1828/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1828/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ` αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθ' ης η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις..
Του αναιρεσιβλήτου - υπέρ ου η πρόσθετη παρέμβαση: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Μαυροκεφάλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των προσθέτως παρεμβαινόντων: 1) Δευτεροβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδας" (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ χωρίς να καταθέσει προτάσεις και 2) σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-1-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2638/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2703/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2010 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, την απόρριψη της πρόσθετης παρέμβασης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθ. 80, 81 και 215 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση υπέρ κάποιου διαδίκου από εκείνον που επικαλείται και αποδεικνύει έννομο προς τούτο συμφέρον ασκείται και κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου εκκρεμή δίκη, ειδικά δε επί εργατικών διαφορών σύμφωνα με το άρθ. 669 αριθ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναίρεση (άρθ. 675Α ΚΠολΔ), αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία εργαζομένων ή εργοδοτών, αναγνωρισμένες ενώσεις τους ή επιμελητήρια έχουν το δικαίωμα να παρέμβουν υπέρ διαδίκου, εφόσον είναι μέλος τους ή μέλος κάποιας από τις οργανώσεις που αποτελούν την ένωση.
Επομένως, η από 26-10-2011 και νομίμως ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση της δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης με την επωνυμία "Ομοσπονδία Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (ΟΤΟΕ)" και του σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος", υπέρ του αναιρεσιβλήτου που είναι μέλος τους, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν συνεκδικαζομένη με την αίτηση αναίρεσης.
Κατά το άρθρο 8 εδ. α' του ν. 3193/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ` αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου.
Περαιτέρω, στην αναιρεσείουσα (ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.) ισχύει ο Οργανισμός Προσωπικού της, που έχει καταρτιστεί με την από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία, ειδικότερα, καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθ. 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.
Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ. Β' 446), γι' αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις. Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990 και κατά τις διατάξεις του νόμου τούτου, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ` αυτή λύεται:
α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ.ΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση, τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3193/1955, αφού και η με τον τρόπο αυτόν παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αόριστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών κατά τον αμέσως πιο πάνω τρόπο υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων.
Περαιτέρω, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που ορίζουν το μεν πρώτο ότι "κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις", το δε δεύτερο ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη".
Οι κανόνες αυτοί εφαρμόζονται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν. Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Πάντως μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητώς στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων αυτών, εφόσον στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών.
Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας στις 21.10.1982 με την ειδικότητα του τραπεζικού υπαλλήλου και συγκεκριμένα υπηρέτησε στο υποκατάστημα της κεντρικής Λαxαναγoράς Αθηνών έως και το 1987, στο υποκατάστημα του Ταύρου από το έτος 1987 έως και το 1990, στη διεύθυνση διοικητικών υπηρεσιών και μετονομασθείσα διεύθυνση υποστήριξης δικτύου και κατόπιν σε διεύθυνση υποστήριξης από το 1990 έως και το 1998.
Από τότε έως και το 2005 υπηρέτησε στο υποκατάστημα της Ν. Σμύρνης και από το έτος 2005 υπηρέτησε στο υποκατάστημα της Αργυρούπολης. Στις 7.9.2006 ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στη Διεύθυνση Δυναμικού της αναιρεσείουσας, αίτηση με την οποία γνωστοποιούσε ότι ως τμηματάρχης Β' στο κατάστημα Αργυρούπολης επιθυμούσε να αποχωρήσει από την Τράπεζα από την 6.9.2006.
Η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2006 επιστολή της απάντησε στον αναιρεσίβλητο ότι έλαβε την άνω από 7-9-2006 αίτηση οικειοθελούς παραίτησής του από την υπηρεσία από 6-9-2006 και του γνώριζε ότι δεν γίνεται δεκτή. Αυθημερόν ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στην αναιρεσείουσα άλλη έγγραφη δήλωση. Σ' αυτήν ανέφερε ότι έλαβε γνώση της από 7.9.2006 επιστολής με την οποία δεν έκανε δεκτή η Τράπεζα την παραίτησή του και δήλωνε ότι παρά ταύτα θα σταματούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην Τράπεζα από 7.9.2006.
Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα με την 8121/5090/11.9.2006 επιστολή εσωτερικής αλληλογραφίας δια της Διευθύνσεώς της Ανθρωπίνου Δυναμικού ενημέρωσε το κατάστημά της στην Αργυρούπολη ότι ο αναιρεσίβλητος, τμηματάρχης Β', αποχώρησε οικειοθελώς από την Υπηρεσία από 7.9.2006. Ο αναιρεσίβλητος, που είχε γεννηθεί στις 18.5.1951, συνταξιοδοτήθηκε από το Ενιαίο Ταμείο Ασφάλισης Τραπεζοϋπαλλήλων και η συνολική σύνταξή του καθορίσθηκε με 27 χρόνια 9 μήνες και 7 ημέρες επικουρικώς και 26 χρόνια, 8 μήνες και 21 ημέρες κύριας ασφάλισης αντίστοιχα και το συνολικό ποσό αυτής κατά τον χρόνο απονομής της συντάξεως το Σεπτέμβριο του έτους 2007 ανερχόταν σε 2.056,19 ευρώ.
Επίσης, ως ασφαλισμένος έλαβε από το Ταμείο Ασφαλίσεως προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος στις 28-9-2006 εφάπαξ βοήθημα ποσού 40.857,38 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά κατέληξε το Εφετείο ότι η λύση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου επήλθε από 7.10.2006, δηλαδή μετά την πάροδο 30 εργάσιμων ημερών από τότε που δήλωσε αυτός ότι θα σταματήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του και από τότε θεωρείται ότι κατήγγειλε αυτός τη σύμβαση εργασίας του και πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβασή του αυτή από την πρόβλεψη, στον Οργανισμό Προσωπικού της αναιρεσείουσας τέτοιας περιπτώσεως πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εργασίας των μισθωτών της.
Λόγω πληρώσεως δε της αιρέσεως αυτής μετέπεσε η σύμβαση αυτή σε τέτοια αόριστου χρόνου από την αρχή.
Συνεπώς συντρέχουν οι τιθέμενες από τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ. α' του ν. 3198/1955 προϋποθέσεις για να ζητήσει λόγω αποχωρήσεώς του από την εργασία του, από την αναιρεσείουσα, την προβλεπόμενη από τη διάταξη αυτή αποζημίωση, δηλαδή το 50% της αποζημίωσης την οποία θα ελάμβανε σε περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την τράπεζα.
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή, κατά παραδοχή της εφέσεως που είχε ασκήσει κατ' αυτής ο αναιρεσίβλητος, επιδίκασε σ' αυτόν την ως άνω αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955 και 31 του Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, αφού περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, με βάση τις οποίες ορθά δέχτηκε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955 αποζημίωση, δεδομένου ότι η κατά τον ως άνω τρόπο αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα επέφερε τη λύση της συμβάσεως εργασίας του, λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, έστω και αν η αποχώρησή του έλαβε χώρα χωρίς ειδικώς δηλωθείσα συγκατάθεση της αντιδίκου του.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το παραπάνω αποδεικτικό πόρισμα το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει σ' αυτό, σε σχέση με τις συνθήκες παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του, δεν αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία ως προς την εκτίμηση του αληθούς περιεχομένου της από 6-9-2006 δήλωσης παραίτησης αυτού και ως εκ τούτου δεν συνέτρεχε λόγος να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Επομένως, αμφότεροι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις ευθέως και εκ πλαγίου είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου και της παρασταθείσας πρώτης προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την αίτηση αναιρέσεως με την υπέρ του αναιρεσιβλήτου πρόσθετη παρέμβαση.
Απορρίπτει την από 14-10-2010 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Της ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 2703/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και της πρώτης προσθέτως υπέρ αυτού παρεμβαίνουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ