Legislator Case Law & Legislation
1827/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on equal pay for doctors in public health units.

Case Number 1827/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the Attica Health Administration against the First Instance Court's judgment. The lower court ruled that doctors in municipal and local health units were entitled to the hospital allowance under the principle of equality and subsequent legislation. The Court upheld this decision, rejecting the administration's arguments that the specific laws did not apply to their staff.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismissed the appeal against the labor court's decision establishing that doctors in municipal and local health units are entitled to the hospital allowance based on the constitutional principle of equality and relevant statutory provisions.

Keywords

AI generated
labor law appeal hospital allowance principle of equality public health units medical staff rights civil procedure code dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 4 of the Constitution
Article 13 of Law 2703/1999
Law 3205/2003
Law 3235/2004
Article 28 of Law 2579/1998
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1827 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1827/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:1) Ε. Ν. του Θ., κατοίκου ..., 2) Δ. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Κ. Π. του Σ., κατοίκου……, 4)Ό. Β. του Π.-Π., κατοίκου ... και 5) Γ. Σ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Αλεξάνδρας Κωστούλα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1071/2010 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 997/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την υπό κρίση από 1.12.2022 και με αριθ. καταθ. 9557/1080/1.12.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 997/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1071/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), πριν παρέλθει η προθεσμία των τριάντα ημερών από την επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης στο αναιρεσείον (βλ. την υπ' αριθ. 4322Β'/3.11.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Γ. Π., που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

ΙΙ. Η αίτηση αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσίβλητοι με την από 31.1.2008 (με αριθ. κατ. 24669/523/5.2.2008) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εξέθεσαν ότι συνδέονταν με το αρχικώς εναγόμενο ν.π.δ.δ. "Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΙΚΑ)", με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, απασχολούνταν σε τοπικές μονάδες υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ ως ιατροί, ασκούντες τα συναρτώμενα με τον κλάδο και την ειδικότητα του καθενός καθήκοντα, και ότι το ως άνω εναγόμενο δεν τους χορήγησε κατά το διάστημα από 1.1.2002 έως 31.1.2008, που υπηρέτησαν σ' αυτό, το νοσοκομειακό επίδομα, το οποίο ελάμβανε το νοσηλευτικό προσωπικό και οι γενικώς απασχολούμενοι στα νοσηλευτικά ιδρύματα, εργαστήρια, κέντρα και σταθμούς του Δημοσίου και ν.π.δ.δ.

αλλά και του αρχικώς εναγόμενου ΙΚΑ. Ότι το εν λόγω επίδομα δικαιούνται βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), επειδή προδήλως η δική τους εργασία, ως ιατρών, παρέχεται υπό τις ίδιες από άποψη ανθυγιεινής εργασίας και επικινδυνότητας συνθήκες εργασίας του προσωπικού στο οποίο χορηγείται.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι είναι δικαιούχοι του επίμαχου νοσοκομειακού επιδόματος, ότι το εναγόμενο οφείλει να εντάξει από την 1.2.2008 και επέκεινα στις τακτικές μηνιαίες αποδοχές εκάστου εξ αυτών το εν λόγω επίδομα και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα καθοριζόμενα στην αγωγή, για καθέναν, χρηματικά ποσά, για την αιτία αυτή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1071/2010 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Κατά της απόφασης αυτής το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" ως καθολικός διάδοχος του ν.π.δ.δ.

με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ)", το οποίο (ν.π.δ.δ Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) είχε διαδεχθεί το αρχικώς εναγόμενο ν.π.δ.δ (ΙΚΑ), άσκησε την από 18.7.2019 (με αριθ. καταθ. 65722/5092/2019) έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη, υπ' αριθ. 997/2021, απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που έκανε τυπικά δεκτή την έφεση και απέρριψε αυτή κατ' ουσίαν.

III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1040/2022, 485/2022). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 233/2021).

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019).

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 982/2022, 1373/2019, 319/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση το αναιρεσείον με το μοναδικό από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι δικαιούνται το νοσοκομειακό επίδομα, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 Συντάγματος, 8 ν. 2470/1997 ("Αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 2, 3 και 4, 16 παρ. 1, 58 παρ. 6, 93 παρ. 1, 4, 7 του ν. 2071/1992, άρθρο μόνο της Α1α/οικ.10511/26.8.1998 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (με τίτλο "Οργάνωση Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών Νοσοκομείων"), 3 παρ. 2 του ν. 26461998 ("Ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Φροντίδας και άλλες διατάξεις"), 15 του ν. 1397/1983, 7 παρ. 2 του ν. 1579/1985 ("Ρυθμίσεις για την εφαρμογή και ανάπτυξη του Εθνικού Συστήματος Υγείας και άλλες διατάξεις"), 3 του π.δ/τος 266/1989 ("Οργανισμός του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων" και 2 παρ. 1 του ν. 3235/2004 ("Πρωτοβάθμια Φροντίδας Υγείας"), καθότι όφειλε να κρίνει ότι, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι το επίδικο χρονικό διάστημα εργάζονταν σε τοπικές Μονάδες Υγείας του Ι.Κ.Α., στις οποίες παρέχεται αμιγώς πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και όχι νοσηλευτικό έργο και, συνεπώς, αυτοί δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας ούτε παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες με τους νοσοκομειακούς υπαλλήλους και το λοιπό προσωπικό, όπως τους εργαζόμενους στα Κέντρα Υγείας, που λαμβάνουν το συγκεκριμένο επίδομα και οι οποίοι, παρέχοντας νοσηλευτικό έργο, εργάζονται υπό ουσιωδώς διάφορες και δυσμενέστερες συνθήκες, αυτοί (αναιρεσίβλητοι) δεν δικαιούνται το επίδομα αυτό και ως εκ τούτου να απορρίψει την αγωγή τους.

Ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης, ωστόσο, είναι αόριστος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Ειδικότερα, καθ' ο αφορά στην πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον επικαλείται μεν τις διατάξεις που φέρεται ότι παραβιάστηκαν και το νομικό σφάλμα το οποίο αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ωστόσο δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση των επίμαχων κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Ουδόλως, δε, αναφέρεται, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και με βάση τα οποία η απόφαση αυτή κατέληξε σε δυσμενές για το αναιρεσείον συμπέρασμα, παρά μόνο αξιολογικές κρίσεις και νομικά επιχειρήματα του τελευταίου για το νομικό σφάλμα που αποδίδεται σ' αυτή.

Ως προς δε την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ομοίως δεν παρατίθενται οι ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ενώ περαιτέρω, και δη σε κάθε περίπτωση, δεν εξειδικεύεται η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή δεν προσδιορίζεται αν πρόκειται για αιτιολογία ασαφή, ελλιπή ή περιέχουσα αντίφαση, αλλά μόνο γίνεται αορίστως αιτίαση για εσφαλμένη και πλημμελή εφαρμογή του νόμου.

Σε κάθε, δε, περίπτωση ο ως άνω μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι το διεκδικούμενο νοσοκομειακό επίδομα, που δεν καταβαλλόταν στους ενάγοντες - αναιρεσιβλήτους, α)κατά το επιμέρους ένδικο χρονικό διάστημα από 1.1.2002 μέχρι και 17.2.2004 το δικαιούνταν και αυτοί με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος), δυνάμει της οποίας η διάταξη του άρθρου 13 παρ. 3 του ν. 2703/1999, που επεξέτεινε τη χορήγηση του επιδόματος μόνο στους ιατρούς των νοσοκομείων του Ι.Κ.Α. (άρθρ. 5 παρ. 10 του π.δ/τος 266/1989), έχει εφαρμογή και για τους ιατρούς των νομαρχιακών και τοπικών μονάδων υγείας του Ιδρύματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρ. 3 παρ. 1 και 3 και 5 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 266/1989) και β)κατά το επιμέρους χρονικό διάστημα από 18.2.2004 έως 31.1.2008 το δικαιούνταν ευθέως εκ του νόμου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.

Α -5 του ν. 3205/2003 και 2 παρ. 1 του ν. 3235/2004 (με την οποία οι Νομαρχιακές και οι Τοπικές Μονάδες του ΙΚΑ εξομοιώθηκαν με τα Κέντρα Υγείας), και του άρθρου 16 αυτού, ως προς το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3235/2004 (18.2.2004), βάσει των οποίων τα ισχύοντα ως προς τη μισθολογική μεταχείριση των εργαζομένων και συγκεκριμένα των ιατρών στα Κέντρα Υγείας του λοιπού δημόσιου τομέα και ειδικότερα ως προς το επίδικο νοσοκομειακό επίδομα (άρθρο 8 παρ.

Α -5 του ν. 3205/2003) έχουν πλέον ευθεία εφαρμογή και στους ιατρούς των εξομοιωθεισών με Κέντρα Υγείας Νομαρχιακών Μονάδων Υγείας του ΙΚΑ, στους οποίους έχει ήδη επεκταθεί με την υπ' αριθ. 2/4302/0022/28.1.2004 κοινή υπουργική απόφαση (ΚΥΑ) των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β' 250/9.2.2004), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003, η ισχύς του ως άνω νόμου, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις. (ΑΠ 1249/2023, 1135/2023, 293/2023) και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον ως άνω λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

IV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι το αναιρεσείον ναι μεν αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και έχει τα προνόμια απαλλαγών και ατελειών του Δημοσίου (άρθρ. 28 παρ. 4 ν. 2579/1998), η νομική του όμως υπηρεσία δεν ασκείται από το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ. 3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 1249/2023, 194/2023, 1491/2021).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1.12.2022 και με αριθ. καταθ. 9557/1080/2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 997/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ