Legislator Case Law & Legislation
1828/2012 AI generated

1828/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1828/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Πότε δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμύς 8 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Λόγος από τον αριθμό 11, αβάσιμος. Επικυρώνει ΕΑ 3991/2008).

Legislator headnote

AI generated

1828/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1828 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Πολιτική Δικονομία. Αναίρεση. Πότε δεν ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμύς 8 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Λόγος από τον αριθμό 11, αβάσιμος. Επικυρώνει ΕΑ 3991/2008).

Αριθμός 1828/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Απριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΤΑWAY ΕΠΕ" που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Πελέκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Μ.-Λ. Μ., συζ. Γ. Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Αϋφαντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2004 και 2-12-2005 αγωγή και ανταγωγή των ήδη διαδίκων, αντίστοιχα που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4157/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 3991/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Αργύριος Σταυράκης, ανέγνωσε την από 2-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε ότι με έγγραφη σύμβαση την οποία συνήψαν οι διάδικοι την 31-1-2004 η αναιρεσείουσα εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση, έναντι της αναφερόμενης αμοιβής και τιμήματος, αφ' ενός μεν να προβεί στις εργασίες εκσκαφής και θεμελίωσης προκατασκευασμένης οικίας στο επίσης αναφερόμενο οικόπεδο της αναιρεσίβλητης, και αφ' ετέρου να μεταβιβάσει (πώληση) και να τοποθετήσει στο ανωτέρω οικόπεδο την προκατασκευασμένη οικία, ότι κατά τη συμφωνία των μερών το έργο της εκσκαφής και θεμελίωσης της οικίας έπρεπε να ολοκληρωθεί σε εξήντα ημέρες από την έκδοση της οικοδομικής άδειας και την παράδοσή της στην αναιρεσείουσα με πλήρη τον φάκελο και τις μελέτες εφαρμογής για τις ηλεκτρομηχανολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, η δε παράδοση της προκατασκευασμένης οικίας (αντικείμενο της πώλησης) να γίνει μέχρι την 31-5-2004, υπό τον όρο, και για τις δύο ως άνω υποχρεώσεις, εκτός των άλλων και ότι η αναιρεσίβλητη θα είχε εξασφαλίσει στην αναιρεσείουσα την χωρίς δυσχέρεια πρόσβασή της στο οικόπεδο, ότι για την περίπτωση της υπαίτιας καθυστέρησης εκπληρώσεως της καθεμιάς από τις υποχρεώσεις αυτές της αναιρεσείουσας συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων η αναφερόμενη αντίστοιχη ποινική ρήτρα εις βάρος της τελευταίας, ότι η αναιρεσείουσα, από υπαιτιότητά της, που λεπτομερώς αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη, καθυστέρησε πράγματι την ολοκλήρωση των εργασιών της εκσκαφής και θεμελίωση της οικίας, της οποίες περάτωσε την 10-6-2004 (παράδοση έργου), αντί της 3-4-2004, ήτοι εξήντα ημέρες μετά την παράδοση, κατά την 2-2-2004, στην αναιρεσείουσα της εκδοθείσης αδείας, με πλήρη τον φάκελο των σχετικών μελετών, αλλά (καθυστέρησε) και την παράδοση της οικίας, η οποία έλαβε χώρα την 4-8-2004, αντί της συμφωνηθείσης ως άνω 31-5-2004, και ότι συνεπεία της υπαίτιας αυτής καθυστέρησης της εκπληρώσεως των συμβατικών υποχρεώσεων της αναιρεσείουσας η τελευταία οφείλει στην αναιρεσίβλητη ως καταπεσούσα ποινική ρήτρα τα ποσά των 3.100 ευρώ και 6.848 ευρώ για τη σύμβαση έργου και την πώληση, αντίστοιχα.

Και βάσει των παραδοχών αυτών και αφού, ως εκ περισσού, απέρριψε ρητώς τους αρνητικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η προθεσμία εκτελέσεως των εργασιών άρχισε την 14-4-2004 και όχι την 2-2-2004, ως ανωτέρω, και ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε εξασφαλίσει εγκαίρως την πρόσβαση της αναιρεσείουσας στο οικόπεδο για την εκτέλεση των εργασιών, το Εφετείο δέχθηκε τη σχετική ένσταση της αναιρεσίβλητης-εναγομένης και συμψήφισε τα ανωτέρω ποσά της καταπεσούσης ποινικής ρήτρας προς το ζητούμενο με την ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας ποσό ως οφειλόμενο υπόλοιπο τιμήματος της πωληθείσης προκατασκευασμένης οικίας.

ΙΙ. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν δημιουργείται όταν τα φερόμενα ως πράγματα που προτάθηκαν αλλά δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, τέτοια δε (μη ουσιώδη) "πράγματα" είναι εκτός των άλλων και οι μη νόμιμοι ισχυρισμοί καθώς και οι αρνητικού αγωγής ή ενστάσεως ισχυρισμοί. Ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου 559 ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και επικαλέστηκαν είναι αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι. Τέλος, και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο κατά το άρθρο 561§1 του ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των άρθρων 8 και 11 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη α) τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη παρέλαβε ανεπιφύλακτα, κατά την παράδοση του (5-8-2004), το όλον έργο και κατά συνέπειαν δεν δικαιούται να ζητήσει τη συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα για την καθυστέρησή του, ότι η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση παραδόσεως του έργου, αφού η αναιρεσίβλητη δεν την είχε εξασφαλίσει την απρόσκοπτη πρόσβαση στο οικόπεδό της και ότι η προθεσμία για την παράδοση του έργου άρχιζε την 14-4-2004, και β) τα σχετικά έγγραφα από τα οποία αποδεικνύονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, τα οποία αναφέρονται στο αναιρετήριο με τον αριθμό του καθενός, ως προσκομισθέντος σχετικού στο Εφετείο.

Ο πρώτος από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν είναι νόμιμος, αφού η επικαλούμενη παραλαβή του έργου δεν αίρει κατά νόμον την υπάρχουσα ευθύνη του υπερήμερου οφειλέτη από την καταπεσούσα ποινική ρήτρα (άρθρα 404 επ. του ΑΚ), οι λοιποί δε ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της ενστάσεως συμψηφισμού της αναιρεσίβλητης.

Επομένως και σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη δεν πρόκειται για ουσιώδεις ισχυρισμούς και ο εξεταζόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του (από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος (παρεκτός δηλ. του ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη, και τους ανωτέρω ισχυρισμούς).

Κατά το δεύτερο σκέλος του (από τον αριθμό 11 του ως άνω άρθρου) ο ειρημένος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφού από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί η αναιρεσείουσα. Απαράδεκτος σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, είναι και ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο και υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ προσβάλλεται αληθώς, κατά το νοηματικό περιεχόμενο αυτού του λόγου, όπου δεν αναφέρεται συγκεκριμένη λανθασμένη ανάγνωση των εγγράφων, η από το δικαστήριο της ουσίας ανέλεγκτη εκτίμηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών.

ΙΙΙ. Με τους τρίτον και τέταρτο λόγους του αναιρετηρίου και υπό την επίκληση των αριθμών 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ προσάπτεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση αναστολής της προθεσμίας παραδόσεως του έργου και της οικίας (που θα οδηγούσε στην άρση της υπερημερίας της αναιρεσείουσας και εντεύθεν στην μη ευθύνη της για ποινική ρήτρα) παρότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε προβάλει τέτοιον ισχυρισμό με την έφεσή της, ενώ για το ίδιο ζήτημα διέλαβε (το Εφετείο) στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Και οι προβαλλόμενοι αυτοί λόγοι αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, αφού η πρόταση του ανωτέρω ισχυρισμού (περί μη αναστολής των ειρημένων, προθεσμιών) εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας (αναιρεσίβλητης) με λόγον εφέσεως προϋπέθετε αντίθετη παραδοχή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί σχετικού ισχυρισμού (περί αναστολής των προθεσμιών) της αναιρεσείουσας-ενάγουσας, τέτοια δε παραδοχή και πρόταση τέτοιου ισχυρισμού από την αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι υπήρξε η τελευταία.

Τέλος, από την αναιρεσιβαλλόμενη προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κατά τα ανωτέρω κρίση του για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας υπέρ της αναιρεσίβλητης και τη βασιμότητα της ενστάσεως συμψηφισμού που είχε προτείνει η ίδια αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι, τα οποία με την προσαγωγή τους καθίστανται κοινά αποδεικτικά μέσα, και δεν παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης.

Επομένως οι πέμπτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου, τους οποίους η αναιρεσείουσα επιχειρεί να θεμελιώσει στους αριθμούς 10 και 13 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2009 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΒΕΤΑWAY ΕΠΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3991/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ