω όρου, ρητά συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση κατάργησης ή τροποποίησης των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων ή παύσης της ισχύος τους για οποιοδήποτε λόγο στην ενάγουσα, οι καθαρές ετήσιες αποδοχές του εναγομένου θα αναπροσαρμόζονταν αυτόματα και θα διαμορφώνονταν στο ίδιο ύψος με τις αντίστοιχες καθαρές ετήσιες αποδοχές που καταβάλλονταν σε Γενικό Διευθυντή της ΔΕΗ ΑΕ στις 31.12.2009 προσαυξημένες κατά 20%, ότι οι εν λόγω αποδοχές θα ήταν απαλλαγμένες από κάθε νόμιμη κράτηση (φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, χαρτόσημο κλπ), ότι σ' αυτές θα συμπεριλαμβάνονται τα δώρα εορτών, το επίδομα αδείας, το επίδομα θέσης ευθύνης και το οικογενειακό επίδομα και θα καταβάλλεται μηνιαία το 1/12 του ποσού των ως άνω αποδοχών.
Επιπρόσθετα συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλεται στον εναγόμενο και πρόσθετη ετήσια αμοιβή απόδοσης (bonus) η οποία θα συναρτάται με τον βαθμό επιτυχίας των ετήσιων στόχων που τίθενται από το Επιχειρησιακό Σχέδιο και μπορεί να ανέλθει μέχρι και το 20% των καθαρών ετήσιων αποδοχών του. Με τις ακροτελεύτιες διατάξεις της σύμβασης ορίστηκε ότι η σχέση του διευθύνοντος συμβούλου με την ενάγουσα, διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση, το καταστατικό και τον Κανονισμό Λειτουργίας της ενάγουσας όπως αυτά ισχύουν ή αναθεωρούνται και συμπληρωματικά από τις ισχύουσες διατάξεις του Ν. 2190/1920.
Ο εναγόμενος από την ανάληψη των καθηκόντων του μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του 2016 ελάμβανε ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην ενάγουσα με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου το μικτό ποσό των 4.750 ευρώ στο οποίο ανέρχονταν οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, πλέον του ποσού των 400 ευρώ για κάθε παράστασή του σε συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας, κατά τα οριζόμενα στη σύμβασή του.
Τον Δεκέμβριο του έτους 2015 ψηφίσθηκε ο νόμος 4354/2015, με το άρθρο 28 του οποίου προβλέφθηκε πλαφόν/όριο στις αμοιβές των στελεχών των δημοσίων επιχειρήσεων, το οποίο καθορίσθηκε να είναι οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, ενώ με την παράγραφο 2 προβλέφθηκε εξαίρεση για τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και μέλη διοικητικών συμβουλίων, των νομικών προσώπων του κεφαλαίου Β του ν. 3429/2005 και των θυγατρικών τους, ως προς τους οποίους δεν θα ίσχυε το ως άνω μισθολογικό πλαφόν.
Ειδικότερα σύμφωνα με το άρθρο 1 της Αιτιολογικής Έκθεσης του νόμου αυτού "Με τις διατάξεις του άρθρου 28, κωδικοποιούνται και επαναλαμβάνονται οι διατάξεις περί ανωτάτου ορίου αποδοχών. Οι πάσης φύσεως αποδοχές και απολαβές όλων των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ, των ΝΠΙΔ και των ΟΤΑ, με εξαίρεση τους δικαστικούς λειτουργούς και τους γιατρούς, για τους οποίους ισχύει άλλο όριο, δεν μπορούν να υπερβαίνουν τις μηνιαίες αποδοχές γενικού γραμματέα υπουργείου.
Από το ανώτατο αυτό όριο εξαιρούνται πλήρως ο πρόεδρος, αντιπρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και τα μέλη των ΔΣ των νομικών προσώπων του κεφαλαίου Β. του ν. 3429/20015". Στις 29.9.2016 ελήφθη η υπ' αριθ. 43/2016 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου με την οποία εγκρίθηκαν οριστικά οι αμοιβές και αποζημιώσεις των μελών του ΔΣ περιλαμβανομένου του εναγομένου ως Διευθύνοντος Συμβούλου, για το έτος 2015 και συγκεκριμένα εγκρίθηκαν αμοιβές ίσες με τις μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, μικτού ποσού 4.750 ευρώ, αναφέρθηκε δε ότι ο διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας και ήδη εναγόμενος, για την ενασχόλησή του με την εταιρεία και την επιμελή εκτέλεση των καθηκόντων που του ανέθεσε το διοικητικό συμβούλιο από την έναρξη της θητείας μέχρι 31.12.2015 έλαβε ακαθάριστες ετήσιες αποδοχές οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 35.625 ευρώ, όπως αυτές ορίστηκαν στη σύμβαση μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, η οποία είχε εγκριθεί με την υπ' αριθ. 34/24.7.2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου.
Παράλληλα δε, αποφασίστηκε η προέγκριση των ακαθάριστων αποδοχών για την τρέχουσα εταιρική χρήση του 2016, με την αναφορά ότι ο εναγόμενος για την ενασχόλησή του με την εταιρεία και την επιμελή εκτέλεση των καθηκόντων του, θα ελάμβανε το ποσό που ορίζεται στην από 31.8.2015 σύμβασή του, πλέον της ανά συνεδρίαση αποζημίωσης για παραστάσεις σε ΔΣ της ενάγουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 4354/2015.
Στις 23.11.2016
ο εναγόμενος απέστειλε προς τη Διευθύντρια Κ. Α. Δυναμικού και Υποστήριξης της ενάγουσας επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με την οποία καλούσε την τελευταία, να προβεί σε εφαρμογή των προβλέψεων της σύμβασης και δη σε αναπροσαρμογή της αμοιβής του, επικαλούμενος την άρση των περιορισμών με την άνω νομοθετική διάταξη. Δυνάμει της ως άνω έγγραφης εντολής, οι αρμόδιες οικονομικές υπηρεσίες της ενάγουσας προέβησαν σε αναπροσαρμογή της αμοιβής του. Ειδικότερα, στις 29.12.2016
ο εναγόμενος έλαβε αναδρομικά για τους μήνες Ιανουάριο έως και Νοέμβριο 2016 ως επιπλέον αμοιβή το μικτό ποσό των 226.126,12 ευρώ το οποίο αντιστοιχούσε στα εξής ποσά: το ποσό των 102.864,01 ευρώ ως επιπλέον καθαρή αμοιβή, το ποσό των 123.262,11 ευρώ ως κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και δη α) το ποσό των 960,20 ευρώ ως κράτηση υπέρ του Κλάδου Σύνταξης ΙΚΑ/ΤΑΠ-ΔΕΗ Π/Α, β) το ποσό των 349,17 ευρώ ως κράτηση υπέρ του Κλάδου Προνοίας ΤΑΥΤΕΚΩ Π/Α, γ) το ποσό των 2.261,26 ευρώ ως ειδική εισφορά ΟΑΕΔ, δ) το ποσό των 99.953,82 ευρώ ως παρακράτηση φόρου, ε) το ποσό των 19.737,66 ευρώ ως εισφορά αλληλεγγύης.
Επιπρόσθετα καταβλήθηκε από την ενάγουσα το ποσό των 1.920,38 ευρώ για εργοδοτικές εισφορές. Επίσης, ο εναγόμενος για τον μήνα Δεκέμβριο 2016, έλαβε επιπλέον το μικτό ποσό των 20.556,92 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 9.271,16 ευρώ ως επιπλέον καθαρή αμοιβή μηνός Δεκεμβρίου και στο ποσό των 11.285,76 ευρώ ως επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και δη: 1) το ποσό των 87,29 ευρώ ως κράτηση υπέρ Κλάδου Σύνταξης ΙΚΑ/ΤΑΠ-ΔΕΗ Π/Α, 2) το ποσό των 31,74 ευρώ ως Κράτηση υπέρ Κλάδου Προνοίας ΤΥΑΠΕΚΩ Π/Α, 3) το ποσό των 205,57 ευρώ ως Κράτηση ειδικής εισφοράς ΟΑΕΔ, 4) το ποσό των 9.099,31 ευρώ ως παρακράτηση φόρου, 5) το ποσό των 1.861,87 ευρώ ως εισφορά Αλληλεγγύης.
Επιπρόσθετα η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 174,58 ευρώ ως επιπλέον εργοδοτικές εισφορές. Περαιτέρω ο εναγόμενος έλαβε τον Ιανουάριο του 2017 ως αποζημίωση για μη ληφθείσα άδεια έτους 2016 το μικτό ποσό των 30.742,36 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 14.656,42 ευρώ ως καθαρό ποσό αποζημίωσης έτους 2016 και στο ποσό των 16.085,94 ευρώ ως κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και δη στο ποσό των 13.626,55 ευρώ ως παρακράτηση φόρου και στο ποσό των 2.459,39 ευρώ ως εισφορά αλληλεγγύης.
Επίσης, ο εναγόμενος για τον μήνα Ιανουάριο 2017 έλαβε ως επιπλέον μικτή αμοιβή το ποσό των 19.848,50 ευρώ το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό των 9.389,46 ευρώ ως καθαρή αμοιβή και στο ποσό των 10.459,04 ευρώ ως επιπλέον κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών και φορολογικών αρχών και δη: 1) το ποσό των 30,83 ευρώ ως Κράτηση υπέρ Κλάδου Σύνταξης ΕΦΚΑ, 2) το ποσό των 1,24 ευρώ ως Κράτηση για εισφορά υγείας-περίθαλψης σε χρήμα, 3) το ποσό των 12,43 ευρώ ως Κράτηση υπέρ Κλάδου Προνοίας ΕΤΕΑΕΠ, 4) το ποσό των 6,68 ευρώ ως Κράτηση για εισφορά υγειονομικής περίθαλψης (σε είδος), 5) το ποσό των 10,88 ευρώ ως Κράτηση Κλάδου επικουρικού ΕΠΕΑΕΠ, 6) το ποσό των 8.981,54 ευρώ ως παρακράτηση φόρου, 7) το ποσό των 1.597,48 ευρώ ως εισφορά αλληλεγγύης.
Επιπρόσθετα η ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των 98,09 ευρώ ως επιπλέον εργοδοτικές εισφορές. Η λήψη των αμοιβών αυτών από τον εναγόμενο αλλά και από τον τότε πρόεδρο της ενάγουσας, Ε. Κ. έγινε γνωστή στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, δημοσιεύματα δε του τύπου δημοσιοποίησαν το άνω γεγονός και άσκησαν δριμεία κριτική επικαλούμενα την οικονομική κρίση που διέρχεται η ελληνική κοινωνία και τον θεσμικό ρόλο της ενάγουσας, ο δε εναγόμενος καθώς και ο ως άνω πρόεδρος της ενάγουσας στις 7.2.2017 παραιτήθηκαν από τις θέσεις τους.
Ακολούθως το Εποπτικό Συμβούλιο με την υπ' αριθ. 46/10.2.2017 απόφασή του διόρισε νέα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου σε αναπλήρωση των παραιτηθέντων, ενέκρινε ως αμοιβή των ανωτέρω παραιτηθέντων προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου για την παρελθούσα εταιρική χρήση ήτοι από 1.1.2016 μέχρι 31.12.2016 για κάθε ένα εξ αυτών το ακαθάριστο ποσό των 57.000 ευρώ πλέον αποζημιώσεων για συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις του ΔΣ, οι οποίες ανέρχονταν σε ακαθάριστο ποσό 12.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών (ήτοι 400 ευρώ ανά συμμετοχή συνεδρίασης), ενώ δεν εγκρίθηκε η καταβολή προς τον εναγόμενο οιουδήποτε ποσού ως αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας έτους 2016.
Περαιτέρω, προεγκρίθηκαν τα ίδια ως άνω ποσά (57.000 ευρώ και 400 ευρώ για συμμετοχή ανά συνεδρίαση) για την περίοδο από 1.1.2017 μέχρι 31.12.2017 για τον πρόεδρο της ενάγουσας και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο που θα προέκυπταν από το νέο Διοικητικό Συμβούλιο. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας η οποία με την υπ' αριθ. 153/2017 απόφασή της δεν προέβαλε αντιρρήσεις ως προς τη νέα σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου.
Μετά ταύτα ο πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου Ν. Κ. με την υπ' αριθ. 12/21.2.2017 επιστολή του γνωστοποίησε στην ενάγουσα την ανωτέρω απόφαση και ζήτησε να μεριμνήσει η τελευταία για την επιστροφή των ανωτέρω επιπλέον ποσών που έλαβαν ο εναγόμενος και ο ως άνω πρόεδρος της εταιρείας. Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ.
Ε-20478/24.2.2017 επιστολή του Διευθυντή της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Υποστήριξης Ν. Δ., ζητήθηκε από τον εναγόμενο να επιστρέψει το καθαρό ποσό των 131.420,87 ευρώ το οποίο είχε λάβει επιπλέον της αμοιβής που εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 46/10.2.2017 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. Ο εναγόμενος με την από 13.3.2017 εξώδικη όχληση, αρνήθηκε την επιστροφή του ποσού, ισχυριζόμενος ότι νομότυπα έλαβε τις αμοιβές του και περαιτέρω επικαλούμενος παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του αιτήθηκε την αποκατάσταση αυτής.
Στις 5.4.2017 η ενάγουσα απέστειλε στον εναγόμενο την από 4.4.2017 εξώδικη δήλωση-απάντηση-πρόσκληση με την οποία τον κάλεσε εκ νέου εντός προθεσμίας δέκα εργασίμων ημερών να επιστρέφει το ως άνω καθαρό ποσό των 131.420,87 ευρώ. Η λήψη των αμοιβών του εναγομένου, εναρμονισμένων με τις αποδοχές του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ, κατ' άρθρο 28 παρ.2 του Ν. 4354/2015, ήταν νόμιμη, σύμφωνη με τον όρο 4β της σύμβασής του περί αυτόματης αναπροσαρμογής και του άνω άρθρου 28 παρ.2 του Ν. 4354/2015.
Η αμοιβή αυτή, με σαφήνεια κατά ποσό προσδιορίζεται στη σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, αφού ταυτίζεται με την αμοιβή του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ στις 31.12.2009 προσαυξημένη κατά 20%. Η αμοιβή αυτή εγκρίθηκε μαζί με την όλη σύμβαση με την υπ' αριθ. 34/24.7.2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, που υποβλήθηκε στη ΡΑΕ και κατέστη δεσμευτική καθώς η τελευταία δεν υπέβαλε αντιρρήσεις.
Εγκρίθηκε δε εκ νέου ομοίως με την υπ' αριθ. 43/29.9.2016 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. Η απόφαση αυτή ζητήθηκε από τον στρατηγικό επενδυτή που προτίθετο να αγοράσει ένα ποσοστό των μετοχών της ενάγουσας. Ασχέτως τούτου, επιβεβαιώνεται η έγκριση της αμοιβής του ενάγοντος στο ύψος της αμοιβής του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ.
Η έγκριση αυτή, εκ περισσού έλαβε χώρα, αφού ήδη είχε εγκριθεί η σύμβαση και οι όροι αμοιβής του ενάγοντος από το Εποπτικό Συμβούλιο. Η νέα υπ' αριθ. 46/10.2.2017 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, με την οποία η αμοιβή μειώνεται στα πριν την ισχύ του άρθρου 28 του Ν. 4354/2015 όρια, αντιτίθεται στα ρητώς συμφωνηθέντα με τον εναγόμενο που επιβεβαιώθηκαν μάλιστα εκ νέου (έστω εκ περισσού) με την υπ' αριθ. 43/29.9.2016 απόφαση.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι με την τελευταία ως άνω απόφαση προεγκρίθηκε απλώς η αμοιβή, ενώ έπρεπε στο τέλος της χρήσης (η αμοιβή) να εγκριθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν. 2190/1920, που ορίζει ότι "πάσα ετέρα, μη καθοριζομένη κατά ποσόν υπό του Καταστατικού, χορηγουμένη δε εξ οιουδήποτε λόγου εις σύμβουλον αμοιβή ή αποζημίωσις, θεωρείται βαρύνουσα την Εταιρείαν, μόνον, εάν εγκριθή δι' ειδικής αποφάσεως της τακτικής Γενικής Συνελεύσεως".
Ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι βάσιμος διότι δεν υφίσταται νομοθετικό κενό το οποίο να πρέπει να καλυφθεί με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2190/1920. Η διάταξη αυτή προϋποθέτει διάσταση του οργάνου που συνάπτει τη σύμβαση (το διοικητικό συμβούλιο) και του οργάνου που εγκρίνει τη σύμβαση αυτή (τη γενική συνέλευση) για να αποφευχθούν καταστρατηγήσεις των συμφερόντων της εταιρίας και των μετόχων, διάσταση η οποία δεν υφίσταται εν προκειμένω, αφού με βάση τις διατάξεις του άρθρου 105 Ν. 4009/2011 που ενσωματώνει το άρθρο 19 της οδηγίας στην ελληνική έννομη τάξη, τα άρθρα 12 και 21 του καταστατικού και το άρθρο 2 παρ.2 στοιχ.
Β Κανονισμού λειτουργίας Εποπτικού Συμβουλίου της ενάγουσας, τους όρους των αμοιβών των μελών ΔΣ καθορίζει το εποπτικό συμβούλιο. Δεν υφίσταται επομένως δικαίωμα του Εποπτικού Συμβουλίου, στο τέλος εκάστης χρήσης, να μην εγκρίνει συμφωνημένες αμοιβές που το ίδιο είχε εγκρίνει, διότι τέτοιου είδους αυθαίρετος επανακαθορισμός συνιστά παραβίαση των συμφωνηθέντων.
Γι' αυτό άλλωστε, τέτοιες στο τέλος εκάστης χρήσης εγκριτικές αποφάσεις δεν υπήρξαν στο παρελθόν. Για τον ίδιο λόγο, ο νομικός σύμβουλος της ενάγουσας Μ. Χ., στην από 27.12.2016 γνωμοδότησή του, γνωμοδότησε ότι ο εναγόμενος δικαιούται τις αναπροσαρμοσμένες συμφωνημένες αποδοχές, με βάση το άρθρο 28 παρ.2 του Ν. 4354/2015 και τον όρο 4β της σύμβασής του η οποία είχε εγκριθεί με την υπ' αριθ. 34/2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου.
Αν αναγνωριζόταν τέτοια δυνατότητα στο Εποπτικό Συμβούλιο, να μεταβάλλει μονομερώς τα συμφωνηθέντα, τότε θα έπρεπε να γίνει δεκτό πως το τελευταίο θα μπορούσε όχι μόνο να μην εγκρίνει την αναπροσαρμοσμένη αμοιβή, αλλά και να μειώσει την ήδη μέχρι τότε υφιστάμενη αμοιβή στα 3/4 ή στο 1/2 αυτής κατά το δοκούν, ενδεχόμενο το οποίο καταδεικνύει με εναργέστερο τρόπο το άτοπο των ισχυρισμών της?ενάγουσας.
Επίσης η τελευταία ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν δικαιούται να λάβει αποζημίωση αδείας έτους 2016 διότι ουδέποτε εγκρίθηκε τέτοια με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος καθόσον η λήψη ποσού που αντιστοιχεί σε αποζημίωση αδείας είχε ρητά συμφωνηθεί στην από 31.8.2015 σύμβασή του η οποία είχε εγκριθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο κατά τα ανωτέρω.
Συνεπώς, ο εναγόμενος δικαιούτο με βάση το νόμο, τη σύμβαση και την έγκριση της σύμβασης εκ μέρους του εποπτικού συμβουλίου, να λάβει την αναπροσαρμοσμένη αμοιβή του στα όρια αυτής του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς μεν απέρριψε ως αβάσιμες κατ'ουσία τις αγωγικές βάσεις της ενδοσυμβατικής ευθύνης και της αδικοπραξίας, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (ΚΠολΔ 534)...
εσφαλμένα όμως κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατά τούτο ως βάσιμη κατ'ουσία την αγωγή κατά την επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού...". Το Εφετείο, αφού αρχικά, κατά παραδοχή σχετικού λόγου έφεσης του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν στην από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό επικουρική βάση της αγωγής, την οποία (βάση), κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση ως προς αυτήν, απέρριψε ως μη νόμιμη, στη συνέχεια, με βάση τις προπαρατιθέμενες παραδοχές του, απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την αντίθετη έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση στο σύνολό της και, δικάζοντας επί της αγωγής της αναιρεσείουσας ως προς τις από την ενδοσυμβατική ευθύνη και την αδικοπραξία κύριες βάσεις της, απέρριψε, με αντικατάσταση αιτιολογιών (άρθρο 534 ΚΠολΔ), αυτές ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920 (όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα), την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, καθόσον, ενώ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση της αναιρεσείουσας εταιρίας (……..
ΑΕ), που είναι ανώνυμη εταιρία διεπόμενη από τις ειδικές διατάξεις του Ν. 4001/2011 και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, το Εποπτικό Συμβούλιο αυτής αντικαθιστά μεν πλήρως, βάσει των ειδικών διατάξεων των άρθρων 105 και 106 του Ν. 4001/2011 και του καταστατικού της, τη Γενική Συνέλευση ως αρμόδιο όργανο για θέματα διορισμού, ανανέωσης και όρων εργασίας (συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής) των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου υπό την ιδιότητά τους αυτή, αλλά, όμως, η διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί από αυτό για την έγκριση της χορηγούμενης σε μέλος του Δ.Σ. (άρα και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο) αμοιβής ή αποζημίωσης μη καθοριζόμενης κατά ποσό από το Καταστατικό, είναι όμοια με αυτή που προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 του Κ.Ν. 2190/1920, η οποία, κατά τα ανωτέρω, τυγχάνει συμπληρωματικής εφαρμογής στην ένδικη υπόθεση, έτσι ώστε να απαιτείται ειδική εγκριτική απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου κατά συγκεκριμένο και αριθμητικά προσδιορισμένο ποσό για κάθε σύμβουλο, στο τέλος της εταιρικής χρήσης, με την πρόσθετη προϋπόθεση της κοινοποίησης της απόφασης στην ΡΑΕ και της μη εναντίωσης της τελευταίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 105 παρ. 1 και 2 του Ν. 4001/2011, παρ' όλα αυτά, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε εσφαλμένα, ότι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από την ανάληψη των καθηκόντων του (Μάιος 2015) μέχρι και τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2016, ελάμβανε ως αμοιβή για τις υπηρεσίες που προσέφερε στην αναιρεσείουσα με την ιδιότητα του Διευθύνοντος Συμβούλου, το μικτό ποσό των 4.750 ευρώ (στο οποίο ανέρχονταν οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου κατά τα οριζόμενα στη σύμβασή του), νομίμως έλαβε, κατά το χρονικό διάστημα των μηνών Δεκεμβρίου 2016 και Ιανουαρίου 2017, τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στις υπέρτερες αποδοχές του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ ΑΕ στις 31.12.2009 προσαυξημένες κατά 20% (με επίκληση της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 2 του Ν. 4354/2015, με την οποία εξαιρέθηκαν, από 1.1.2016, οι αμοιβές, μεταξύ άλλων, και των διευθυνόντων συμβούλων των δημοσίων επιχειρήσεων από το όριο των αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου), μολονότι, κατά τις ίδιες ανέλεγκτες παραδοχές του, δεν υπήρξε ειδική εγκριτική, για τις αμοιβές αυτές, απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου κατά συγκεκριμένο και αριθμητικά προσδιορισμένο ποσό, στο τέλος της εταιρικής χρήσης του έτους 2016, αλλά, αντιθέτως, το Εποπτικό Συμβούλιο της αναιρεσείουσας, τελικά, με την υπ' αριθ. 46/10.2.2017 απόφασή του ενέκρινε ως αμοιβή του (ήδη παραιτηθέντος) αναιρεσιβλήτου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου, για την παρελθούσα εταιρική χρήση του έτους 2016, το ακαθάριστο ποσό των 57.000 ευρώ, ήτοι δεν ενέκρινε την καταβολή των ανωτέρω αυξημένων αμοιβών (που ήδη αυτός είχε λάβει) για το έτος 2016, ούτε ενέκρινε και την καταβολή σ' αυτόν αποζημίωσης για μη ληφθείσα άδεια του ιδίου έτους, κρίνοντας (το Εφετείο), επίσης, εσφαλμένα ότι, εφόσον υπήρχε, αφενός μεν αρχική έγκριση της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης με την υπ' αριθ. 34/24.7.2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας εταιρίας, αφετέρου δε γενική προέγκριση, χωρίς προσδιορισμό κατά ποσό, των ακαθάριστων αμοιβών του αναιρεσίβλητου για την εταιρική χρήση του έτους 2016 με την υπ' αριθ. 43/29.9.2016 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, δεν απαιτείτο για τη λήψη από τον αναιρεσίβλητο των ως άνω, εναρμονισμένων με τις αποδοχές του Γενικού Διευθυντή της ΔΕΗ κατ' άρθρο 28 παρ. 2 του Ν. 4354/2015 αυξημένων αμοιβών του, η ανωτέρω ειδική εγκριτική για τις αποδοχές αυτές, απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας, δεδομένου ότι, τόσο η ως άνω αρχική έγκριση της σύμβασης με την υπ' αριθ. 34/24.7.2015 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου όσο και η γενική προέγκριση των ακαθάριστων αμοιβών του αναιρεσίβλητου για την εταιρική χρήση του έτους 2016 με την υπ' αριθ. 43/29.9.2016 απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, δεν μπορούν να υποκαταστήσουν την ανάγκη ύπαρξης, και συνακόλουθα την υφιστάμενη έλλειψη, ειδικής εγκριτικής απόφασης του Εποπτικού Συμβουλίου κατά συγκεκριμένο και αριθμητικά προσδιορισμένο ποσό για τις αμοιβές του αναιρεσίβλητου στο τέλος της εταιρικής χρήσης του έτους 2016.
Επομένως, ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος αναίρεσης (κατά το πρώτο σκέλος του), με τον οποίο, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης, με εσφαλμένη μη εφαρμογή, του προαναφερόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, είναι βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 904 εδ. α' ΑΚ, όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β' της ίδιας διάταξης, η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από λήπτη που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Κατά την ανωτέρω διάταξη προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι: α) ο πλουτισμός του υποχρέου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Επίσης, από το ίδιο ως άνω άρθρο (ΑΚ 904) προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσεως και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από την σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός αν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα, στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1227/2015).
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όταν δηλαδή η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, αρκεί για την νομική πληρότητα της ως άνω επικουρικής βάσης, να γίνεται επίκληση απλή των προαναφερθεισών τεσσάρων προϋποθέσεων με στοιχεία α' έως δ' για τη θεμελίωση της αντίστοιχης αξίωσης στη διάταξη του άρθρου 904 εδ.
α' του ΑΚ, χωρίς να είναι αναγκαία, στη δικονομικώς αυτή ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, η επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με την κύρια βάση της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από σύμβαση ή αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 408/2020).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 757/2015).
Επομένως, ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξίωσης (ΑΠ 1027/2021). Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 5/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με το παρατιθέμενο στην παράγραφο Ι της παρούσας περιεχόμενό της, είναι νόμιμη κατά την επικουρική περί αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 904 ΑΚ, αφού η τελευταία στηρίζεται σε διαφορετικά εν μέρει περιστατικά από αυτά των κύριων αγωγικών βάσεων και, για τη νομική θεμελίωσή της, δεν απαιτείται, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως προηγούμενη νομική σκέψη, η επίκληση εκ μέρους της αναιρεσείουσας των προϋποθέσεων ανυπαρξίας των με τις κύριες βάσεις της αγωγής ασκουμένων αξιώσεων από ενδοσυμβατική ευθύνη και αδικοπραξία, αφού αυτές (προϋποθέσεις) θα διαγνωσθούν δικαστικά στην ίδια δίκη και θα είναι δεδομένες κατά την επακολουθούσα εξέταση της επικουρικής βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ενόψει και του ότι αυτή ασκείται υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης των κύριων αγωγικών βάσεων.
Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι μη νόμιμη ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με την αιτιολογία ότι "στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζονται οι κύριες βάσεις από την ενδοσυμβατική ευθύνη και την αδικοπραξία", αφενός παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη τους περιεχόμενους στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής θεμελιωτικούς της επικουρικής αξίωσης της αναιρεσείουσας ισχυρισμούς που προαναφέρθηκαν.
Επομένως, και ανεξαρτήτως του ότι, μετά την αναίρεση, κατά τα ανωτέρω, της απόφασης για τη διάταξή της, με την οποία απορρίφθηκαν οι στηριζόμενες στην ενδοσυμβατική ευθύνη και στην αδικοπραξία κύριες βάσεις της αγωγής, συναναιρείται και η έτερη διάταξη αυτής για την ως άνω επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού στηρίζεται στην πλήρωση της αίρεσης της απόρριψης των κύριων αγωγικών βάσεων, η οποία, όμως, ανατρέπεται με την αναίρεση της απόφασης (ΑΠ 282/2020, ΑΠ 1282/2018, ΑΠ 1625/2014, ΑΠ 1683/2008), οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω, από τους αριθ. 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειες, είναι βάσιμοι.
ΙV. Κατ` ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των ως άνω κριθέντων ως βασίμων, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί, στο σύνολό της, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που δίκασε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, σε βάρος του αναιρεσιβλήτου λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί ολικά την υπ' αριθ. 2169/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί, όμως, από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ