Supreme Court dismisses appeal on inadmissible evidence claim regarding a necessary co-litigant witness.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding a civil liability case. The appellants argued that the lower court improperly considered the sworn testimony of a necessary co-litigant witness who was not objected to during the first instance trial. The court ruled that since the opposing party did not raise an objection to the witness's examination at the first instance, the evidence was admissible and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the admission of evidence from a necessary co-litigant without prior objection is inadmissible if no objection was raised at the first instance.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Κ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., 3) Λ. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 4) Δ. Τ., κατοίκου ..., 5) Λ. Ζ. του Α., κατοίκου ..., 6) Δ. Φ. του Σ., 7) Π. Π. του Ζ., κατοίκων ..., 8) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ..., ως μοναδικού κληρονόμου του αποβιώσαντος αρχικά εναγομένου Γ. Ν. του Ι., 9) Λ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 10) Γ. Π. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Σανιδά και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ζωή Βασιληά και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2012 μη οριστική και 28/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26/11/2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 26.11.2019 και με αριθ. κατάθ.9/26.11.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5/29.03.2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 932, 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι, για να θεμελιωθεί υποχρέωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται α) παράνομη συμπεριφορά προσώπου, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, που αντίκειται σε συγκεκριμένο επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου ή σε γενική επιταγή της έννομης τάξης και προσβάλλει δικαίωμα ή προστατευόμενο έννομο συμφέρον άλλου προσώπου, β) υπαίτια συμπεριφορά, δηλαδή, ενέργεια ή παράλειψη, οφειλόμενη σε δόλο ή αμέλεια, γ) επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης σε βάρος άλλου προσώπου (παθόντος) και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υποχρέου και της ζημίας του παθόντος.
Η μη τήρηση ή η πλημμελής τήρηση των προστατευτικών κανόνων δικαίου παρέχει αξίωση αποζημίωσης στους ιδιώτες που βλάπτονται, μόνον όταν οι κανόνες αυτοί αποσκοπούν στην προστασία ατομικών δικαιωμάτων, αποκλειστικά ή παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, ενώ δεν υπάρχει τέτοια αξίωση από την παράβαση δικαϊικών κανόνων, που προστατεύουν μόνο το γενικό συμφέρον.
Εξάλλου, ως ζημία νοείται η διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του προσώπου που διαμόρφωσε η ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτή, ενώ δικαιούχος είναι εκείνος που ζημιώθηκε αμέσως από αυτή, δηλαδή, ο φορέας του δικαιώματος ή του προστατευόμενου συμφέροντος, που προσβλήθηκε από την αδικοπραξία.
Σύμφωνα δε με την αρχή της πρόσφορης αιτιότητας (causa adaequata), που κρατεί στο πεδίο του ιδιωτικού δικαίου, αποζημιώνεται η ζημία, εάν συνδέεται και στην έκταση που συνδέεται με πρόσφορη αιτιώδη σχέση προς τη ζημιογόνο πράξη του υπαιτίου, πράγμα που υπάρχει, όταν η τελευταία (ζημιογόνος πράξη) δεν συνέβαλε απλώς ως αναγκαίος όρος (condition sine qua non) στο επιζήμιο αποτέλεσμα, αλλά, κατά το χρόνο και υπό τους όρους που αυτή έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση έκτακτων περιστατικών, να επιφέρει τη συγκεκριμένη ζημία.
Σε περίπτωση που η ζημία προήλθε από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων, κατά το άρθρο 926 του ΑΚ, ενέχονται (εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αδικοπρακτικής ευθύνης) όλοι εις ολόκληρον για αποζημίωση ή και για εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του παθόντος. Επίσης, σε διαφορές από αδικοπραξία, δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη και την έκταση της ζημίας, την τέλεση της παράνομης πράξης και για άλλα πραγματικά ζητήματα θεμελιωτικά των όρων αδικοπρακτικής ευθύνης.
Αντίθετα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση αυτού για υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στον προσήκοντα νομικό κανόνα και ειδικότερα για τα νομικά ζητήματα α) εάν είναι αποζημιωτέα ή όχι η ζημία κατά το νόμο και αν αυτή έχει προκληθεί παράνομα ή όχι, β) αν συγκροτείται ή όχι η έννοια της υπαιτιότητας του υποχρέου και γ) αν υπάρχει ή όχι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και ζημίας.
Ειδικότερα, ως προς τη συνδρομή αιτιώδους συνδέσμου, η αποδεικτικά αντλούμενη παραδοχή του δικαστηρίου της ουσίας ότι η παράνομη πράξη επέφερε ως αναγκαίος όρος στη συγκεκριμένη περίπτωση τη ζημία, συνιστά πραγματικό ζήτημα και δεν ελέγχεται αναιρετικά. Αντίθετα, αποτελεί νομικό ζήτημα και ελέγχεται αναιρετικά το αν η σχετική παράνομη πράξη, καθεαυτή, κρινόμενη αντικειμενικά και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν, κατά την αρχή πρόσφορης αιτιότητας, ικανή να επιφέρει τη ζημία (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 670,676/2021).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 10/2017, ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1136/2018).
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 184/2021,ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Εξάλλου,κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 27/1998).Τέλος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο οποίος στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις, που ανάγονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων(και ήδη αναιρεσίβλητος) είναι ιδιοκτήτης και οδηγός του με αριθμό κυκλοφορίας ...
Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ασχολούμενος κατ' επάγγελμα με τη μεταφορά διαφόρων εμπορευμάτων. Την 31.3.2008 συνήψε με την εταιρεία "..." νομίμως εκπροσωπούμενη την με αριθμό ... σύμβαση μεταφοράς με φορτηγό αυτοκίνητο, δυνάμει της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί στην μεταφορά βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας ...
στην ... έως τις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της ... στον .... Στη σύμβαση ορίστηκε ρητά ότι αυτή δεν αποτελεί σύμβαση αποκλειστικότητας και ότι η ... μπορεί να αποτανθεί και σε άλλους μεταφορείς, ότι η διάρκεια είναι διετής, από 1.4.2008 έως 31.3.2010, ότι η τιμή μεταφοράς είναι 4,1 ευρώ ανά τόνο μεταφοράς και ότι η πληρωμή θα γίνεται σε σαράντα πέντε ημέρες από την έκδοση του σχετικού νόμιμου παραστατικού.
Επίσης, ορίστηκε ότι οι ποσότητες που θα μεταφερθούν ανά μήνα για το έτος 2008 είναι οι εξής: Απρίλιος: 2.234 τόνοι, Μάιος: 2.346 τόνοι, Ιούνιος:2.234 τόνοι, Ιούλιος:2.569 τόνοι, Αύγουστος:2.234 τόνοι, Σεπτέμβριος: 2.457 τόνοι, Οκτώβριος: 2.457 τόνοι, Νοέμβριος:2.234 τόνοι και Δεκέμβριος: 2.234 τόνοι, ενώ για το έτος 2009 ορίστηκε ότι θα μεταφερθεί ποσότητα της τάξης των 24.000 τόνων κατανεμημένων ισόποσα σε όλη τη διάρκεια του έτους και τέλος για το τρίμηνο από Ιανουάριο 2010 έως και 31.3.2010 ορίστηκε ότι θα μεταφερθεί ποσότητα της τάξης των 6.000 τόνων, κατανεμημένη ισόποσα σε όλη τη διάρκεια του τριμήνου.
Την ίδια ημερομηνία είχαν συνάψει αντίστοιχη σύμβαση και οι Λ. Κ., Χ. Μ., Γ. Π. και Δ. Π.. Την 1.4.2008 περί ώρα 8:00 ο ενάγων οδηγώντας το ανωτέρω όχημά του, μαζί με τους τρεις πρώτους εκ των ανωτέρω, οι οποίοι ήταν ιδιοκτήτες και οδηγοί αντίστοιχα των με αριθμούς κυκλοφορίας ..., ... και ... Δ.Χ.Φ. αυτοκινήτων, σε εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, έχοντας φορτώσει ποσότητα βωξίτη από τις εγκαταστάσεις της εταιρίας ...
κινήθηκαν προς τις εγκαταστάσεις της ... στην παραλία …. Πρώτο ήταν το όχημα του ενάγοντος και ακολουθούσαν κατά σειρά τα οχήματα του Γ. Π., του Χ. Μ. και τελευταίο του Λ. Κ. Την ίδια ημέρα και ώρα, στο 3ο χλμ της Ε.Ο. ... είχαν συγκεντρωθεί περίπου σαράντα αυτοκινητιστές με ισάριθμα Δ.Χ.Φ. αυτοκίνητα του σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΙΣΤΩΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕΝΩΝ ΣΤΗΝ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΕΛΦΟΙ-ΔΙΣΤΟΜΟ Α.Μ.Ε.", μεταξύ των οποίων τα με αριθμούς κυκλοφορίας: ...
ιδιοκτησίας του πρώτου εναγομένου (και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου), ... ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου (και ήδη δευτέρου αναιρεσίβλητου), ... ιδιοκτησίας του τρίτου εναγομένου (και ήδη τρίτου αναιρεσίβλητου), ... ιδιοκτησίας του τετάρτου εναγομένου(και ήδη τετάρτου αναιρεσίβλητου), ... ιδιοκτησίας του πέμπτου εναγομένου (και ήδη πέμπτου αναιρεσίβλητου), ...
ιδιοκτησίας του ενάτου εναγομένου(και ήδη ενάτου αναιρεσίβλητου) και ... ιδιοκτησίας του δεκάτου εναγομένου (και ήδη δεκάτου αναιρεσίβλητου). Τρία φορτηγά, ήτοι τα με αριθμούς κυκλοφορίας ... ιδιοκτησίας του έκτου εναγομένου(και ήδη έκτου αναιρεσίβλητου), ... ιδιοκτησίας Ι. Μ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) και ...
ιδιοκτησίας Γ. Λ. (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη), είχαν τοποθετηθεί κάθετα στο οδόστρωμα και εμπόδιζαν την κυκλοφορία των οχημάτων και δη αυτών του ενάγοντος και των λοιπών συναδέλφων του που μετέφεραν βωξίτη. Συγκεκριμένα οι παρευρισκόμενοι στο σημείο αυτό αυτοκινητιστές, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, μέλη του προαναφερόμενου σωματείου, ενεργώντας από κοινού προκειμένου να εμποδίσουν την ολοκλήρωση της μεταφοράς του βωξίτη, εργασία την οποία ενεργούσαν οι ίδιοι τα προηγούμενα έτη, κινήθηκαν απειλητικά κατά του ενάγοντος και των οδηγών που τον ακολουθούσαν, οι οποίοι είχαν εκ των πραγμάτων αναγκαστεί να ακινητοποιήσουν τα οχήματά τους, τους εξύβρισαν, έριξαν πέτρες κατά των οχημάτων τους, τους ανάγκασαν να εξέλθουν από αυτά και απαίτησαν με την απειλή ότι θα πυρπολήσουν τα φορτηγά τους να αδειάσουν το μετάλλευμα στην άκρη του δρόμου, γεγονός το οποίο και έγινε, προς εκτόνωση της κατάστασης και κατόπιν προτροπής των παρισταμένων αστυνομικών δυνάμεων, οι οποίες είχαν ειδοποιηθεί και είχαν προσέλθει στο χώρο των επεισοδίων, ο ενάγων και οι λοιποί οδηγοί απομάκρυναν τα οχήματά τους.
Κατόπιν των ανωτέρω γεγονότων και εξαιτίας αυτών ο ενάγων και οι άλλοι τρεις οδηγοί αναγκάστηκαν να διακόψουν συναινετικά τις συμβάσεις τους με την "...", οι εκπρόσωποι της οποίας είχαν πληροφορηθεί τα επεισόδια και είχαν αντιληφθεί την αδυναμία εκτελέσεως των συναφθεισών συμβάσεων. Μετά δε τη λύση αυτών το έργο της μεταφοράς του βωξίτη ανετέθη αποκλειστικά σε καράβι.
Από τα παραπάνω εκτιθέμενα περιστατικά αποδεικνύεται ότι η λύση της σύμβασης του ενάγοντος με την εταιρία "..." επήλθε ως συνέπεια της ανωτέρω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς που επέδειξαν οι εναγόμενοι... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τη ρίψη των λίθων έσπασε το παρμπρίζ και το παράθυρο του συνοδηγού του οχήματος του ενάγοντος, ενώ υπέστη σοβαρές φθορές σε όλη την επιφάνειά του.
Για την αποκατάσταση του σπασμένου παρμπρίζ και του παραθύρου ο ενάγων κατέβαλε συνολικά (για αγορά ανταλλακτικών-εργασίες επισκευής) το ποσό των 690,22 ευρώ... Για την αποκατάσταση των λοιπών φθορών του οχήματος(επισκευή πλαϊνού δεξιού, αριστερής πόρτας, δεξιού φτερού, οπίσθιας πλάτης, αεροτομής δεξιάς-αριστερής, δεξιάς πόρτας και βαφή αυτών) δικαιούται συνολικά το ποσό των 824,67 ευρώ....
Επομένως, το σύνολο της θετικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.574,89 ευρώ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των εναγομένων, υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της ψυχικής ταλαιπωρίας που βίωσε από τα άνω γεγονότα και από τη διαδικασία επισκευής του φορτηγού αυτοκινήτου του, για την αποκατάσταση της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η υπό κρίση αδικοπραξία, της υπαιτιότητας των εναγομένων, του είδους και της έκτασης των υλικών ζημιών που υπέστη ο ενάγων, της περιουσιακής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων...
δικαιούται το ποσό των 10.000 ευρώ...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, υπό τα αναιρετικώς ανέλεγκτα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέληξε στην κρίση ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, ως μέλη συνδικαλιστικού σωματείου, σε επεισόδιο που έλαβε χώρα την 1-4-2008, τέλεσαν υπαιτίως παράνομες πράξεις σε βάρος του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, δηλαδή, με τη χρήση βίας, απειλών, ύβρεων και προπηλακισμών, παρεμπόδισαν την εκ μέρους τούτου ομαλή εκτέλεση της υπ' αυτού αναληφθείσας, δυνάμει συμβάσεως μισθώσεως έργου, μεταφοράς βωξίτη στις εγκαταστάσεις της εργοδότριάς του εταιρείας, εξαναγκάζοντάς τον μάλιστα να αδειάσει στο οδόστρωμα το υπ` αυτού μεταφερόμενο μετάλλευμα, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η ολοκλήρωση της μεταφοράς, κατά την ως άνω ημερομηνία.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στους εφαρμοσθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297,298,299,914,926 και 932 του ΑΚ, ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας των εναγομένων-αναιρεσειόντων, και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των τελευταίων και των ζημιών και ηθικής βλάβης που προξένησαν στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο, ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου αιτιάσεών τους, που περιλαμβάνονται στους πρώτο και αντίστοιχο τμήμα του δεύτερου λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως προς τα αντίστοιχα σκέλη τους ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις με βάση τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε την διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, την οποία εφήρμοσε εσφαλμένα, μη λαβούσα υπ' όψη της την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγµατος) και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που αναγνώρισε στον ενάγοντα-αναιρεσίβλητο ότι εδικαιούτο ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από το βίαιο επεισόδιο, που προκάλεσαν σε βάρος του οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες, ποσό δυσανάλογο σε σχέση με το μικρότερο τούτου που έπρεπε να του αναγνωρίσει.
Με την προαναφερθείσα κρίση του, ωστόσο, το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση του αναιρεσίβλητου, λόγω ηθικής βλάβης, στο προαναφερόμενο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ και την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, είναι εύλογο και δεν υπερτερεί και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως με βάση τα αναφερόμενα στην απόφαση προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο προαναφερθείς τέταρτος, κατά το πρώτο του σκέλος, βασιζόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης. Τέλος, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297,298,299,914, 926 και 932 του ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως και, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, κρίνονται αβάσιμοι. Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις τους οι ίδιοι ως άνω πρώτος, δεύτερος και τέταρτος λόγοι, καθό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη τους, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 400 αριθμ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και έκδοσης της απόφασης τούτου, πριν από την κατάργησή του με την παρ. 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και 403 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν ως μάρτυρες, πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από τη δίκη, ήτοι, αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη απ' αυτήν και, ως εκ τούτου, δεν παρέχουν εχέγγυα αληθούς μαρτυρίας.
Κατά την πρώτη των άνω διατάξεων, ως συμφέρον του μάρτυρα, υλικό ή και ηθικό, πάντως, άμεσο και βέβαιο, ως αναπόφευκτη συνέπεια της εκβάσεως της δίκης, νοείται αυτό που συνέχεται με τις κύριες συνέπειες της αποφάσεως, ιδίως το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα, τη διαπλαστική ενέργεια, ως και τις δευτερεύουσες και αντανακλαστικές ενέργειες της δίκης, που επεκτείνονται και στον μάρτυρα, πράγμα, το οποίο δεν συμβαίνει, όταν ο μάρτυρας είναι απλός συγγενής ή σύζυγος διαδίκου, ακόμη δε και αναγκαίος κληρονόμος του (ΑΠ 11/2004).
Ο λόγος εξαίρεσης του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ' ένσταση του αντιδίκου του διαδίκου, που προσάγει το μάρτυρα προς εξέταση, την οποία (ένσταση) πρέπει να προτείνει πριν ορκιστεί ο μάρτυρας και να επικαλεστεί το συμφέρον, ως λόγο της εξαίρεσης. Αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απορρίψει την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρα, ο ενιστάμενος μπορεί στην κατ' έφεση δίκη να προτείνει νόμιμα την ίδια ένσταση.
Σε περίπτωση που το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν λάβει υπόψη την ένσταση αυτή, δημιουργείται ο από τον αριθμό 8β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο και παρά το σχετικό ισχυρισμό, που προέβαλαν τόσον πρωτοδίκως όσον και κατ` έφεση, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε μη επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και συγκεκριμένα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ο οποίος εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών, ο οποίος δεν είναι τρίτος, αλλά αναγκαίος ομόδικος αυτού (διαδίκου), δεδομένου ότι είναι συνάδελφός του, παρών στο επίδικο βιοτικό συμβάν και έχει ασκήσει, όμοια κατά περιεχόμενο, αγωγή κατ' αυτών.
Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατά τη συζήτηση της αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, εξετάσθηκε, με πρόταση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ως μάρτυρας, ο Γ. Π., χωρίς να προβληθεί από τους εναγόμενους, προ της ορκίσεώς του, ένσταση για τη μη εξέτασή του, όπως προκύπτει από τα με αριθμ. 49 της 19-5-2011 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου.
Με την από 31-5-2011 προσθήκη των προτάσεών τους-αξιολόγηση μαρτυρικών καταθέσεων, οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες προέβαλαν τον ισχυρισμό περί μη λήψεως υπόψη της καταθέσεως του ως άνω μάρτυρα, άλλως, περί της σταθμίσεως αυτής, για το λόγο ότι αυτός έχει προφανές άμεσο έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης.
Με την από 19-6-2017 έφεσή τους και δη με τον πρώτο λόγο αυτής, οι εναγόμενοι - εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες παραπονούνται, πλην των άλλων, για τη μη ορθή στάθμιση και αξιολόγηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, χωρίς να προβάλλουν κάποιο συγκεκριμένο ισχυρισμό. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα και την συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, όπως όφειλε, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ενόψει των ανωτέρω, δεν συντρέχει περίπτωση μη επιτρεπτού αποδεικτικού μέσου, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν παντάπασι ένσταση μη εξετάσεως του ανωτέρω μάρτυρα και, συνακόλουθα, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (τρίτος) κρίνεται αβάσιμος.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.106,176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.11.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2022.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ