Supreme Court dismisses appeal against traffic accident verdict regarding intoxication and toxic substance evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the lower court's decision on a traffic accident case. The appellants argued that the appellate court improperly relied on toxicological reports and failed to address specific contract violations. The court ruled that the lower court correctly evaluated the evidence as a judicial presumption rather than an exclusive basis for its decision, thereby upholding the original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 286(a), 287(1), 290 of the Code of Civil Procedure; Article 559(11)(a) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it challenges a final judgment based on the lower court's consideration of evidence not permitted by law, provided the court properly weighed such evidence alongside other proof to form a judicial presumption.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους Στέφανο Καραγεώργο και Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρίας Ασφαλειών με την επωνυμία "ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στο Παλαιό Φάληρο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Σύριο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, οι συνήγοροι των αναιρεσειόντων, αφού έλαβαν το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσαν ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσείων Χ1 απεβίωσε στις 11/12/2007 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου δήμου ... ..., και την παρούσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτού Χ3, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους ίδιους ως άνω δικηγόρους και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/4/2004 αγωγή προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη και την από 11/11/2004 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4718/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7450/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/3/2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 26/3/2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α', 287 παρ. 1 και 290 του ΚΠολΔ, τα οποία εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υποθέσεως (ΟλΑΠ 22/2000). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου ..., στις 11.12.2007 απεβίωσε ο πρώτος των αναιρεσειόντων Χ1, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την τρίτη αναιρεσίβλητη εγγονή του, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται. Επομένως, η τελευταία, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος του αποβιώσαντος, νομίμως δήλωσε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω του θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομά της επανάληψη αυτής , που βιαίως διακόπηκε, λόγω θανάτου αυτού και έτσι παραδεκτά προχωρεί η συζήτηση της υποθέσεως.
ΙΙ Η σύμβαση ασφαλίσεως, κατά το άρθρο 1 του ν. 2496/1997, ο οποίος ισχύει από 17-11-1997, συνάπτεται με απλή συμφωνία των συμβαλλομένων (πρόταση και αποδοχή), σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του αστικού δικαίου. Το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου, το οποίο ως γενική διάταξη εφαρμόζεται και στην ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ορίζει στην παράγραφο 1 αυτού ότι "με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στο συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα) σε χρήμα ή, εφόσον υπάρχει ειδική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωσή του (ασφαλιστική περίπτωση)".
Περαιτέρω, από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361) προκύπτει η δυνατότητα των μερών στη σύμβαση ασφάλισης αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων να συμφωνήσουν περιπτώσεις απαλλαγής του ασφαλιστή, όταν συντρέξουν οι συμφωνούμενες από τα μέρη περιπτώσεις. Μία από αυτές είναι και η προβλεπόμενη από την παράγραφο 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, όταν η ζημιά προξενείται σε χρόνο που ο οδηγός του αυτοκινήτου τελεί υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ.
Με το άρθρο 42 του ν. 2696/1999, Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 43 παρ. 2, του ν. 2963/2001, που έχει στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, ως εκ του χρόνου του ένδικου ατυχήματος (4-3-2003), ορίζεται ότι: "1. Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης του ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοομέτρου.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Δημόσιας Τάξης και Μεταφορών και Επικοινωνιών μπορεί... να καθορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπίστωσης της χρήσης οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά τις παραγράφους του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια".
Εξάλλου, με την με αριθμό 43500/5691/2002 απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας, Μεταφορών και Επικοινωνιών και Δημόσιας Τάξης, που επίσης έχει εδώ εφαρμογή, ορίζονται οι επιστημονικοί τρόποι και η διαδικασία διαπιστώσεως της χρήσεως οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών και φαρμάκων από οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων, καθώς και πεζούς που εμπλέκονται σε τροχαία ατυχήματα.
Σύμφωνα με την απόφαση αυτή η εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών από τους οδηγούς κατά την οδήγηση οχημάτων ή, σε περίπτωση ατυχημάτων των οδηγών και των θυμάτων, γίνεται από τα αρμόδια προς τούτο εργαστήρια μεταξύ των οποίων και το εργαστήριο ιατροδικαστικής και τοξικολογίας των Πανεπιστημίου.
Εξάλλου, ενώ για το οινόπνευμα τίθεται με τις άνω διατάξεις το όριο, πέραν του οποίου θεωρείται ότι ο οδηγός έχει απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση, δεν υπάρχει ορισμένο όριο πέραν του οποίου προκαλείται από τη χρήση τοξικής ουσίας απόλυτη ανικανότητα προς οδήγηση. Ως τοξικές ουσίες θεωρούνται τα ναρκωτικά (ηρωΐνη χασίς, κοκαΐνη κλπ).
Στην προκείμενη περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος περί σχετικής ανικανότητας προς οδήγηση, όπως επί αναλώσεως οινοπνεύματος κάτω του 0,50% με τη μέθοδο της αιμοληψίας, δηλαδή απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων ενδείξεων (π.χ. η αυξημένη ταχύτητα στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρέκκλιση από το οδόστρωμα κλπ.).
Περαιτέρω οι διατάξεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ και εκείνες της πραναφερθείσας υπουργικής αποφάσεως προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για τη διαπίστωση της μέθης και της χρήσης τοξικών ουσιών όσον αφορά την ποινική δίωξη και δεν είναι θεμελιωτικά της σχετικής αστικής αγωγής της ασφαλιστικής εταιρείας κατά του προκαλέσαντος το ατύχημα ασφαλισμένου της, κατά την οποία το δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί και σε άλλα αποδεικτικά στοιχεία μέθης, ή χρήσης τοξικών ουσιών, τις δε τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξετάσεως αίματος και ούρων του υπαιτίου οδηγού, παρά τη μη τήρηση των ως άνω διατυπώσεων, μπορεί να συνεκτιμήσει ως δικαστικά τεκμήρια σε συνδυασμό και με άλλα αποδεικτικά μέσα, (μάρτυρες, συνθήκες ατυχήματος κλπ), για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών.
Συνεπώς οι μέθοδοι αυτές για την εξακρίβωση της χρήσεως οινοπνεύματος από οδηγό κατά την οδήγηση οχήματος δεν είναι αποκλειστικές στη δίκη μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλιζομένου, που έχει ως αντικείμενο τη διαπίστωση της υποχρεώσεως του δευτέρου να καταβάλει στον πρώτο κάθε ποσό, που ο τελευταίος θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον παθόντα τρίτο, λόγω συνδρομής του όρου του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, περί αποκλεισμού από την ασφάλιση ζημιών, προξενούμενων σε χρόνο, που ο οδηγός του οχήματος τελεί σε κατάσταση μέθης ή χρήσης τοξικών ουσιών, ο οποίος (όρος) έχει καταστεί περιεχόμενο της ασφαλιστικής συμβάσεως.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου από τη διάταξη αυτή λόγου αναιρέσεως πρέπει η παράβαση του δικαστηρίου της ουσίας να αφορά κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση και την απώλεια των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις.
Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν η παραβίαση αφορά συμβατικό όρο και ειδικότερα όρο της συμβάσεως ασφαλίσεως της ευθύνης από αυτοκινητικό ατύχημα. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσίβλητη ήγειρε εναντίον τους την από 11-11-2004 παρεμπίπτουσα αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατόπιν της ασκήσεως της από 14-2-2004 αγωγής ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου της ...
και λοιπών, εναντίον της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσειουσών, αλλά και της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθούν να καταβάλλουν σε αυτήν ότι ποσό θα υποχρεωνόταν εκείνη να καταβάλλει στους προαναφερθέντες ενάγοντες, λόγω της προαναφερθείσης αγωγής τους, για το λόγο ότι ο θανών ασφαλισμένος, κατά παράβαση σχετικού συμβατικού όρου, οδηγούσε υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ.
Επ' αυτών εκδόθηκε η 4718/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την κύρια και την παρεμπίπτουσα αγωγή. Κατ' αυτής άσκησαν την από 23-1-2006 έφεση, με την οποία αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό τον οποίο προέβαλε η αναιρεσίβλητη, περί συνδρομής λόγου απαλλαγής της ως ασφαλίστριας, εκ της διατάξεως του άρθρου 25 περ. 8 της Κ4/585/1978 ΑΥΕ, λόγω οδηγήσεως του, θανόντος εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, και από αυτούς κληρονομηθέντος, οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Χ1, υπό την επίδραση οινοπνεύματος και ναρκωτικών ουσιών.
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή, δέχτηκε τα ακόλουθα κρίσιμα για την τύχη της αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Στις 4-3-2003 και περί ώρα 22.30, ο ...., οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο της συνιδιοκτησίας του ίδιου, ο οποίος κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τις δεύτερη και τρίτη παρεμπιπτόντως εναγόμενες, και του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου Χ1, που είναι ασφαλισμένο στην παρεπιμπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, εκινείτο στην Ε.Ο. ..., με κατεύθυνση προς ....
Στο ίδιο αυτοκίνητο επέβαινε ο ..., στη θέση του συνοδηγού, και στο πίσω κάθισμα οι ... και .... Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα δε διαχωρίζονται με νησίδα. Όταν το άνω όχημα έφθασε στη χ/θ 2.500 περίπου, στο ύψος της γέφυρας της ..., όπου υπάρχει δεξιά στροφή, παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε στη διαχωριστική νησίδα, ακολούθως εκτινάχθηκε και περιστράφηκε περί τον άξονά του, προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του σε κολώνα φωτισμού που υπήρχε πάνω στη νησίδα, την οποία απέκοψε και στη συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αντίθετα κινούμενο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ, που οδηγούσε ο ..., για να καταλήξει στις προστατευτικές σιδερένιες μπάρες του αριστερού άκρου της οδού στο ρεύμα προς ..., όπου και ακινητοποιήθηκε. Συνέπεια του ατυχήματος αυτού ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του ως άνω οδηγού και του συνοδηγού, καθώς και ο τραυματισμός των επιβαινουσών στο πίσω κάθισμα γυναικών.
Αποκλειστικά υπαίτιος της εν λόγω σύγκρουσης είναι ο θανών οδηγός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, ο οποίος, από ανεπιτηδειότητα περί την οδήγηση και εγκληματική αμέλεια, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, παρότι πλησίαζε σε στροφή, (δεν βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως), και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματός του, ούτως ώστε να εκτελεί σε κάθε στιγμή τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη, χωρίς να πλήττεται ως προς το κεφάλαιο αυτό με έφεση...
Μετά το ατύχημα ο θανών μεταφέρθηκε στην ιατροδικαστική υπηρεσία Λάρισας, όπου πραγματοποιήθηκε στις 5-3-2003 νεκροψία -νεκροτομή και συντάχθηκε η υπ' αριθμ. 129/5-3-03 σχετική έκθεση της ιατροδικαστού .... Στην 4η σελίδα της έκθεσης αυτής αναφέρεται ότι ελήφθη ποσότητα αίματος και ούρων, τα οποία παραδόθηκαν στην εντολοδότιδα αρχή, δηλαδή στο Τμήμα Τροχαίας Βόλου, το οποίο στη συνέχεια τα απέστειλε στο Εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών για τοξικολογική εξέταση.
Όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 528/10-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης, παρελήφθησαν δύο πλαστικά σωληνάρια, που περιείχαν συνολικά 8 κ. εκ. αίματος και δύο πλαστικά σωληνάρια, που περιείχαν συνολικά 8 κ. εκ. ούρων, συνοδευόμενα από πληροφοριακό έγγραφο. Στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι " ... στο αποσταλέν δείγμα ούρων ανιχνεύθηκε η παρουσία 11-nor-Δ9-τετραϋδροκανναβινοϊκού οξέος, που αποτελεί μεταβολίτη της Δ9 τετραϋδροκανναβινόλης, η οποία είναι δραστικό συστατικό της ινδικής καννάβεως, καθώς και η παρουσία βενζοϋλοεκγονίνης και μεθυλεστέρα της εκγονίνης, που αποτελούν μεταβολίτες της κοκαΐνης.
Το αποσταλέν αίμα ήταν αρνητικό για ψευδαισθησιογόνα- παραισθησιογόνα. Επίσης στο αποσταλέν δείγμα αίματος διαπιστώθηκε η παρουσία οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 0,40 γραμ. ανά 1000 κ. εκ. (λίτρο) αίματος. Η τοξικολογική εξέταση έγινε με τη μέθοδο της χρωματογραφίας (GLC-head space) .... " Η εξέταση αυτή δεν ήταν απολύτως σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στην ως άνω υπουργική απόφαση και ειδικότερα ως προς την ποσότητα των αποσταλλέντων δειγμάτων αίματος και ούρων, εφόσον σύμφωνα μ' αυτήν έπρεπε να ληφθούν 20 ml αίμα, από τα οποία 10 ml έπρεπε να ληφθούν δια φλεβοκεντήσεως της μεσοβασιλικής ή άλλης φλέβας, με προηγούμενη ασηψία του δέρματος με αντισηπτικό που δεν περιέχει καμιά αλκοόλη ή αιθέρα, καθώς και 50-100 ml ούρων, συσκευασμένα σε δυο κοινούς ουροσυλλέκτες, που περιέχουν 10 ml τολουολίου και όπως ειδικότερα αναφέρεται στην εν λόγω υπουργική απόφαση.
Αυτό όμως δεν την καθιστά άκυρη, αλλά εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις συνθήκες του ατυχήματος, που προαναφέρθηκαν. Από τη συνεκτίμηση λοιπόν όλων αυτών συνάγεται ότι ο θανών ασφαλισμένος στην ενάγουσα οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ, με συνέπεια την απόλυτη ανικανότητά του για οδήγηση, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, όσα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με την έφεσή τους και ειδικότερα ότι ο υπαίτιος οδηγός δεν ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού η ποσότητα που βρέθηκε στο αίμα του ήταν 0,40 γραμ. ανά λίτρο (και όχι 0,50, που απαιτεί ο νόμος για τη μέθη του οδηγού) και ότι η τοξικολογική εξέταση, όσον αφορά τη διαπίστωση της χρήσης τοξικών ουσιών, είναι άκυρη διότι δεν έγινε με τις διατυπώσεις που προβλέπονται με την άνω υπουργική απόφαση, ως προς την ποσότητα των ληφθέντων ούρων, το χρόνο λήψης τους μετά το ατύχημα, (αποδείχθηκε ότι λήφθηκαν συννόμως, εντός του πρώτου εικοσιτετραώρου από το ατύχημα) και το πρωτόκολλο δειγματοληψίας, που έπρεπε να τα συνοδεύει, (αποδείχθηκε ότι συνοδευόταν από πληροφοριακό έγγραφο), είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Εξάλλου, η διενεργήσασα την τοξικολογική εξέταση δεν ήταν αρμόδια, αλλά ούτε είχε υποχρέωση με βάση τις προπαρατεθείσες διατάξεις, να διατυπώσει κρίση περί του αν ο θανών, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, παρά μόνο να διαπιστώσει, με τις ενδεδειγμένες επιστημονικές μεθόδους, την ύπαρξη ή μη των ουσιών αυτών στα αποσταλέντα βιολογικά υγρά του.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο θανών ήταν υπό την επήρεια των ως άνω ουσιών, εφόσον η τοξικολογική έκθεση δεν αναφέρει ότι η ανίχνευσή τους επηρέασε την οδηγική του ικανότητα είναι αβάσιμος, απορριπτέος δε και ο σχετικός λόγος της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο, κατά το χρόνο του ατυχήματος στην ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, με βάση το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ανανεώθηκε με το υπ' αριθμ. ... ανανεωτήριο, για το χρονικό διάστημα από 27-12-2002 μέχρι 27-6-2003. Σύμφωνα με το ασφαλιστήριο αυτό η σύμβαση ασφάλισης διέπεται από τις διατάξεις του ν. 489/76, όπως ισχύει, της Υ.Α. Κ4/585/78/ΦΕΚ 795 ..... και τους συνημμένους ασφαλιστικούς όρους, που αποτελούν το ενιαίο σύνολο της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στον όρο δε 10, περ. 8, αναφέρεται ότι "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημιές που προξενήθηκαν, εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του ΚΟΚ, ανεξαρτήτως αν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος".
Ο όρος αυτός δεσμεύει οπωσδήποτε τους εκκαλούντες γιατί απέκτησε συμβατική ισχύ. Ο ισχυρισμός τους δε ότι ο θανών δεν είχε υπογράψει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο δεν ασκεί επιρροή, εφόσον οι ίδιοι, μη ασκώντας έφεση κατά της εκκαλουμένης ως προς την κρίση της επί της κύριας αγωγής που έκρινε, μεταξύ των άλλων, ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο ήταν ασφαλισμένο στην εναγομένη και παρεμπιπτόντως ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, συνομολογούν την ύπαρξη συμβάσεως ασφαλίσεως, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος της έφεσης που υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέος ως αβάσιμος". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ν. 2696/1999 περί Κώδικος Οδικής Κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 της Υπουργικής Αποφάσεως με αριθμό 43500/24-7-2002, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στα ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και αναφέρονται στα στοιχεία, τα συγκροτούντα την ιστορική βάση της ένδικης παρεμπίπτουσας αγωγής.
Συγκεκριμένα, μετά τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, απορρίπτοντας σχετικό ισχυρισμό αυτών για έλλειψη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ύπαρξης οινοπνεύματος στο αίμα του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, καθώς και τοξικών ουσιών και του ατυχήματος. Η πληττόμενη απόφαση αναφέρει ότι από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατέληξε στο σαφές πόρισμα ότι "ο θανών ασφαλισμένος στην ενάγουσα οδηγός, κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ, με συνέπεια την απόλυτη ανικανότητά του για οδήγηση".
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ζήτημα της υπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, και ειδικότερα για την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επήρεια οινοπνεύματος και τοξικών ουσιών και του ατυχήματος, που είχε τα προεκτεθέντα αποτέλεσματα.
Συγκεκριμένα, αποδίδει την πρόκληση του ατυχήματος στο ότι αυτός, κατά παράβαση του άρθρου 42 ΚΟΚ, ανέλαβε την οδήγηση παρότι βρισκόταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ, γεγονός που περιόριζε την ικανότητα ασφαλούς οδήγησης και συντέλεσαν ( οι τοξικές ουσίες και το αλκοόλ) στο ότι δεν οδηγούσε νηφάλια, αλλά οδηγούσε χωρίς σύνεση και προσοχή, καθώς και με υπερβολική ταχύτητα, την οποία δεν μείωσε, παρότι πλησίαζε σε στροφή, που δεν του επέτρεπε να έχει τον έλεγχο και την εποπτεία του αυτοκινήτου, και να μπορεί να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς προς αποφυγή ατυχήματος.
Έτσι "παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, προσέκρουσε στη διαχωριστική νησίδα, ακολούθως εκτινάχτηκε και περιστράφηκε περί τον άξονά του, προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του σε κολώνα φωτισμούπου υπήρχε πάνω στη νησίδα, την οποία απέκοψεκαι στη συνέχεια εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το αντίθετα κινούμενο αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ...
ΙΧΕ, που οδηγούσε ο ..., για να καταλήξει στις προστατευτικές σιδερένιες μπάρες του αριστερού άκρου της οδού στο ρεύμα προς ... όπου και ακινητοποιήθηκε". Έτσι αποτυπώνεται ανάγλυφα, με πληρότητα και σαφήνεια, η αιτιώδης συνάφεια του γεγονότος της οδήγησης υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ και των επιπτώσεων που είχε αυτό στην αμελή συμπεριφορά του οδηγού κατά την οδήγηση και την εντεύθεν πρόκληση του ατυχήματος.
Συνεπώς, οι αντίθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθ. 1 (1ος) και 19 (2ος και 3ος κατά το δεύτερο σκέλος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ.11 περ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι έλαβε υπόψη του την υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 528/10-4-2003 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης των βιολογικών υγρών του θανόντος ..., της οποίας αμφισβητούν το κύρος και την ορθότητα για τους αναφερόμενους στην αίτηση λόγους αναιρέσεως. Η πληττόμενη απόφαση δέχτηκε ότι οι πλημμέλειες αυτές δεν την καθιστούν άκυρη, αλλά εκτιμάται ως δικαστικό τεκμήριο, για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι ο οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος σε συγκέντρωση 0,40 γραμ. ανά 1000 κ. εκ. (λίτρο) αίματος και των αναφερομένων σ' αυτή τοξικών ουσιών (ινδικής κανάβεως και κοκαΐνης), σε συνδυασμό με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και τις συνθήκες του ατυχήματος που προαναφέρθηκαν.
Συνεπώς ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο δεν στήριξε την σχετική κρίση του αποκλειστικώς στην εν λόγω έκθεση, ούτε ήταν υποχρεωμένο να στηριχθεί αποκλειστικά σ' αυτή, αλλά τη συνεκτίμησε, παραδεκτά, κατά τα άρθρα 339, 681Α και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο θανών ασφαλισμένος οδηγός κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και αλκοόλ, λαμβάνοντας υπόψη και τον τρόπο οδηγήσεως του ζημιογόνου οχήματος από τον οδηγό του και τη βαρύτητα της αμελείας του, όπως τα σχετικά περιστατικά αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ως αποδειχθέντα στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 230/2008, ΑΠ 386/2002). Τέλος, οι ίδιοι ως άνω λόγοι αναιρέσεως 1ος , 2ος και 3ος κατά το μέρος που, με πρόσχημα την επίκληση των αναφερομένων αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ουσιαστικά αφορούν παράβαση από το θανόντα οδηγό του ως άνω 10ου όρου, περ. 8, της συμβάσεως ασφαλίσεως, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
IV. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-3-2008 αίτηση των Χ1 κλπ για αναίρεση της 7450/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2009.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ