Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and rejects vague payment offset claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision, which had rejected the plaintiff's claim due to a vague offset defense. The defendant failed to appear at the hearing without submitting a written declaration of non-appearance, violating procedural requirements. The court ruled that the defense regarding payment offset was inadmissible because it lacked specific details on amounts and timing, which cannot be inferred from evidence or general legal references.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 KPolD; Art. 262 para. 1 KPolD; Art. 416 AK: The Supreme Court examines non-appearance of a summoned defendant ex officio and rejects appeals based on vague defenses that fail to specify factual grounds, rendering them inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1828 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1828/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομορρύθμου Εταιρείας με την επωνυμία "..... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Νικόλαος Αρβανιτάκης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, η οποία δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.07.2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7464/2005 του ίδιου δικαστηρίου και 711/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17.04.2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο 'Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....., αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως με τη σημείωση επ' αυτού του Προέδρου του Β2 Τμήματος του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 30-9-2008 και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη συζήτηση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεως, κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Επομένως, αφού δεν εμφανίσθηκε, πρέπει το Δικαστήριο, κατά τα προαναφερθέντα, να συζητήσει την υπόθεση παρά την απουσία της.
Επειδή ο εκ του άρθρ. 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθή χωρίς απόδειξη. Δηλαδή, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς να εκθέτει ούτε γενικά ούτε ειδικά από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη και δεν απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ούτε να τα εξειδικεύει.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο ανωτέρω λόγος δεν είναι βάσιμος αν από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αποδεικνύεται ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίσθηκαν με επίκληση, αρκεί δε συνήθως προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη περαιτέρω αξιολόγησης εκάστου.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια το μεν ότι δέχθηκε χωρίς απόδειξη και ειδικότερα χωρίς να προσδιορίζει με βάση ποιά αποδεικτικά μέσα, τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στον χρόνο πρόσληψης της αναιρεσίβλητης στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, τη διάρκεια απασχόλησής της και το ακριβές ωράριο εργασίας της, το δε ότι κατέληξε στις παραπάνω κρίσεις του χωρίς να λάβει υπόψη αποδείξεις που νομίμως προσκόμισε και επικαλέσθηκε η αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του επιμελεία της εξετασθέντος μάρτυρα Α, καθώς και την από 16.1.2003 αναγγελία πρόσληψης στον ΟΑΕΔ, που συνυπογράφει μάλιστα και η ίδια η αναιρεσίβλητη και τις οποίες αν ελάμβανε υπόψη θα κατέληγε σε διαφορετικά συμπεράσματα ως προς τα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα περί του χρόνου πρόσληψης και απασχόλησης της αναιρεσίβλητης στην επιχείρησή της.
Ομοίως, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια ότι κατέληξε στην παραπάνω παραδοχή και στην απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού της αναιρεσείουσας περί οικειοθελούς αποχώρησης της αναιρεσίβλητης από την εργασία της, χωρίς να λάβει υπόψη τις νομίμως προσκομισθείσες με επίκληση αποδείξεις και συγκεκριμένα την από 30.6.2003 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση της αναιρεσείουσας, την υποβληθείσα υπ' αυτής ΒΜΕ .....
έγκληση για ψευδή καταμήνυση, συκοφαντική δυσφήμηση, απόπειρα απάτης επί δικαστηρίου κ.λ.π. και τη συναφή από 23.3.2004 βεβαίωση της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης, καθώς και τις προανακριτικές καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Β και Γ, που εξετάσθηκαν στα πλαίσια της ως άνω εγκλήσεως. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στην προαναφερθείσα κρίση μετ' εκτίμηση των αναφερόμενων στην απόφαση αποδείξεων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες περιλαμβάνεται και η κατάθεση του μάρτυρα Α, των ένορκων βεβαιώσεων και όλων των εγγράφων που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, στα οποία περιλαμβάνεται και η προαναφερθείσα από 16.1.2003 αναγγελία στον ΟΑΕΔ (και περί της οποίας μάλιστα ειδική μνεία και αξιολόγηση γίνεται στην απόφαση), η έγκληση που υπέβαλε στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και η σχετική βεβαίωση και οι επ' ευκαιρία αυτής δοθείσες κατά την προανακριτική διαδικασία καταθέσεις.
Κατά συνέπεια, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη, στηριζόμενοι πραγματικά μόνο στους αρ. 10 και 11 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ (και όχι και στους αρ. 8 και 9 που αναφέρεται στο δικόγραφο), πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά οι αυτοί λόγοι κατά το μέρος που αναφέρονται στην ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Επειδή κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ως "πράγματα" που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι στηρίζουν κατά νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ανταγωγή, ένσταση, αντένσταση, ανακοπή, ένδικα μέσα) και όχι εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων και τα από αυτούς προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία.
Επομένως, η από τον αρ.8 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ προβαλλόμενη με τον αυτό δεύτερο λόγο εφέσεως αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη πριν από την πρόσληψή της στην επιχείρηση της πρώτης ασκούσε και άλλη εργασία, αυτή της καλλιτέχνιδας - τραγουδίστριας, την οποία εργασία εξακολούθησε να ασκεί με μειωμένο ωράριο και κατά το διάστημα που εργαζόταν στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και ακόμη ότι, αν πράγματι η λύση της συμβάσεώς της οφειλόταν σε βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσεως, θα προσέφευγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, γεγονός που δεν έπραξε, όπως προκύπτει από το οικείο έγγραφο της εν λόγω Υπηρεσίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν αποτελεί "πράγμα" αλλά διατύπωση επιχειρημάτων και συμπερασμάτων κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή παραμόρφωση εγγράφων, που ιδρύει τον από τον αρ. 20 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από το περιεχόμενό του ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ενός πραγματικού γεγονότος, δηλαδή όταν υπήρξε λανθασμένη "ανάγνωση" του κειμένου του εγγράφου.
Δεν υπάρχει όμως παραμόρφωση με την πιο πάνω έννοια όταν το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου καταλήγει, έστω και εσφαλμένα, σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, διότι τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγμάτων.
Ως έγγραφα δε νοούνται εκείνα που χαρακτηρίζονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρ. 339 και 432 επ. του ΚΠολΔ. Ως εκ τούτου δεν είναι έγγραφα εκείνα που αποτυπώνουν στο περιεχόμενό τους άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα πρακτικά των δικαστηρίων κατά το μέρος που περιέχουν τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως.
Επομένως, ο από τον αυτό δεύτερο λόγο αναιρέσεως ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κατά προφανή παραμόρφωση του περιεχομένου των προαναφερθέντων εγγράφων αλλά και της καταθέσεως του μάρτυρα Α, απεφάνθη ότι η αποχώρηση της αναιρεσίβλητης οφείλεται σε βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η περί την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου των εγγράφων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή κατά το άρθρ.559 αρ. 14 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, κατά δε το άρθρ. 262 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης.
Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε με απλή αναφορά στη σχετική διάταξη του νόμου. Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η εκ του άρθρου 416 του ΑΚ ένσταση, κατά την οποία η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, πρέπει να αναφέρονται σε αυτήν κατά τρόπο σαφή τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν.
Ειδικότερα, στην περί εξοφλήσεως των αποδοχών του εργαζομένου ένσταση δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του αλλά και τα κατά μέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών του (άρθρ.3, 174, 679 του Ν.2112/1920 και 8 παρ. 4 του Ν.4020/1959, ΑΠ 639/88, 140/88) και καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με την έφεσή της της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η ένσταση εξοφλήσεως που είχε προβάλει κατά μέρους των αγωγικών απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης, ισχυρίσθηκε ότι η τελευταία απασχολήθηκε στην επιχείρησή της μόνο από 16.1.2003 έως 13.6.2003 (και όχι από 14.10.2001 μέχρι 13.6.2003, που η εργαζομένη επικαλείτο στην αγωγή της) και ότι όλες οι απαιτήσεις του χρονικού αυτού διαστήματος (16.1.2003 έως 13.6.2003) "ικανοποιήθηκαν απολύτως και εξοφλήθηκαν ολοσχερώς και ως εκ τούτου η προκειμένη αγωγή της ήταν απορριπτέα καθ' ολοκληρίαν".
Με το περιεχόμενο αυτό και λαμβανομένου υπόψη ότι, όπως από την αγωγή προκύπτει, οι αξιώσεις της ενάγουσας για το συγκεκριμένο αυτό χρονικό διάστημα (16.1.2003 έως 13.6.2003) περιλάμβαναν αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας, επιδόματα εορτών, διαφορές αποδοχών και προσαύξηση για απασχόληση Κυριακές και αργίες, καθώς και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, η ένσταση εξοφλήσεως, για τη στήριξη της οποίας καμία μνεία χρηματικού ποσού που κατεβλήθη είτε συνολικά είτε επί μέρους γίνεται, ούτε ο τρόπος, ο χρόνος και η αιτία καταβολής, ήταν αόριστη και εντεύθεν απορριπτέα.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορούσε παραδεκτώς να συμπληρωθεί από τις αποδείξεις, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη ιδίως την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα Α. Επομένως, το Εφετείο ορθώς την απέρριψε ως απαράδεκτη και ο τελευταίος λόγος αναιρέσεως, πράγματι από τον αρ. 14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, δεν είναι βάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 123/28-4-2006 αίτηση της εδρεύουσας στη Θεσσαλονίκη εταιρείας με την επωνυμία "ΣΤ. ΤΕΛΙΔΗΣ και ΣΙΑ ΟΕ" και της 711/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ