Supreme Court dismisses appeal for lack of grounds, citing proper service and valid notarial evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding inheritance rights. The appellant argued that the lower court erred in accepting notarial certificates without proper scrutiny, but the court found the second-instance judge had correctly considered these documents after validly summoning the absent appellant. Consequently, the appeal was rejected because the appellant failed to demonstrate that the lower court ignored evidence or violated procedural rules.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 11, 576 para. 2, 176, 183, 191 para. 2, 495 para. 4 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the second-instance court properly considered notarial certificates following valid summons, and the appellant fails to prove the lower court ignored evidence or violated procedural requirements.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ... που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σταματογιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 179/2006 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 53/2012 Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10-10-2012 αίτησή του, τη συζήτηση της οποίας επανέφερε μετά από ματαίωση, με την από 3-4-2017 κλήση της η αναιρεσίβλητη.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Παρασκευή Καλαϊτζή, ανέγνωσε την από 26-9-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Νικήτα Χριστόπουλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο απολειπόμενος αναιρεσείων έχει κληθεί νομίμως και εμπροθέσμως από την επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσίβλητη, η οποία έχει επιδόσει στον (απουσιάζοντα) αντίδικό της ακριβές κυρωμένο φωτοαντίγραφο της από 3-4-2017 κλήσεως, με την οποία επαναφέρεται κατά την ανωτέρω αναφερομένη δικάσιμο η συζήτηση της υποθέσεως, η οποία στην συνεδρίαση της 1-3-2017 είχε ματαιωθεί (μετ' αναβολήν από την αρχική δικάσιμο ης 5-10-2016). Η εν λόγω επίδοση της κλήσεως προκύπτει από την ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χαλκίδος Λ. Π., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσίβλητη. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως προχωρεί παρά την απουσία του αναιρεσείοντος (άρθρ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατ' άρθρ. 559 αρ. 11 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει, καθώς επίσης ( εδ. γ του ιδίου άρθρου) αν δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Προσέτι, απαραίτητη προϋπόθεση λήψεως υπόψιν υπό του δικαστηρίου του ιδιαιτέρου αποδεικτικού μέσου των ενόρκων βεβαιώσεων είναι η προηγουμένη προσήκουσα κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου που τις επικαλείται.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλει την 53/2012 απόφαση του Εφετείου Ευβοίας και ειδικότερα: Με τον υπό στοιχ. 1α λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην ανωτέρω (κατ' άρθρ. 559 αρ. 11α ΚΠολΔ) πλημμέλεια, δοθέντος ότι έλαβε υπόψιν τις … και…, αμφότερες του 2008 ένορκες βεβαιώσεις των Μ.
Β. και Β. Χ., ενώπιον των Ειρηνοδικών Πειραιώς και Νικαίας, αντιστοίχως, αν και αυτές είχαν ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, η οποία είχεν ανοιγεί με την από 25-6-2007 αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αιτείτο την αναγνώριση της ακυρότητος της από 5-6-2005 δημόσιας διαθήκης της μητέρας του προς αυτόν, αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής απόφαση 8496/2008 του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η 4755/2010 απορριπτική της εφέσεως απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το υπό στοιχ. 1β (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 559 αρ. 11 γ ΚΠολΔ πλημμέλεια, υπό την έννοια, ότι δεν έλαβε υπόψιν την νομοτύπως ληφθείσα από 21-7-2005 βεβαίωση της Ζ. Λ. με την πεπλανημένη αιτιολογία, ότι '' συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ειδικά ως αποδεικτικό μέσο στην προκειμένη δίκη''.
Ακόμη, ο αναιρεσείων (με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως), αιτιάται, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν ''τα αναλυτικά απαριθμούμενα υπό στοιχεία α- λα έγγραφα στις από 2 Ιουνίου 2008 προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών (Ευβοίας)''.
IV. Τα επιτρεπτώς επισκοπούμενα της προσβαλλομένης αποφάσεως έχουν ως ακολούθως:'' Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των ληφθεισών μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου υπ' αριθμ. ...
ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον των Ειρηνοδικών Αθηνών, Πειραιώς και Νικαίας αντιστοίχως, καθώς και των νομοτύπως προσκομισθέντων εγγράφων (χωρίς να ληφθεί υπόψη η από 21/7/2005 βεβαίωση της Ζ. Λ., διότι συντάχθηκε για να χρησιμοποιηθεί ειδικά ως αποδεικτικό μέσο στη προκείμενη δίκη) και συνεκτιμώμενης της άρνησης του εναγόμενου (λόγω της αδικαιολόγητης μη εμφάνισής του, παρά την νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του) προς υποβολή του στις αναγκαίες εξετάσεις προς διενέργεια της διαταχθείσης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης (άρθρ. 615§1 Κ.Πολ.Δ., βλ.
Ολ ΑΠ 32/1990) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος παρελήφθη νεογέννητο βρέφος το έτος 1954 από την ηλικίας τότε 25 ετών μητέρα της ενάγουσας, στην…, όπου κατοικούσε με τον πρώτο σύζυγο της (και πατέρα της ενάγουσας) Κ. Κ., μετά του οποίου είχε νυμφευθεί το 1947. Οι αγνώστων στοιχείων φυσικοί γονείς του εναγομένου ήθελαν να τον εγκαταλείψουν και έτσι οι γονείς της ενάγουσας, επειδή δεν είχαν αποκτήσει ακόμα τέκνο (αφού η ίδια γεννήθηκε το 1961), ήλθαν σε συνεννόηση με αυτούς και ατύπως, άνευ οιασδήποτε διαδικασίας, ανέλαβαν το βρέφος (εναγόμενο) και το ανέθρεψαν σαν να ήταν οι φυσικοί γονείς του, δηλώνοντας στο Ληξιαρχείο …δια της γιαγιάς της ενάγουσας εκ μητρικής γραμμής, ότι γεννήθηκε από τη μητέρα της Μ.
Κ. στην …στην κλινική …στις 21-12-1954, συνταχθείσας προς τούτο και της υπ' αρ. …/29-12-1954 ληξιαρχικής πράξης γέννησής του. Ωστόσο η μητέρα της ενάγουσας λίγους μήνες προ του θανάτου της (18-6-2005) της εκμυστηρεύθηκε ότι ο εναγόμενος δεν ήταν γνήσιο τέκνο της, ούτε υιοθετημένο. Το ίδιο γεγονός το είχε γνωστοποιήσει και στο δικηγόρο της Σ.
Δ., κατά τη συνάντηση που είχαν την 1-4-2005, κατά την οποία μάλιστα η σχετική συνομιλία τους αποτυπώθηκε σε ψηφιακό δίσκο με την κοινή συναίνεση τους (βλ. την προσκομιζόμενη απομαγνητοφώνηση της συνομιλίας τους, αλλά και την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση του εν λόγω δικηγόρου). Επίσης το είχε εκμυστηρευθεί στον οικογενειακό ιατρό Β.
Χ., αλλά και την στενή φίλη και αισθητικό της Μ. Β. (βλ. τις υπ' αριθμ. ... ένορκες βεβαιώσεις τους). Σημειωτέον εξάλλου ότι, στην ως άνω ληξιαρχική πράξη γέννησης του εναγόμενου, δεν γίνεται μνεία περί του ότι προσκομίσθηκε πιστοποιητικό ιατρού ή μαίας που επιλήφθηκε του τοκετού ή υπεύθυνη δήλωση του υπόχρεου περί αδυναμίας έκδοσής του, όπως απαιτεί ο σχετικός νόμος περί ληξιαρχικών πράξεων.
Επίσης ότι δεν προσκομίζεται αντίγραφο των σχετικών βιβλίων της ως άνω κλινικής, όπου καταχωρήθηκε ο εν λόγω τοκετός. Η ενάγουσα ήδη είχε ζητήσει με την αγωγή της για την απόδειξη της μητρότητας του εναγομένου τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης με τη μέθοδο του DΝΑ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης.
Για την διαπίστωση του κρίσιμου αυτού ζητήματος, για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, κρίθηκε αναγκαία και διατάχθηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπως προαναφέρθηκε, η διενέργεια σχετικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί, με τη ως άνω μέθοδο, που είναι η πλέον ασφαλής, αν υπάρχει ή όχι η εν λόγω μητρότητα, δεδομένου ότι, καίτοι η μητέρα της ενάγουσας ήδη είχε αποβιώσει από την 18-6-2005, ωστόσο ήταν δυνατή η διενέργεια της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης, γιατί μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης και κατόπιν σχετικής αίτησής της για τη διενέργεια συντηρητικής απόδειξης, εκδόθηκε η υπ' αρ. 4450/2008 απόφαση του Μον/λούς Πρωτ/κείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο η λήψη ιστού ή άλλου ιατρικού υλικού ή δείγματος από τη σορό της αποβιώσασας μητέρας της και η φύλαξη και διατήρηση αυτού κατά επιστημονικώς ενδεδειγμένο τρόπο προς το σκοπό τυχόν διενέργειας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης με τη μέθοδο του DΝΑ.
Ωστόσο αν και με την από 30/5/09 πρόσκληση του ορισθέντος και νομότυπα ορκισθέντος ως πραγματογνώμονας μοριακού βιολόγου - γενετιστή Π. Γ., που επιδόθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (ως προκύπτει από την υπ'αριθ.... έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή του Πρωτ/κείου Χαλκίδας Ν. Τ.) στον εναγόμενο προσκλήθηκε αυτός να εμφανισθεί στις 15/6/09 ενώπιον του, προς διενέργεια των σχετικών ιατρικών εξετάσεων, ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε (όπως βεβαιώνεται με την από 19/6/09 και με αρ.
κατ. 103/09 έκθεση του εν λόγω πραγματογνώμονα). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η μη προσέλευση του οφείλεται σε επαγγελματική του απασχόληση στο εξωτερικό, πλην όμως η δικαιολογία του αυτή κρίνεται προσχηματική, αφού σε κάθε περίπτωση θα ήταν δυνατή η διευθέτηση των υποχρεώσεων του και η κατόπιν συνεννοήσεως αναβολή των εξετάσεων, πράγμα που εξάλλου καταδεικνύεται και ως εκ του ότι δεν προβάλλει αίτημα επανάληψης της πραγματογνωμοσύνης.
Η μη προσέλευση του εναγόμενου στον πραγματογνώμονα, παρά την εμπρόθεσμη κλήτευση του, ισοδυναμεί με αδικαιολόγητη άρνηση του να υποβληθεί στις σχετικές εξετάσεις. Έτσι θεωρείται ότι το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, αν αυτή είχε διενεργηθεί, θα ήταν αρνητικό για την μητρότητα του ενάγοντος (αρθρ. 615 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ.
και την προαναφερθείσα απόφαση της Ολ ΑΠ). Ενόψει αυτών λοιπόν προφανές είναι ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, παρά την ύπαρξη σχετικού αιτήματος και ενώ πρόκειται για ζήτημα για το οποίο απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης, με την εκκαλουμένη απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.
Κατ' αποδοχή λοιπόν ως βάσιμων των σχετικών λόγων της η έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, και στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κρατηθεί η υπόθεση και δικασθεί κατ' ουσίαν (αρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), και δεδομένου και του ότι η ενάγουσα δικαιολογεί έννομο συμφέρον, αφού σε κάθε περίπτωση επηρεάζονται τα κληρονομικά της δικαιώματα, να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι δεν υπάρχει σχέση γονέα και τέκνου μεταξύ της (ήδη αποβιώσασας) Μ.
το γένος Ν. και Κ. Λ. (ως μητέρας) και του εναγόμενου (ως υιού)''. V.Η προηγηθείσα ενδελεχής επισκόπηση αποτελεί το έρεισμα της αβασιμότητος των λόγων (αμφοτέρων) αναιρέσεως, αβασιμότητα η οποία επισύρει ως συνέπεια την απορριπτική κρίση του παρόντος δικαστηρίου. Αναλυτικότερα: Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο,(κατά τα ανελέγκτως υπ' αυτού δεκτά γενόμενα), επί τη βάσει της προηγουμένης προσήκουσας κλητεύσεως του νυν αναιρεσείοντος έλαβε, ως όφειλε, υπόψιν τις προρρηθείσες ένορκες βεβαιώσεις (τις οποίες συναξιολόγησε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα), μη προκυψασών των περί του ανεπιτρέπτου αυτών αιτιάσεων αυτού (αναιρεσείοντος), παρά τα όσα τώρα ο τελευταίος προβάλλει, αβασίμως όμως, με τον αντίστοιχο αναιρετήριο λόγο, κατά τα άνω εκτιθέμενα, δεδομένου ότι οι ως άνω βεβαιώσεις, εφόσον δόθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, όμως η ιδιαίτερη μνεία αυτών αν και αυτό δεν ήταν απαραίτητο δεν ασκεί καμιά έννομη επιρροή.
Ο δε υπό στοιχ. 1β (τελευταίος) λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, είναι απορριπτέος προεχόντως λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρει τον ισχυρισμό, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με το παραπάνω αποδεικτικό μέσο, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αυτός (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Κατά δε το δεύτερο σκέλος του, είναι απαράδεκτος, ως αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, γιατί δεν αναφέρονται α) τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο φέρεται ότι δεν έλαβε υπόψη, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) το περιεχόμενο αυτών και γ) ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αυτός (ισχυρισμός) ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
VΙ. Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος προς διερεύνηση ετέρου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου και να επιβληθούν στον ηττώμενο αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχήν του αιτήματός της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2, 495 παρ. 4 ΚΠολΔ), συμφώνως προς το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2012 αίτηση του Α. Κ. (η οποία επαναφέρεται με την από 3-4-2017 κλήση της αναιρεσίβλητης Α. Κ.), περί αναιρέσεως της 53/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ευβοίας.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ποσό των οποίων ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ