Legislator Case Law & Legislation
1828/2014 AI generated

1828/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1828/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1828/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εάν δεν συντρέχει καμμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Αρείου Πάγου της δικασίμου 5 Μαρτίου 2014, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-3-2014), δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος Γ.

Keywords

AI generated
undeclared assets proof of indigence disinheritance of an insolvent heir lack of financial resources account holder family member
AI generated
1393/2011
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
464/2023
Supreme Court dismisses appeal on grounds that appeal arguments constitute a denial of claim rather than a legal ground.
1433/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου-Εισηγητή, Λάμπρο Καρέλο και Ανθή Γκάμαρη Αρεοπαγίτες.
1038/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (η οποία ορίστηκε με την υπ' αριθμ.
1137/2021
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/10/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 303/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 530/2017 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/3/2018 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1828 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Κ. Γ. Λ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σακκαλή.

Του αναιρεσιβλήτου Γ. Ι. Λ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/4/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3348/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 4901/2013 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2013 αίτησή της και τους από 28/1/2014 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε την από 24/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 576 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει, ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.

Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος, η τελευταία γίνεται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, εφόσον όμως, ο πληρεξούσιός του που υπέγραψε την κλήση, ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος αυτού, εάν δε τη συζήτηση επισπεύδει ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο διάδικο.

Εάν δεν συντρέχει καμμία από τις προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος, κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Αρείου Πάγου της δικασίμου 5 Μαρτίου 2014, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (5-3-2014), δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος Γ.

Λ. ούτε υπέβαλε την από τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παραστάσεώς του στο ακροατήριο. Τη συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει νομίμως η αναιρεσείουσα Κ. θυγ. Γ. Λ.. Από τη προσκομιζομένη και επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.

Α., προκύπτει ότι ύστερα από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ι. Σ., έγινε επίδοση στον αναιρεσίβλητο αντιγράφου της ένδικης από 14-10-2013 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4901/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και με την κάτω από αυτή πράξη του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου με την οποία ορίστηκε δικάσιμος της υποθέσεως η 5 Μαρτίου 2014 ως και με κλήση προς εμφάνιση κατά τη δικάσιμο αυτή.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ως και των προσθέτων λόγων αναίρεσης οι οποίοι εμπροθέσμως κατατέθηκαν και επιδόθηκαν στον αναιρεσίβλητο με έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας Ι. Σ.. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν προκύπτουν κατά τρόπο, πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο.

Επειδή, με το ν. 5638/1932, θεσπίστηκε ο κοινός, διαζευτικός τραπεζικός λογαριασμός με την πραγματοποίηση χρηματικής κατάθεσης σε Τράπεζα, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων από κοινού, του οποίου, μπορεί να κάνουν χρήση και να τον κινούν είτε καθένας χωριστά είτε όλοι μαζί. Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω νόμου, μπορεί κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού να τεθεί πρόσθετα ο όρος, με βάση τον οποίο, μετά το θάνατο οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους η κατάθεση περιέρχεται στους επιζώντες, μέχρι τον τελευταίο από αυτούς, ενώ με το άρθρο 3 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος συνδικαιούχου, δεν έχουν κανένα δικαίωμα στην κατάθεση.

Ωστόσο, για την προστασία των δικαιωμάτων των νομίμων μεριδούχων, με τον Αστικό Κώδικα εισήχθη η διάταξη του άρθρου 117 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία, εφόσον με την κατάθεση σε κοινό λογαριασμό συντελέστηκε δωρεά, αυτή κρίνεται σε σχέση με το δίκαιο της νόμιμης μοίρας ως δωρεά, εφόσον πρόκειται για καταθέτη που απεβίωσε μετά την εισαγωγή του ΑΚ.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για να εξευρεθεί κατά ποίο τρόπο θα προστατευθούν έναντι της κατάθεσης σε κοινό λογαριασμό, οι νόμιμοι μεριδούχοι του αποβιώσαντος συγκαταθέτη, είναι απαραίτητο να προσδιοριστεί η νομική φύση της πραγματοποιούμενης με την κοινή χρηματική κατάθεση, επίδοσης υπέρ του συγκαταθέτη της.

Έτσι, όταν κατατίθεται σε κοινό λογαριασμό, χρηματικό ποσό από χαριστική αιτία, προκειμένου να επωφεληθεί ο συγκαταθέτης του ενεργητικού υπολοίπου της κατάθεσης ακόμη και όταν προϋπόθεση της περιέλευσης της ωφέλειας στον συγκαταθέτη είναι ο θάνατος του παρέχοντος, πρόκειται περί δωρεάς στη ζωή, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του κύρους της εν λόγω δικαιοπραξίας σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 496 επ.

ΑΚ ήτοι συμφωνία των συγκαταθετών χωρίς αντάλλαγμα και συμβολαιογραφικό έγγραφο την έλλειψη του οποίου αναπληρώνει η κατάθεση των χρημάτων στον κοινό λογαριασμό από τον οποίο τα αποσύρει στη συνέχεια ο δωρεοδόχος - συγκαταθέτης (ΑΠ 1393/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1835 ΑΚ, κάθε δωρεά εν ζωή του κληρονομουμένου η οποία κατά το άρθρο 1831 υπολογίζεται στην κληρονομία, μπορεί να ανατραπεί εφόσον η κληρονομία που υπάρχει κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου δεν επαρκεί για να καλύψει τη νόμιμη μοίρα.

Αν έγιναν διαδοχικές δωρεές, η προηγουμένη είναι δυνατόν να προσβληθεί εφόσον δεν επαρκεί η ανατροπή της μεταγενέστερης. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το νόμο 1329/1983 για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομίας κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομία (πραγματική κληρονομική ομάδα), από την οποία αφαιρούνται τα χρέη της κληρονομίας και οι δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου και της απογραφής της κληρονομίας.

Ακολούθως, προσθέτονται και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομία (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Επίσης, στη νόμιμη μοίρα καταλογίζονται οι παροχές σε μεριδούχο με την αξία που είχαν όταν έγιναν, εφόσον προσθέτονται στην κληρονομία σύμφωνα με το άρθρο 1831 εκτός αν ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά όταν έδωσε την παροχή. Στη συνέχεια, με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα που προσδιορίστηκε κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου στην οποία καταλογίζονται και όσα κατά τα ανωτέρω ο κληρονομούμενος παραχώρησε στον μεριδούχο (ΑΠ 854/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε, μετά από την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 22-11-2009 απεβίωσε στην Αθήνα, χωρίς να αφήσει διαθήκη, Ι. Λ. του Γ., κάτοικος ... κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο οποίος άφησε μοναδικό πλησιέστερο συγγενή και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του τον ενάγοντα γιό του (ήδη εφεσίβλητο), τον οποίο είχε αποκτήσει από το γάμο του με τη Μ.

Σ., που είχε λυθεί με διαζύγιο με την 4440/1980 αμετάκλητη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τον οποίο ο αποβιώσας, για πολλά χρόνια δεν είχε καμμία επαφή, ενώ κατά τα τελευταία έτη πριν το θάνατο του, διατηρούσε αραιή τηλεφωνική επικοινωνία. Κατά το χρόνο του θανάτου του ο προαναφερόμενος, Ι. Λ., άφησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία:

Α. Ακίνητη περιουσία: (α) Το 1/3 εξ αδιαιρέτου μιας παλιάς κατοικίας εμβαδού 100 τετρ. μέτρων, κτισμένης σε οικόπεδο επιφάνειας 300 τετρ. μέτρων, το οποίο βρίσκεται στον οικισμό Τριταίας του Δήμου Ιτέας Φωκίδας, αξίας, του μεριδίου του, 6.809,20 ευρώ και (β) Το 1/3 εξ αδιαιρέτου οκτώ (8) αγροτεμαχίων, τα οποία βρίσκονται εκτός του παραπάνω οικισμού Τριταίας, και ειδικότερα, ένα στη θέση "Α.

Β." εκτάσεως 100 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "..." εκτάσεως 100 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "..." εκτάσεως 200 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "..." εκτάσεως 50 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "..." εκτάσεως 200 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "..." εκτάσεως 2.000 τετρ. μέτρων, ένα στη θέση "Ξ." εκτάσεως 1.000 τετρ. μέτρων και ένα στη θέση "..." εκτάσεως 500 τετρ.

μέτρων, συνολικής αξίας 124,43 ευρώ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η αγοραία αξία των παραπάνω ακινήτων είναι μεγαλύτερη, ανεξάρτητα από την αοριστία του, αφού δεν προσδιορίζει το ύψος αυτής, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μεγαλύτερη αξία αυτών. Β. Μετοχές διαφόρων εταιρειών και τραπεζών και συγκεκριμένα: (α) 4.000 μετοχές της εταιρείας "ALAPIS ΑΒΕΕ" (β) 1.080 μετοχές της τράπεζας "ATTICA BANK", (γ) 1.000 μετοχές της τράπεζας "MARFIN GROUP A.E.", (δ) 1.500 μετοχές της τράπεζας "MARFIN POP BANK PUBL", (ε) 1.000 μετοχές της τράπεζας "ΑΤE BANK", (στ) 10 μετοχές της εταιρείας "Α.

Α.Ε.", (ζ) 200 μετοχές της εταιρείας "ΒΙΟΧΑΛΚΟ Α.Ε.", (η) 570 μετοχές της τράπεζας "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡ. Α.Ε.", (θ) 500 μετοχές της εταιρείας "ΔΗΜ/ΚΟΣ ΟΡΓ. Λ.", (ι) 400 μετοχές της εταιρείας "ΥΓΕΙΑ Α.Ε.", (ια) 600 μετοχές της εταιρείας "ΕΥΔΑΠ Α.Ε.", (ιβ) 120 μετοχές της εταιρείας "ΙΑΣΩ Α.Ε.", (ιγ) 500 μετοχές της εταιρείας "INTRACOM HOLDING", (ιδ) 191 μετοχές της εταιρείας "ΜΟΧΛΟΣ Α.Ε.", (ιε) 150 μετοχές της εταιρείας "Μ.

Α.Ε.", (ιστ) 500 μετοχές της εταιρείας "ΤΕΧΝ. ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ Α.Ε.", (ιζ) 104 μετοχές της εταιρείας "EFG Α.Ε.", (ιη) 200 μετοχές της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ και (ιθ) 150 μετοχές της ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, συνολικής αξίας 24.457,90 ευρώ, η οποία δεν αμφισβητείται από την εναγομένη (ήδη εκκαλούσα - προσθέτως εκκαλούσα). Γ. Το με αριθμό κυκλοφορίας ...

ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA COROLLA, κυβισμού 1307 κ.ε., το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά 20-12-1992, αξίας 500 ευρώ, την οποία η εναγομένη δεν αμφισβητεί. Δ. Αξιώσεις από διαφορές συντάξεων της χρονικής περιόδου από 1-1-2008 μέχρι 30-9-2008, καθώς και δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων έτους 2008 και επιδόματος αδείας έτους 2008 συνολικού ποσού 18.149,28 ευρώ, που δεν αμφισβητεί η εναγομένη, και το οποίο εισέπραξε ο ενάγων.

Ε. Δύο τραπεζικούς λογαριασμούς στην ALPHA BANK, κοινούς με την εναγομένη και συγκεκριμένα, (1) τον ... λογαριασμό, που ανοίχτηκε στις 14-2-2005, ο οποίος, κατά την ημερομηνία του θανάτου του Ι. Λ., είχε κατατεθειμένο ποσό 54.335,27 ευρώ και (2) τον ... λογαριασμό, που ανοίχτηκε στις 30-4-2008, στον οποίο, κατά τον ως άνω χρόνο, υπήρχε κατατεθειμένο το ποσό των 309.097,87 ευρώ, περί των οποίων λογαριασμών γίνεται λόγος παρακάτω.

Επίσης, η κληρονομιά είχε χρέη συνολικού ποσού 5.683,47 ευρώ, προερχόμενα από οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας του παραπάνω ΙΧΕ αυτοκινήτου παρελθόντων οικονομικών ετών (ήτοι του 1998 και του 1999), από τέλη κυκλοφορίας έτους 2010, από φόρο εισοδήματος οικονομικού έτους 2009 και από οφειλή τελών τηλεφώνου του χρονικού διαστήματος από 1-2-2010 μέχρι 31-3-2010, της;

τηλεφωνικής γραμμής, που λειτουργούσε στο διαμέρισμα του κληρονομουμένου, συνολικού ποσού 2.333,47 ευρώ, τα οποία κατέβαλε με δικά του χρήματα ο ενάγων, καθώς και από δαπάνες κηδείας του κληρονομουμένου ποσού 3.350 ευρώ, το οποίο κατέβαλε με δικά της χρήματα η εναγομένη. Περαιτέρω, σε σχέση με τους προαναφερόμενους τραπεζικούς λογαριασμούς, αποδείχθηκε ότι, στις 14-2-2005 και στις 30-4-2008 ανοίχτηκαν στην ALPHA BANK οι προαναφερόμενοι κοινοί λογαριασμοί, με αριθμούς ...

και .... αντίστοιχα, με πρώτο δικαιούχο τον αποβιώσαντα, Ι. Λ. και συνδικαιούχο αυτών την εναγομένη - αδελφή του. Οι ως άνω λογαριασμοί διέπονταν από το Ν. 5638/1932 και στις συμβάσεις ανοίγματος τους περιείχαν τους πρόσθετους όρους, προβλεπόμενους από τα άρθρα 1 παρ. 1 και 2, καθώς και 2 του παραπάνω νόμου, ότι κάθε κοινός καταθέτης του λογαριασμού είχε δικαίωμα να κάνει, μερική ή ολική, χρήση του χωρίς τη σύμπραξη του άλλου συνδικαιούχου και ότι, σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους συνδικαιούχους, η κατάθεση θα εξακολουθεί να ισχύει στο όνομα του επιζώντος.

Κατά την ημέρα θανάτου του Ι. Λ., 22-11-2009, τα υπόλοιπα των παραπάνω λογαριασμών ανέρχονταν, του πρώτου, με αριθμό ..., στο ποσό των 54.335,27 ευρώ και του δεύτερου, με αριθμό ..., στο ποσό των 309.097,87 ευρώ. Επίσης, αποδείχθηκε ότι τα προαναφερόμενα υπόλοιπα των εν λόγω κοινών λογαριασμών, ανήκαν αποκλειστικά στον αποβιώσαντα Ι.

Λ. και προέρχονταν από αποταμιεύσεις μισθών προηγουμένων, από το άνοιγμα τους, ετών, από το εφάπαξ βοήθημα ποσού 98.979,23 ευρώ, το οποίο αυτός έλαβε, δυνάμει της 260988/19-12-2005 απόφασης του Δ/ντή του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων, κατά τη συνταξιοδότηση του από την υπηρεσία του, καθώς και από αποταμιεύσεις του, που προστέθηκαν από τη σύνταξη, την οποία ελάμβανε από 1-7-2005, οπότε, κατόπιν της με 31081/24-2-2006 πράξης του Δ/ντή Παροχών του Ταμείου Νομικών, συνταξιοδοτήθηκε με το βαθμό του Εισαγγελέα Εφετών, μέχρι το θάνατό του, το ύψος της οποίας κυμαινόταν από 2.500 έως 3.000 ευρώ μηνιαίως, πλέον δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, από πρόσθετα ποσά που ελάμβανε κατά διαστήματα ως αναδρομικά, όπως το μήνα Νοέμβριο του έτους 2005, που έλαβε ποσό 13.252,86 ευρώ, το μήνα Μάϊο του έτους 2008 που έλαβε ποσό 12.264,19 ευρώ, καθώς και τους μήνες Απρίλιο και Μάιο του έτους 2009, που έλαβε ποσά 5.578,68 ευρώ και 3.313,43 ευρώ, αντίστοιχα, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα ενημερωτικά σημειώματα του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, Γενική Δ/νση Συντάξεων, καθώς και από πωλήσεις χρηματιστηριακών προϊόντων (μετοχών), όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα αντίγραφα κινήσεως των παραπάνω λογαριασμών.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι το σύνολο των καταθέσεων των παραπάνω λογαριασμών προέρχονταν από δικά της αποκλειστικά χρήματα είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη της ουσιαστικής του βασιμότητας. Ειδικότερα, η εναγομένη, η οποία, από το έτος 2001, ήταν συνταξιούχος δικηγόρος Αθηνών, ελάμβανε σύνταξη αναπηρίας ποσού 656,78 ευρώ μηνιαίως, ποσό που δεν ήταν επαρκές, ώστε, μετά την κάλυψη των ατομικών της αναγκών, να προβαίνει και σε αποταμίευση μέρους του και να δημιουργηθούν τα ως άνω υπόλοιπα ποσά καταθέσεων.

Επίσης, αυτή διέμενε με τον παραπάνω αποβιώσαντα αδελφό της, Ι. Λ., μέχρι το χρόνο του θανάτου του, σε μισθωμένο από αυτόν διαμέρισμα στο ..., επί της οδού ..., αριθμός …, το μίσθωμα της οποίας κατέβαλε αποκλειστικά εκείνος. Εισοδήματα αυτής από την άσκηση της επαγγελματικής της δραστηριότητας, ως δικηγόρου, κατατεθειμένα στους πιο πάνω λογαριασμούς, όπως ισχυρίζεται, δεν αποδείχθηκαν, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν άσκησε ενεργή δικηγορία, αλλά τυπικά διατηρούσε την δικηγορική ιδιότητα, καθώς έπασχε από ψυχονεύρωση, γεγονός που και η ίδια ομολογεί, γι' αυτό, άλλωστε, και έλαβε αναπηρική σύνταξη.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη είχε έσοδα από άλλες πηγές και κυρίως από καταβολές μεγάλων χρηματικών ποσών, τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, έκανε προς αυτήν κάθε μήνα ο συνταξιούχος πατέρας της. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί της; εναγομένης ότι ο αποβιώσας αδελφός της ξόδευε το σύνολο των εισοδημάτων του για έξοδα διαβίωσης στις επαρχιακές πόλεις που υπηρετούσε, ως εν ενεργεία Εισαγγελέας, καθώς και για την προσωπική του διασκέδαση, ταξιδεύοντας συχνά στο εξωτερικό με τη συνοδεία διαφόρων γυναικών, με τις οποίες διατηρούσε ερωτικούς δεσμούς και για τις οποίες διέθετε μεγάλα χρηματικά ποσά, και επίσης, ότι σπαταλούσε σημαντικά χρηματικά ποσά στα καζίνο των περιοχών που υπηρετούσε, διότι είχε πάθος με τη χαρτοπαιξία, δεν αποδείχθηκαν, η δε σχετική κατάθεση του μάρτυρα, Δ.

Μ., που εξετάστηκε με πρόταση της εναγομένης, δεν κρίνεται πειστική. Άλλωστε, αν οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγομένης, δηλαδή ότι οι καταθέσεις των προαναφερομένων τραπεζικών λογαριασμών προέρχονταν από δικά της χρήματα και ότι ο θανών αδελφός της ήταν "σπάταλος" και "επιρρεπής στη χαρτοπαιξία" ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα σύμφωνα με τους κανόνες της λογικής, αυτή δεν θα τον καθιστούσε συνδικαιούχο των λογαριασμών, με δυνατότητα, μάλιστα, χρήσης αυτών χωρίς τη σύμπραξη της, δεδομένου ότι, εξαιτίας των παραπάνω παθών του, τα χρήματα της δεν θα ήταν ασφαλή.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο αποβιώσας σπατάλησε όλο το προαναφερόμενο εφάπαξ βοήθημα ποσού 98.979,23 ευρώ, το οποίο έλαβε κατά την αποχώρηση του από την υπηρεσία, και συνεπώς είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός της εναγομένης. Εξάλλου, ο θανών, Ι. Λ., έπασχε από χρόνια ηπατίτιδα, καθώς και από καταθλιπτική νεύρωση, πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο τελευταίος νοσηλευόταν συχνά σε ιδιωτικές κλινικές προς αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων υγείας του, καθώς και ότι ξόδευε σημαντικά ποσά για φαρμακευτική αγωγή, δεδομένου ότι δεν προσκομίζει καμμία σχετική απόδειξη πληρωμής τέτοιων δαπανών.

Ακόμα, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, την επομένη του θανάτου του αδελφού της, Ι. Λ., ήτοι στις 23-11-2009, καθώς και στις 24-11-2009, κάνοντας χρήση του σχετικού δικαιώματος της (άρθρο 2 ν. 5638/1932), ανέλαβε το ενεργητικό υπόλοιπο των παραπάνω λογαριασμών, ήτοι το συνολικό ποσό των 363.433,14 ευρώ και το μετέφερε σε άλλους, ατομικούς της, τραπεζικούς λογαριασμούς.

Κατ' ακολουθία των παραπάνω, η θέση σε αμφότερες τις συμβάσεις ανοίγματος των παραπάνω κοινών λογαριασμών του όρου του άρθρου 2 του ν. 5638/1932, σύμφωνα με τον οποίο σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από τους δικαιούχους οι καταθέσεις, καθώς και ολόκληροι οι κοινοί λογαριασμοί θα περιέρχονται στους υπόλοιπους δικαιούχους που ζουν συνιστούν δωρεές εν ζωή, στις οποίες προέβη ο αποβιώσας, πατέρας του ενάγοντος, προς την εναγομένη, αδελφή του, χωρίς αντάλλαγμα από χαριστική αιτία και συνεπώς οι δωρεές αυτές πρέπει να προστεθούν στην κληρονομιά του αποβιώσαντος Ι.

Λ., προκειμένου να υπολογισθεί η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου ενάγοντος και να ανατραπούν αυτές, στην έκταση που είναι αναγκαίο, για να συμπληρωθεί η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, ο οποίος νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της παρούσας αγωγής, γι' αυτό και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του σχετικός πρόσθετος λόγος έφεσης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις και σωστά εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα με τους σχετικούς λόγους της έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό της εναγομένης περί παραγραφής της αγωγής μέμψης άστοργης δωρεάς (άρθρο 1836 παρ. 2 ΑΚ), αυτή τον πρότεινε πρωτοδίκως μονολεκτικά, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά (βλ. φύλλο 2 των 3348/2012 πρακτικών), χωρίς αναφορά των πραγματικών περιστατικών που τον συγκροτούν, τα οποία, άλλωστε, ούτε στις από 23-9-2012 πρωτόδικες προτάσεις της εξειδικεύει, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτών.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της εναγομένης ως αόριστο, δεν έσφαλε, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εκκαλούσα με τον σχετικό πρόσθετο λόγο έφεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο κληρονομούμενος, Ι. Λ., εκτός από τα παραπάνω ποσά, που κατέθεσε ως δωρεές στη ζωή στους πιο πάνω, κοινούς με την εναγομένη, λογαριασμούς, είχε κατά το χρόνο του θανάτου του και τα προαναφερόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνολικής αξίας 50.040,81 ευρώ (ήτοι, αξία ακινήτων 6.933,63 ευρώ + αξία μετοχών 24.457,90 ευρώ + αξία ΙΧΕ αυτοκινήτου 500 ευρώ + αξία απαιτήσεων από διαφορές συντάξεων 18.149,28 ευρώ), ενώ η κληρονομιά είχε χρέη. συνολικού ποσού 5.683,47 ευρώ. Η πλασματική κληρονομική ομάδα, με βάση την οποία υπολογίζεται η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος, σχηματίζεται από την προαναφερόμενη αξία της κληρονομιάς; κατά το χρόνο του θανάτου του παραπάνω κληρονομουμένου, αφού αφαιρεθούν τα χρέη της κληρονομιάς, δηλαδή από ποσό 44.357,34 ευρώ (50.040,81 - 5.683,47 ευρώ), στην οποία προσθέτονται οι προαναφερόμενες δύο δωρεές στη ζωή, δηλαδή ποσό 363.433,14 ευρώ και συνεπώς η αξία της πλασματικής κληρονομικής ομάδας ανέρχεται στο ποσό των 407.790,48 ευρώ.

Συνεπώς, η νόμιμη μοίρα του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 203.895,24 ευρώ (407.79,48 : 2), από το οποίο πρέπει να αφαιρεθεί η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας, ήτοι ποσό 50.040,81 ευρώ, που περιήλθε στον ενάγοντα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο, δηλαδή η νόμιμη μοίρα: του ανέρχεται στο ποσό των 153.854,43 ευρώ (203.895,24 - 50.040,81 ευρώ), όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση, κατά τις μη πληττόμενες με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής παραδοχές της.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 117 ΕισΝΑΚ, 1835, 1836, 496, 498 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το πρώτο και τρίτο σκέλος του και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας με την προσβαλλομένη απόφασή του, ως ανωτέρω, διέλαβε σ'αυτή πλήρεις, σαφείς, και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ και είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο σκέλος του, ως και οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος του και τρίτος κατά το τελευταίο μέρος του πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης με του οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα.

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου ουσιαστικού κανόνα δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα των αξιωμένων από το νόμο.

Η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της στοιχεία που δεν εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά τη μη επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας πλην, όμως, για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης από την παράλειψη αυτή, πρέπει να προτείνεται ο περί αυτής ισχυρισμός ενώπιον του Εφετείου, διότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι από τους αναφερομένους στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ που λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο Εφετείο και δεν αφορά τη δημόσια τάξη.

Για να είναι παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του, επί πλέον δε, να καθορίζεται περιεχόμενο της αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το πρώτο σκέλος του και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη μη έχουσα συγκεκριμένο αίτημα και μη αναφέρουσα πως και από ποια πηγή είχε εξοικονομήσει ο κληρονομούμενος πατέρας του αναιρεσιβλήτου τα χρήματα που υπήρχαν στους δύο κοινούς λογαριασμούς αυτής και του αποβιώσαντος.

O λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφενός γιατί δεν γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο και στους προσθέτους λόγους αναίρεσης ότι τέτοιος ισχυρισμός προτάθηκε ενώπιον του δικάσαντος κατ' ουσίαν Εφετείου Αθηνών και αφετέρου, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της έφεσης ενώπιον του Εφετείου Αθηνών και τους προσθέτους αυτής λόγους, τέτοιος ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας.

Επειδή, όπως συνάγεται από το άρθρο 216 παρ. 1 στοιχ. γ' ΚΠολΔ, το αίτημα της αγωγής δεν είναι απαραίτητο να διατυπώνεται με ορισμένο πανηγυρικό τύπο, αλλά μπορεί να συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του δικογράφου (ΑΠ 1293/1993). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από τα όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ως "αίτηση" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν και συγκεκριμένα ενώ ο αναιρεσίβλητος ζητεί με την ένδικη αγωγή του την ανατροπή της μίας εκ των δύο δωρεών προς την αναιρεσείουσα εκ μέρους του αποβιώσαντος πατέρα του Ι.

Λ. που έγινε μέσω της εμφάνισης της τελευταίας ως συνδικαιούχου στον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό που ετηρείτο στην Τράπεζα "ALPHA BANK" και είχε υπόλοιπο, κατά το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου 309.097,82 ευρώ, το Εφετείο ανατρέπει δύο συμβάσεις κοινού λογαριασμού του κληρονομούμενου και της αναιρεσείουσας δηλαδή την δωρεά μέσω της ως άνω σύμβασης κοινού λογαριασμού και επί πλέον και τη δωρεά μέσω της σύμβασης κοινού λογαριασμού με αριθμό ...

που ετηρείτο στην ίδια Τράπεζα "ALPHA BANK". Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από το όλο περιεχόμενο της αγωγής συνάγεται, ανεξάρτητα από τη διατύπωση του αιτητικού, ότι ο αναιρεσίβλητος ζητεί με την ένδικη αγωγή του την ανατροπή και των δύο ως άνω δωρεών.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και χωρίς να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος έλαβε υπόψη όλα τα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα υπ' αριθμ. 3348/2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και όλα τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Συνεπώς, ο από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίου δικογράφου κατά το τέταρτο μέρος του και ο πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το σχετικό σκέλος του με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Η αιτίαση που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον πρώτο πρόσθετο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του και με τον τρίτο κύριο λόγο του αναιρετηρίου κατά το τελευταίο μέρος του ότι είναι αναιρετέα η προσβαλλομένη απόφαση κατά το άρθρο 559 αρ. 12 και 13 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέα ως αόριστη αφού γίνεται μόνον επίκληση των διατάξεων αυτών χωρίς αναφορά συγκεκριμένου σχετικού παραπόνου που να θεμελιώνει τους αντίστοιχους λόγους αναιρέσεως.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ που ορίζει ότι η παραβίαση των διαδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό σκέλος του και τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία οποιοσδήποτε σώφρων άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι είναι υπέρογκα τα ποσά που ξοδεύει ένας ασθενής που πάσχει από χρόνια ηπατίτιδα, καρκίνο της ήπατος και καταθλιπτική ψυχονεύρωση και επίσης εξοδεύει και σε πολλά ταξίδια με συνέπεια να μη δικαιολογείται να έχει στην κυριότητά του τα χρηματικά ποσά που υπήρχαν, κατά το χρόνο θανάτου του, στους δύο ως άνω κοινούς λογαριασμούς.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλουμένη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεν αφορά στην ερμηνεία διατάξεων κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (Ολ ΑΠ 42/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του δικανικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη 1) τις υπ' αριθμ. 13240/1979 και 4440/1980 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υπ' αριθ. 1982/1995 απόφαση του, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών 2) εισιτήρια που αποδεικνύουν τα ταξίδια του αποβιώσαντος 3) δύο ερωτικές επιστολές 4) φορολογική δήλωση της αναιρεσείουσας 5) απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ για καταβολή σύνταξης στον πατέρα της αναιρεσείουσας 6) την υπ' αριθμ. ...

ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Ιτέας Αγγελικής Αργυροπούλου - Λύτρα η οποία δόθηκε στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων και εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο και 7) βεβαίωση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών περί του ότι η αναιρεσείουσα ήταν από το έτος 1982 εν ενεργεία δικηγόρος Αθηνών. Από την υπάρχουσα στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη "όλα τα έγγραφα τα οποία ο καθένας από τους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση ότι παρά το νόμο, το Εφετείο, απέρριψε την ένσταση παραγραφής που αυτή προέβαλε κατ' άρθρο 1836 ΑΚ ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της ενώ είχε υποβληθεί απ' αυτήν κατά ορισμένο τρόπο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ (και όχι εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά τη συζήτηση ενώπιον αυτού της ένδικης αγωγής, η ένσταση παραγραφής που προέβαλε η αναιρεσείουσα κατά της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου διατυπώθηκε επί λέξει ως εξής "προβάλλω ένσταση εκ των άρθρων 1835-1836 παραγραφής".

Από δε την επισκόπηση των προτάσεων που η αναιρεσείουσα υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3348/2012 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτή σε σχέση με την ένσταση παραγραφής που προέβαλε, αναφέρει: "δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 1835 και 1836, αλλά και να είχε καθ' υπόθεση και μόνο αξίωση που δεν είχε και δεν έχει για τους ανωτέρω λόγους, θα είχε υποκύψει σε παραγραφή των άρθρων του ΑΚ περί μέμψης αστόργου δωρεάς".

Με το ως άνω περιεχόμενο η προβληθείσα ένσταση παραγραφής η οποία δεν περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν κατά νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον εναγόμενο κατά του ενάγοντος (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι αόριστη. Η προσβαλλομένη επομένως απόφαση η οποία εκήρυξε απαράδεκτη την ως άνω ένσταση παραγραφής, λόγω της αοριστίας της όχι παρά το νόμο κήρυξε το απαράδεκτο αυτό .

Οι λοιπές αιτιάσεις που διατυπώνονται στο αναιρετήριο και προσθέτους λόγους, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, διότι με αυτές πλήττεται η ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 14-10-2013 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4901/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο κατ' άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 12 παρ. 2 ν. 4055/2012.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2013 αίτηση της Κ. θυγ. Γ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4901/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και τους προσθέτους αυτής λόγους.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ