Legislator Case Law & Legislation
1828/2018 AI generated

Supreme Court dismisses retrial requests where a later acquittal stems from a settlement rather than new evidence proving innocence.

Case Number 1828/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed two retrial requests filed by defendants who had previously been convicted and later acquitted. The court found that the subsequent acquittal resulted from a settlement agreement between the parties, not from the discovery of new facts proving innocence. Consequently, the retrial was deemed inadmissible because the legal requirements for reopening a final criminal proceeding were not met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525, 527, 528 of the Code of Criminal Procedure; A retrial for the benefit of the convicted is permitted only upon the discovery of new facts or evidence proving innocence, excluding cases where a later acquittal is based on a settlement agreement.

Keywords

AI generated
retrial of proceedings new facts and evidence acquittal based on settlement final judgment Code of Criminal Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 525, 527, 528 of the Code of Criminal Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1828 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1828/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθμ.231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο - Εισηγητή, Μαρία Γ., Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 9 Οκτωβρίου 2018, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αιτούντων: 1)Χ. Μ. του Γ., κατοίκου ... και 2)Κ. Ν. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ.1111, 1139, 1149/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Το Τριμελές Εφετείο Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αιτούντες ζητούν τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 22-10-2017 δύο (2) αιτήσεις τους, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 7/18.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ισίδωρος Ντογιάκος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη με αριθμό 151/25-6-2018, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 525 παρ.1, 2 - 527 παρ.1 και 3 και 528 ΚΠΔ, τις από 22-10-2017 αιτήσεις των : 1) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., με τις οποίες ζητούν την επανάληψη προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 1149/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των και την υπ'αριθμ. 530/2015 απορριπτική απόφαση του ΣΤ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικά αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν, μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία, μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως, καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάσθηκε είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής νέα γεγονότα ή αποδείξεις θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν από την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί- υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή καταδικάσθηκε άδικα για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.

Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό, αφού η επανάληψη της διαδικασίας, ως στρεφόμενη εναντίον αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 127/2001 Π.Χ.

ΝΑ' 896, ΑΠ 1269/2001 ΠΧ ΝΒ'50). Έχει κριθεί δε, ότι νέες αποδείξεις και γεγονότα (του άρθρου 525 παρ.1 περ.2 ΚΠΔ) μπορεί να είναι και οι αθωωτικές αποφάσεις ή αθωωτικά βουλεύματα, για τα οποία δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 525 παρ.1 περ. 4 του ΚΠΔ με την προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με αυτές που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό, ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά διέπραξε (Συμβ.

ΑΠ 2284/2008 ΠοινΧρ 2009, 838). Με την προειρημένη απόφαση υπ'αριθμ. 1149/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων οι αιτούντες καταδικάσθηκαν σε φυλάκιση δώδεκα (12) μηνών, για το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο τέλεσαν αμφότεροι καταθέτοντας ενώπιον του Ανακριτού του 6ου Τμήματος Πλημ/κων Πειραιώς, εξεταζόμενοι ως μάρτυρες στα πλαίσια τακτικής ανάκρισης με αφορμή μήνυση του Σ.

Τ. του Γ. με κατηγορούμενο τον αιτούντα Κ. Ν. του Γ. για το αδίκημα της απάτης στο δικαστήριο και πλαστογραφίας με χρήση δια βλάβης τρίτου άνω του ποσού των 120.000 ευρώ και με τον Ε. Π. του Δ. για απλή συνέργεια στην πράξη της πλαστογραφίας. Για το παραπάνω αδίκημα εκδόθηκε η 398/2016 απαλλακτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, την οποία επικαλούνται οι ανωτέρω αιτούντες ως νέο στοιχείο, το οποίο συνεκτιμώμενο θα πρέπει να οδηγήσει σε επανάληψη της διαδικασίας της υπ'αριθμ. 1149/2014 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Πειραιώς.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί η χρονική αλληλουχία των αναφερόμενων πραγματικών περιστατικών, η συνεκτίμηση των οποίων οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα για τη βασιμότητα της κρινόμενης αιτήσεως. Η ψευδορκία μάρτυρα για την οποία καταδικάσθηκαν με την υπ'αριθμ. 1149/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς έλαβε χώρα την 9-1-2007 ενώπιον του Ανακριτή Πειραιώς, και εκδικάσθηκε το έτος 2014, μετά ταύτα δε εξεδόθη η υπ'αριθμ. 398/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.

Βέβαια δε το κρίσιμο, εν προκειμένω ερώτημα, είναι εάν η απαλλακτική απόφαση (398/20106) συνιστά νέο γεγονός, νέες αποδείξεις, οι οποίες από μόνες τους ή συνδυαστικά καθιστούν φανερό ότι οι αιτούντες είναι αθώοι, ή καταδικάσθηκαν άδικα για έγκλημα βαρύτερο από αυτό που πραγματικά διέπραξαν. Εδώ θα πρέπει να υπογραμμισθεί η ετερότητα των κατηγοριών που αφορούν οι δύο επικαλούμενες αποφάσεις, ψευδορκία μάρτυρα η επίμαχη και κακουργηματική πλαστογραφία και απάτη η δεύτερη, ουδόλως δε η 398/2016 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, θα οδηγήσει σε απαλλαγή των αιτούντων για την πράξη της ψευδορκίας.

Άλλα στοιχεία και άλλα δεδομένα έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικάσαν δικαστήριο, όταν εξέδιδε την απαλλακτική του απόφαση για την πράξη της κακουργηματικής απάτης και πλαστογραφίας, κι άλλων προϋποθέσεων τη συνδρομή διαπίστωσε όταν τους εκήρυξε ενόχους για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, έτσι ώστε η ανωτέρω 398/2016 απόφαση να μην καθιστά φανερό την αθώωσή τους για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα.

Άξια μνείας επίσης τυγχάνει η επισήμανση ότι η αθωωτική απόφαση για τις κακουργηματικές πράξεις (398/2016 Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Πειραιώς) υπήρξε προϊόν συμβιβαστικής διάθεσης, την οποία εμφάνισαν οι διάδικοι, προφανώς λόγω ουσιαστικής τακτοποίησης της διαφοράς τους, στοιχείο το οποίο ενισχύει την άποψη ότι το αδίκημα της ψευδορκίας μάρτυρα συντελέσθηκε ανεξάρτητα από την μετέπειτα εξέλιξη της κύριας υποθέσεως.

Συνακόλουθα οι κρινόμενες αιτήσεις θα πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αιτούντες σε δικαστικά έξοδα της παρούσας διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς προτείνω Α) Να απορριφθούν οι από 22-10-2017 αιτήσεις των: 1) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ... και 2) Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., με τις οποίες ζητούν την επανάληψη προς το συμφέρον τους της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την υπ'αριθμ. 1149/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των και την υπ'αριθμ. 530/2015 απόφαση του ΣΤ' ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου. Β)Να καταδικασθούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Ακριτίδης."

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ.1 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά διέπραξε.

Νέες αποδείξεις, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι εκείνες που δεν υποβλήθηκαν στο δικαστήριο και ως εκ τούτου ήταν άγνωστες στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το δικαστήριο, που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας, από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης, καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας.

Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιεσδήποτε, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή νεότερες καταθέσεις, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές ή και τροποποιητικές εκείνων που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, καθιστούν φανερό, και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικό διέπραξε.

Δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά αντιθέτως ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων, καθώς και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής ή νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδόσαντες αυτήν δικαστές, εφόσον η αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατ' αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλά έκτακτη διαδικασία.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις υπό κρίση συνεκδικαζόμενες από 22-10-2017 δύο αιτήσεις, οι αιτούντες ζητούν την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας, που περατώθηκε με την αμετάκλητη απόφαση 1149/2014 του Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών ο καθένας για ψευδορκία μάρτυρα, ισχυριζόμενοι ότι, από το νέο αποδεικτικό στοιχείο, που αναφέρεται σ'αυτές, γίνεται φανερό ότι είναι αθώοι.

Οι αιτήσεις είναι νόμιμες, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη. Παραδεκτά δε εισάγονται ενώπιον του δικαστηρίου τούτου (άρθρα 527 παρ.3 και 528 παρ.1 ΚΠΔ) και πρέπει συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας να εξετασθούν κατ'ουσίαν, ερήμην των αιτούντων, οι οποίοι κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.

τα από 13-7-2018, 17-7-2018 και 29-8-2018 αποδεικτικά επίδοσης των Επιμελητών της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Λ. Χ. και Α. Σ. προς τους αιτούντες και τον αντίκλητο δικηγόρο τους). Ωστόσο, το Συμβούλιο θα εξετάσει την αίτησή τους, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

ΙΙ. Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων που περιέχονται στη δικογραφία, το Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, με την απόφαση 1149/2014, που κατέστη αμετάκλητη, κήρυξε ενόχους τους αιτούντες για ψευδορκία μάρτυρα και τους καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών τον καθένα και ειδικότερα ότι: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Χ.

Μ., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή Πλημ/κών Πειραιά, κατά την διεξαγωγή κυρίας ανάκριση με αφορμή την αττό 14/11/2005, ABM Β05/304, μήνυση του εγκαλούντος εναντίον των Ι. Ν. και Ε. Π., κατάθεσε, εν γνώσει της αναλήθειας τους, τα εξής: "Τον Ε. Π. τον γνωρίζω ως διαφημιστή με ιδιωτικό ατελιέ και συνεργαζόμενο με τις εταιρείες ...

από το έτος 1999. Αυτός πρότεινε στο ... τον εξάδελφο του Τ. για συνεργασία στον κατασκευαστικό τομέα των πάνελς που διαφήμιζαν τις επιχειρήσεις του και ειδικό στα φωτιζόμενα πάνελ στο Δήμο του Πειραιά. Ο λόγος που τον σύστησε ήταν ότι ο Τ. είχε γνωριμίες στο Δήμο Πειραιά αλλα και την οικονομική υποδομή για να πραγματοποιήσει το κατασκευαστικό αυτό έργο.

Ο Τ. με την σειρά του σύστησε στο ... τον κουμπάρο του το ... για να στηρίξει τον ηλεκτρολογικό τομέα του έργου, όπως είχε κάνει ήδη ο ...ς σε άλλα πάνελς παλιότερα, κατά τα λεγόμενα του. Στα πλαίσια της συμφωνίας του αυτής με τον ... και το ... ο Ν. έδωσε από τα τέλη 2002 μέχρι τις αρχές του 2003 σε μετρητά περίπου 400.000 ευρώ στον ...

και προς από αυτούς διπλά ποσά, το ποσό της επίμαχης ...044-6 επιταγής ποσού 397.637 ευρώ, καθώς και πέντε επιταγές του ..., ίδιου περίπου ποσού, τελικά όμως οι Τ. και ...ς δεν έκαναν τίποτα από τα συμφωνηθέντα για το διαφημιστικό αυτό έργο και απ' ότι φάνηκε ενήργησαν σκόπιμα για να λάβει τα χρήματα ο Τ. από τον ...".

Ο δεύτερος κατηγορούμενος, Κ. Ν., εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Ανακριτή του 60U Τμήματος Πλημ/κών Πειραιά, κατά την διεξαγωγή κυρίας ανάκρισης με αφορμή την ανωτέρω μήνυση του εγκαλούντος κατάθεσε, εν γνώσει της αναλήθειας τους τα εξής: "όσον αφορά την επιταγή ...044-5 που με ρωτάτε, σας αναφέρω ότι την έφερε στα γραφεία της εταιρίας της δικής μου και του αδερφού μου "..." στην ...

ο ίδιος ο μηνυτής Σ. Τ. και την παρέδωσε σε μένα και τον αδερφό μου υπογεγραμμένη και συμπληρωμένη με όλα της τα στοιχεία και το ποσό των 397.637 ευρώ. Ο λόγος που μας παρέδωσε την επιταγή ήταν ότι επρόκειτο να φτιάξουμε μαζί του μια εταιρία με ποσοστό συμμετοχής 50% εμείς και 50% εκείνος μαζί με τον κουμπάρο του ..., τον οποίο μας τον γνώρισε και συναντηθήκαμε μια-δυο φορές στην … σε σημείο που δεν θυμάμαι.

Στην εταιρία αυτή ο Τ. θα προσέφερε την τεχνογνωσία και τις γνωριμίες προκειμένου να εξασφαλιστούν τα δικαιώματα και να τοποθετηθούν ταμπέλες μας σε όλη την περιοχή του …, στόχος για την επίτευξη του οποίου ο Τ. θα προσέφερε και τις γνωριμίες του, όπως και ο ...ς ενδιαφερόταν για το concept της όλης εταιρίας, Εμείς δώσαμε το παραπάνω ποσό τμηματικά από το τέλος Δεκεμβρίου του 2002 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2003 προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία της εταιρίας.

Τον ... μας τον είχε γνωρίσει περίπου ένα-δυο χρόνια νωρίτερα ή και παραπάνω ο Π. με τον οποίο είχαμε γνωριστεί δυο-τρία χρόνια παλαιότερα και ως τότε είχαμε συνεργασία στη διαφήμιση της εταιρίας μας στην οποία αυτός συμμετείχε στο διαφημιστικό της κομμάτι. Έτσι ξεκίνησε και η συνεργασία μας με τον ... και με τον κουμπάρο του το ...

που μας τον σύστησε, χωρίς να ξέρουμε άτι τα οικονομικά τους δεν πήγαιναν καλά εκείνη την εποχή με αποτέλεσμα να μην προχωρήσει η συνεργασία μας και να χάσουμε τα λεφτά μας. Εμείς βλέποντας ότι ο Τ. και ο ...ς παρά τα χρήματα που τους είχαμε δώσει δεν προέβαιναν σε καμία ενέργεια προς υλοποίηση των συμφωνηθέντων, τους καλέσαμε στα γραφεία της εταιρίας μας και εκεί ο Τ.

για να μας καθησυχάσει μας παρέδωσε την επίμαχη επιταγή που ήταν συμπληρωμένη κανονικά", ενώ η αλήθεια είναι ότι ο Ε. Π. δεν πρότεινε στον ... τον εγκαλούντα προκειμένου να συνεργαστούν επαγγελματικά αλλά ως πρόσωπο από το οποίο ο εγκαλών μπορούσε να κάνει προεξόφληση επιταγών με τοκογλυφικό τόκο, ο εγκαλών σύστησε στον ...

τον κουμπάρο του Ν. ..., όχι για να αναλάβει ο τελευταίος τον ηλεκτρολογικό τομέα του έργου των διαφημιστικών πινακίδων, αλλά ως πρόσωπο από το οποίο μπορούσε να κάνει προεξόφληση επιταγών με τοκογλυφικό τόκο, ουδέποτε οι αδερφοί Ι. και Κ.. Ν. παρέδωσαν στον εγκαλούντα χρηματικό ποσό της τάξης των 400.000 ευρώ περίπου, ουδέποτε παρέδωσε ο εγκαλών στους αδερφούς ...

την ...044-β επιταγή, ούτε επρόκειτο να συστήσει με αυτούς διαφημιστική εταιρία, αντίθετα η ανωτέρω επιταγή αφαιρέθηκε δολίως από την κατοχή, του εγκαλούντα από Π. Ε., ενώ ήταν ασυμπλήρωτη και έφερε μόνο την υπογραφή του εκδότη, Σ. Τ., και παραδόθηκε από αυτόν (Ε. Π., στον Ι. Ν., ο οποίος την πλαστογράφησε συμπληρώνοντας την ως προς όλα τα αναγκαία στοιχεία της και θέτοντας επ' αυτής χρηματικό ποσό 397.637 ευρώ, εμφάνισε δε αυτή προς πληρωμή στην Αγροτική Τράπεζα στις 30-6-2004".

Ενόψει αυτών, οι αιτούντες, με τις συνεκδικαζόμενες δύο αιτήσεις τους, επικαλούνται ως νέο αποδεικτικό στοιχείο την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση 398/2016 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά, που αφορά τρίτα πρόσωπα (Ι. Ν. και Ε. Π.) οι οποίοι κηρύχθηκαν αθώοι των αποδιδομένων σ'αυτούς πράξεων της διακεκριμένης απάτης στο δικαστήριο και πλαστογραφίας (1ος) απλής συνέργειας στην πράξη της πλαστογραφίας (2ος).

Ισχυρίζονται, ειδικότερα, οι αιτούντες ότι η απόφαση αυτή αφορά την υπόθεση για την οποία οι ίδιοι καταδικάστηκαν για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, για όσα περιστατικά αυτοί κατέθεσαν στην ανάκριση και ότι οι δικαστές αν είχαν υπόψη τους την πιο πάνω αθωωτική απόφαση θα κατέληγαν και γι'αυτούς σε αθωωτική κρίση.

Πιο συγκεκριμένα, η αθωωτική απόφαση έκρινε αθώους: Α) Τον Ι. Ν. του Γ. του ότι: "στον Πειραιά: 1)Στις 30-06- 2004, κατήρτισε πλαστό έγγραφο, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικό με γεγονός που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού, με την ανωτέρω δε πράξη του σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτο, ενώ το όφελος αυτό και η αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, έχοντας στην κατοχή του το σώμα της με αριθμ. ...044-6 επιταγής της ..., συρόμενης στον υπ' αριθμ. ...00107512 λογαριασμό του μηνυτή Σ. Τ., το οποίο του είχε κλαπεί και ήταν λευκό κατά τα μη έντυπα στοιχεία του, πλην της υπογραφής του εκδότη (Σ. Τ.), συμπλήρωσε αυθαίρετα, εν αγνοία του εκδότη και παρά την θέλησή του τα στοιχεία της επιταγής αυτής, αναγράφοντας ως ημερομηνία εκδόσεως την 30- 6-2004, ως τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ως λήπτη της επιταγής τον ίδιο (Ι.

Ν.), ως πληρωτέο ποσό 397.637 ευρώ και ως ονοματεπώνυμο εκδότη (πάνω από την ήδη υπάρχουσα υπογραφή) "...", με σκοπό να παραπλανήσει τρίτους και ιδίως τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας σχετικά με το ότι η επιταγή αυτή ήταν γνήσια, είχε εκδοθεί νομίμως και ως εκ τούτου ήταν πληρωτέα. Εν συνεχεία, έκανε χρήση της πλαστογραφημένης αυτής επιταγής, εμφανίζοντάς την προς πληρωμή στις 30-6-2004 στην πληρώτρια τράπεζα, όπου όμως αυτή δεν πληρώθηκε, διότι ο ανωτέρω μηνυτής είχε κάνει ήδη από τις 25-6-2002 υπεύθυνη δήλωση περί απώλειας του σώματος αυτής, ενώπιον της Α.Τ.Ε.

Με τις ενέργειες του αυτές ο κατηγορούμενος επεδίωκε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 120.000 ευρώ, δηλαδή ποσό 397.637 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του μηνυτή, ο οποίος στην πραγματικότητα ουδεμία είχε υποχρέωση προς καταβολή του ποσού της επιταγής. 2) Στις 22- 12-2004, έχοντας σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλον σε πράξη, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, ενώ η συνολική ζημία που προξενήθηκε από την πράξη του αυτή υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, με τον ανωτέρω σκοπό, αφού πλαστογράφησε, κατά τ' ανωτέρω αναφερόμενα, στην υπ' αριθμ. 1 πράξη την υπ' αριθμ. ...044-6 επιταγή της ..., ζήτησε δια της από 22-12-2004 αιτήσεώς του προς τον Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, την έκδοση διαταγής πληρωμής. Δια της εν γνώσει του ψευδούς παραστάσεως προς τον Δικαστή της ως άνω επιταγής ως γνήσιας καθ* όλα τα στοιχεία της και της επίκλησης και προσκομιδής της, παραπλάνησε αυτόν και εξέδωσε την υπ' αριθμ. 869/2004 Διαταγή πληρωμής, με την οποία ο μηνυτής Σ.

Τ. υποχρεώθηκε να του καταβάλει το ποσό της επιταγής (397.637 ευρώ), μετά των νομίμων τόκων από 6-7-2004 και των εξόδων, ανερχομένων στο ποσό των 7.700 ευρώ. Με την ως άνω δε απατηλή συμπεριφορά που επιδίωξε να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος ίσο με το ποσό της επιταγής (397.637 ευρώ), το οποίο υπερέβαινε τα 120.000 ευρώ, βλάπτοντας αντίστοιχα την περιουσία του μηνυτή, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν είχε καμία υποχρέωση καταβολής του ως άνω ποσού.

Β) Ο Ε. Π.ς του Δ., …, μέσα στο χρονικό διάστημα από 19-6-2002 έως 30-6-2004, με πρόθεση, παρέσχε σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή, πριν από την τέλεση της άδικης πράξης που τέλεσε και ειδικότερα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως με σκοπό οφέλους και δια βλάβης τρίτου, εκ της οποία το περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, αφού αφαίρεσε παρανόμως στις 19-6-2002 από το γραφείο του μηνυτή Σ. Τ. το σώμα της με αριθμ. ...044-6 επιταγής της ... συρόμενης στον υπ' αριθμ. ...00107512 λογαριασμό του μηνυτή, το οποίο ήταν λευκό κατά τα μη έντυπα στοιχεία του, πλην της υπογραφής του εκδότη (Σ. Τ.) παρέδωσε αυτό στην κατοχή του συγκατηγορουμένου του Ι.

Ν., προκειμένου αυτός να το συμπληρώσει παρανόμως εν αγνοία και παρά την θέληση του Σ. Τ., ως προς όλα τα λοιπά, πλην της υπογραφής στοιχεία, αναγράφοντας ως ημερομηνία εκδόσεως την 30-6-2004, ως τόπο εκδόσεως τον Πειραιά, ως λήπτη της επιταγής τον ίδιο (Ι. Ν.), ως πληρωτέο ποσό 397.637 ευρώ και ως ονοματεπώνυμο εκδότη (πάνω από την ήδη υπάρχουσα υπογραφή) "...", με σκοπό να παραπλανήσει τρίτους και ιδίως τους αρμόδιους υπαλλήλους της πληρώτριας τράπεζας σχετικά με το ότι η επιταγή αυτή ήταν γνήσια, είχε εκδοθεί νομίμως και ως εκ τούτου ήταν πληρωτέα και προκειμένου να κάνει αυτός εν συνεχεία χρήση της πλαστογραφημένης αυτής επιταγής, εμφανίζοντάς την προς πληρωμή στις 30- 6-2004 στην πληρώτρια τράπεζα, όπου όμως αυτή δεν πληρώθηκε, διότι ο ανωτέρω μηνυτής είχε κάνει ήδη από 25-6-2002 υπεύθυνη δήλωση περί απώλειας του σώματος αυτής ενώπιον της Α.Τ.Ε.

Με τον τρόπο αυτό βοήθησε ουσιωδώς τον συγκατηγορούμενό του Ι. Ν. προ της τελέσεως της ανωτέρω πράξεως της πλαστογραφίας, με την οποία αυτός επιδίωξε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος υπερβαίνον το ποσό των 123.000 ευρώ, δηλαδή ποσό 397.637 ευρώ, με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του μηνυτή, ο οποίος στην πραγματικότητα ουδεμία είχε υποχρέωση προς καταβολή του ποσού της επιταγής." Σε σχέση, όμως, με την πιο πάνω αθωωτική απόφαση, θα πρέπει να επισημανθεί ιδιαίτερα ότι αυτή υπήρξε προϊόν συμβιβαστικής διάθεσης των διαδίκων, λόγω ουσιαστικής επίλυσης της οικονομικής διαφοράς τους (την οποία ουδόλως προσδιόρισαν κατά την ακροαματική διαδικασία).

Ενδεικτική του κλίματος που επικράτησε στις σχέσεις των διαδίκων στο ακροατήριο αποτελεί και η γενικόλογη κατάθεση του μηνυτή ο οποίος αναφέρει κατά λέξη ότι: "Είχα μια διαφορά με τον κ. ...

Τον είχα μηνύσει. Κάποιες παρεξηγήσεις ταυτοποιήθηκαν τώρα. Έχει βρεθεί μια φόρμουλα αποζημιώσεως μου. Υπήρξε κάποια παρεξήγηση με την επιταγή. Συναλλαγή δεν είχαμε. Δεν τον βοήθησε ούτε ο κ. Π.. Δόθησαν εξηγήσεις και επιλύθηκε η περιουσιακή διαφορά που είχαμε. Δεν έχουμε αξιώσεις κανείς κατά του άλλου. Προς στιγμήν είχε θεωρήσει ο κ. Ν., ότι εγώ ήμουν υπεύθυνος νια την αποπληρωμή των επιταγών. Είχα μεσολαβήσει για κάποια εξυπηρέτηση. Στη συνέχεια όμως, εξακριβώθηκε. Μου το εξήγησε ο κ.Ν.. Το όφειλε".

Συνεπώς, από το περιεχόμενο της κατάθεσης αυτής, καθίσταται σαφές ότι το εκδόσαν την αθωωτική απόφαση δικαστήριο έκρινε με βάση άλλα στοιχεία και δεδομένα. (συμβιβαστική επίλυση της οικονομικής διαφοράς), ενώ το εκδόσαν την προγενέστερη καταδικαστική απόφαση δικαστήριο έκρινε τη συνδρομή άλλων προϋποθέσεων για τη θεμελίωση της αποδιδομένης στους αιτούντες αξιόποινης πράξης (ψευδορκίας). Επομένως, δεν ανατρέπονται τα δεκτά γενόμενα από το Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιά, το οποίο κατέληξε στην καταδικαστική για τους αιτούντες κρίση του, ούτε το περιεχόμενο της ανατρέπεται από την μεταγενέστερη αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιά. Κατόπιν αυτών, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις δεν καθίσταται φανερό, δηλαδή, σε σημείο που να εγγίζει τη βεβαιότητα, ότι οι αιτούντες δεν τέλεσαν την πράξη για την οποία καταδικάστηκαν. Κατ'ακολουθίαν οι συνεκδικαζόμενες δύο αιτήσεις πρέπει ν'απορριφθούν ως αβάσιμες και να καταδικαστούν οι αιτούντες στα δικαστικά έξοδα. (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 22-10-2017 δύο αιτήσεις των: 1)Μ. Χ. του Γ. κατοίκου ... και 2)Ν. Κ. του Γ., κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την απόφαση 1149/2014 του Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιά και

Καταδικάζει τους αιτούντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ