Supreme Court dismisses appeal for inadmissible evidence not considered by lower court on unclear and illegal grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment. The appellant argued that the lower court failed to consider specific documentary evidence and out-of-court admissions to prove the substantive validity of the lawsuit. The court ruled these grounds inadmissible because the lower court had already rejected the claim based on the plaintiff's failure to establish a clear cause of action and the illegality of certain legal bases.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible when the lower court has already rejected the claim on substantive grounds such as lack of clarity or illegality, rendering further examination of unconsidered evidence unnecessary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1827 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1827/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον εκκαθαριστή αυτής Μ. Π. του Ι., κατοίκου Α., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Εμμανουήλ Γρηγοριάδη και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη, που ανακάλεσε την από 11/3/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/7/2006 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, την από 24/8/2006 προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 12/1/2007 πρόσθετη παρέμβαση προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Α. και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4632/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2138/2014 του Τριμελούς Εφετείου Α.. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/3/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29.03.2016 και με αριθμό κατάθεσης 178/01.04.2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2138/31.03.2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Α., που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556, 558,564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ, 24 παρ.1 ΕισΝΚΠολΔ και ΟλΑΠ 10/2018). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 119/2018, ΑΠ 1004/2017). Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017, ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1492/2021,ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1487/2017).
Ειδικότερα, στοιχεία του ορισμένου της αγωγής από αδικοπραξία, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914, 297, 298 ΑΚ είναι η ύπαρξη παράνομης συμπεριφοράς (πράξης ή παράλειψης), οφειλόμενης σε υπαιτιότητα του ζημιώσαντος (ή των προστηθέντων από αυτόν προσώπων κατ' άρθρο 922 του ΑΚ), η πρόκληση εξ αυτής ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της επελθούσας ζημίας (ΑΠ 683/2013).
Όταν με την αδικοπραξία θίγεται ένα έννομο αγαθό, η προξενούμενη στην περιουσία ζημία προέρχεται από την ολική ή μερική καταστροφή (βλάβη) του αγαθού αυτού. Έτσι, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνων των άρθρων 936, 974 και 1000 ΑΚ, επί βλάβης πράγματος, μπορεί να ζητήσει αποζημίωση για την καταστροφή ή χειροτέρευσή του, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ο φορέας εμπραγμάτου δικαιώματος, πρωτίστως δε αυτός που έχει δικαίωμα κυριότητας του πράγματος, το οποίο προστατεύεται από τις διατάξεις των άρθρων 17 και 28 παρ.1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, και 999 επ.
ΑΚ, το οποίο παρέχει στον κύριο το δικαίωμα να διαθέτει το αντικείμενο της κυριότητας κατ` αρέσκεια και να απολαμβάνει τα από αυτή δικαιώματα, αποκλείοντας κάθε ενέργεια άλλου (ΑΠ 1492/2021,ΑΠ 367/2020,ΑΠ 420/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με την ένδικη αγωγή της, που επισκοπείται παραδεκτώς (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε ότι με επίσπευση του δανειστή της Ν.
Β. και δυνάμει της υπ' αριθμ. 7754/6-7-1998 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά πλειστηριάστηκε αναγκαστικά ένα ακίνητο ιδιοκτησίας της, ήτοι ένα οικόπεδο μετά των επ' αυτού κτισμάτων (ξενοδοχειακό συγκρότημα) κείμενο στις θέσεις "...", "...", "..." και "..." της Κοινότητας Πέρδικας Αίγινας το οποίο κατακυρώθηκε στην υπερθεματίστρια ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...." (…..),στα δικαιώματα και υποχρεώσεις της οποίας έχει υποκατασταθεί, ως καθολική διάδοχος αυτής, η εναγόμενη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...." (και ήδη αναιρεσίβλητη), λόγω συγχώνευσης των δύο εταιρειών με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη.
Ότι με την από 20-7-1988 ανακοπή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, αυτή (ενάγουσα) ζήτησε την ακύρωση του διενεργηθέντος πλειστηριασμού, για λόγους αναγόμενους στο πρόσωπο του επισπεύδοντος και ειδικότερα λόγω της αντικειμένης στο άρθρο 281 ΑΚ συμπεριφοράς του τελευταίου. Ότι η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε με την υπ' αριθ. 663/1989 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου και κατ' αυτής η ανακόπτουσα άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, οπότε και κρίθηκε τελεσιδίκως ότι είναι έγκυρος ο ανωτέρω πλειστηριασμός.
Ότι, ακολούθως, την 5-3-1990 η ως άνω επί του πλειστηριασμού υπάλληλος, εξέδωσε τη με αριθμό 8958 περίληψη της σχετικής κατακυρωτικής έκθεσης με την εκ μέρους της εναγομένης τράπεζας καταβολής 4.983.330 δραχμών και αφού προηγουμένως δέχθηκε τον εκ μέρους της Τράπεζας γενόμενο συμψηφισμό του οφειλόμενου από αυτήν πλειστηριάσματος με όσα εδικαιούτο να λαμβάνει αυτή από την ενάγουσα ως ενυπόθηκη δανείστρια.
Ότι την 9-3-1990 η παραπάνω περίληψη κατακύρωσης μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας. Ότι την 11-1-1991 η ως άνω Τράπεζα (……), ενόψει και του ότι είχε ήδη κριθεί τελεσιδίκως έγκυρος ο πλειστηριασμός του ανωτέρω ακινήτου, εκτέλεσε την εν λόγω περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης και απέβαλε από το ξενοδοχειακό συγκρότημα της ενάγουσας τον μισθωτή αυτής, Θ.
Χ., και έκτοτε αυτή (εναγομένη) εγκαταστάθηκε η ίδια ως κυρία, νομέας και κάτοχος του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος. Ότι, ακολούθως, στις 29-7-1993 με το υπ' αριθμ. 27552/29-7-1993 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Α. Αριστείδη Δράγιου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ως άνω Τράπεζα (…..), πώλησε και μεταβίβασε κατά κυριότητα το ως άνω ξενοδοχειακό συγκρότημα στον Κ.
Λ., ο οποίος έκτοτε έγινε ο νέος κύριος και νομέας του εν λόγω ακινήτου. Ότι στη συνέχεια εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 347/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 1185/1990 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κατόπιν δε τούτου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 513/1997 απόφαση του ίδιου Εφετείου, με την οποία ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος.
Ότι, περαιτέρω, την 1-6-1997 αυτή (ενάγουσα)εγκαταστάθηκε εκ νέου στο προπεριγραφέν ακίνητο, ως κυρία, νομέας και κάτοχος αυτού. Ότι μετά την εγκατάστασή της στο ως άνω ακίνητο η ενάγουσα διαπίστωσε ότι αυτό, κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 που απεβλήθη από τη νομή του, έως την εκ νέου εγκατάστασή της στο ακίνητο αυτό, την 1-6-1997, είχε υποστεί σημαντικές φθορές στις κτιριακές, υδραυλικές και ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις του και ότι ήταν παντελώς εγκαταλελειμμένο.
Ότι σύμφωνα με την επισυναπτόμενη στην αγωγή πραγματογνωμοσύνη του Κ. Κ., πολιτικού μηχανικού, η οποία διεξήχθη κατόπιν της υπ' αριθ. 13/1999 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Α., απαιτείται η επισκευή τους, ώστε να είναι δυνατή η επαναλειτουργία του. Ότι το κόστος της επισκευής θα ανέλθει στο ποσό των 5.697.439 ευρώ.
Ότι ειδικότερα η κατά την 1-6-1997 προεκτεθείσα κατάσταση του ως άνω ξενοδοχειακού συγκροτήματος, προήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα των υπαλλήλων και της διοικήσεως της ……, οι οποίοι από την αποβολή αυτής (ενάγουσας) και του μισθωτή της στις 11-1-1991, έως και την 1-6-1997, καθόλο το χρονικό διάστημα, παρότι γνώριζαν την άσκηση της ανωτέρω ανακοπής κατά του πλειστηριασμού και ότι σε περίπτωση ευδοκίμησής της υπήρχε πιθανότητα η εναγομένη να αποδώσει το ακίνητο στην ενάγουσα, άφησαν το ως άνω συγκρότημα αφύλακτο, δεν μερίμνησαν για τη στοιχειώδη συντήρηση των εγκαταστάσεών του και αρνήθηκαν να της καταβάλουν τα αναγκαία ποσά για την αποκατάσταση των ζημιών, με αποτέλεσμα μέχρι σήμερα αυτό να παραμένει κλειστό και ως εκ τούτου αυτή (ενάγουσα)να ζημιώνεται.
Ότι η εναγομένη, μετά την αμετάκλητη ακύρωση του πλειστηριασμού, ενόψει του ότι ουδέποτε κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου, ευθύνεται λόγω του ότι γνώριζε την άσκηση της ανωτέρω ανακοπής, ως κακόπιστη νομέας για τη χειροτέρευση του ακινήτου και για την αποκατάσταση των ανωτέρω ζημιών που προκλήθηκαν σ' αυτό.
Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, ζήτησε, μετά το νόμιμο περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει ως αποζημίωση το ποσό των 5.697.439 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της υπόθεσης αυτής, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Α.
με την 4632/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, κατά την ως άνω αγωγική της βάση της, με την οποία η ενάγουσα θεμελίωνε την ένδικη αξίωσή της στις περί των αδικοπραξιών διατάξεις, λόγω παραγραφής. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα και το Εφετείο Α. με την υπ' αριθμ. 2138/2014 προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τη σωρευόμενη ως άνω αγωγική βάση, λόγω αοριστίας της, και συγκεκριμένα επειδή δεν εκτίθενται στην αγωγή κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα πραγματικά περιστατικά που στοιχειοθετούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και τη ζημία που προκλήθηκε στο επίδικο ακίνητο και μάλιστα κατά το επικαλούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, ήτοι από 11-1-1991 έως 1-6-1997.
Το Εφετείο, μάλιστα, δέχθηκε ότι η αοριστία της αγωγής επιτείνεται και από το ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, μεταξύ της κτήσης της κυριότητας της εναγομένης (9-3-1990) και μέχρι την επανάκτηση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα (1-6-1997), μεσολάβησε στις 29-7-1993 η μεταβίβαση λόγω πωλήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στον Κ.
Λ., ως προς τον οποίο δεν στρέφεται η κρινόμενη αγωγή. Συγκεκριμένα, ότι δεν εκτίθενται στην αγωγή: α) σε τι ακριβώς συνίσταται η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης και μάλιστα κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως 29-7-1993, δεδομένου ότι η εναγομένη, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, μετά την μεταγραφή στις 9-3-1990 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αίγινας, της με αριθμ. 8958/5-3-1990 περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά, κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου και είχε την άμεση και απόλυτη εξουσία αυτού (άρθρο 1000 ΑΚ).
Όταν δε στις 11-1-1990 απέκτησε τη νομή και κατοχή του επιδίκου ακινήτου, είχε ήδη, με την υπ' αριθμ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, κριθεί τελεσιδίκως ότι είναι έγκυρος ο πλειστηριασμός του επιδίκου ακινήτου. Στη συνέχεια δε με τη μεταβίβαση του ανωτέρω ακινήτου, στις 29-7-1993, στον Κ. Λ. και μέχρι την επανεγκατάσταση, την 1-6-1997, της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο, δεν εκτίθεται στην αγωγή σε τι συνίσταται η παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, είτε με τη μορφή της προσβολής διάταξης νόμου, είτε με τη μορφή της προσβολής εννόμου συμφέροντος (ΑΠ 422/2008,ΑΠ 177/2008), δεδομένου ότι η εναγομένη κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα είχε αποξενωθεί πλήρως από το επίδικο ακίνητο, β)επειδή, επίσης, εντελώς αόριστα επικαλείται στην αγωγή αυτή (ενάγουσα) ότι από υπαιτιότητα της εναγομένης προκλήθηκαν οι φθορές στο επίδικο ακίνητο κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως 1-6-1997, χωρίς να διαχωρίζει σε τι συνίσταται η υπαιτιότητα της εναγομένης τόσο κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως 29-7-1993, κατά το οποίο το ανωτέρω ακίνητο ευρίσκετο στην κυριότητά της, όσο και κατά το χρονικό διάστημα από 29-7-1993 έως 1-6-1997, κατά το οποίο, κατά τα ιστορούμενά της, είχε αποξενωθεί από το επίδικο ακίνητο, αφού αυτό είχε περιέλθει στην κυριότητα τρίτου και γ)επειδή αόριστα ισχυρίζεται ότι από αμέλεια των οργάνων της εναγομένης, αλλά και των υπαλλήλων της, συνιστάμενη στην παράλειψη αυτών να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για τη φύλαξη και συντήρηση του επιδίκου, χωρίς, μάλιστα, ειδικότερα να τα εξειδικεύει, προκλήθηκαν οι αναφερόμενες στην αγωγή φθορές, χωρίς, επίσης, να προσδιορίζει αν οι φθορές αυτές προκλήθηκαν αποκλειστικά στο διάστημα από 11-1-1991 έως 29-7-1993, κατά το οποίο το επίδικο ακίνητο βρισκόταν στην κυριότητα, νομή και κατοχή της εναγομένης.
Σύμφωνα δε και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κρίνοντας ως αόριστη την αγωγή κατά τη σωρευόμενη ως άνω αγωγική της βάση με επίκληση των περί αδικοπραξιών διατάξεων, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντάς τες, τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με το αντίστοιχο τμήμα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με το αντίστοιχο τμήμα του ίδιου λόγου αναίρεσης, από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 και 14 ΚΠολΔ είναι, στο σύνολό του, αβάσιμος.
Ως "πράγματα", που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, θεωρούνται και οι λόγοι εφέσεως που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσης. Ως εκ τούτου, η εκ μέρους του Εφετείου παραδοχή ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η υπ' αυτού εκ νέου κρίση επί κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον από την ως άνω διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Αυτό δεν συμβαίνει, όμως, αν πρόκειται για σφάλμα της πρωτόδικης απόφασης το οποίο αφορά σε κεφάλαιο που έχει ήδη προσβληθεί παραδεκτώς με άλλο λόγο έφεσης και, ως εκ τούτου, μπορεί να ερευνηθεί αυτεπάγγελτα από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 134/2008). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο αποκτά εξουσία να εξετάσει όλους τους ισχυρισμούς που υποβάλλονται κατά τις διατάξεις των άρθρων 525 έως 527 ΚΠολΔ, τόσο από τη μία πλευρά όσο και από την άλλη και, παρά το ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, παραπονείται για το ότι η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, το εφετείο έχει την εξουσία να κρίνει, ακόμη και με αυτεπάγγελτη έρευνα, ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη.
Σε τέτοια περίπτωση, δεν είναι εφικτή η κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ αντικατάσταση των αιτιολογικών της εκκαλούμενης απόφασης, διότι υπάρχει διαφορά ως προς την εμβέλεια του δεδικασμένου που παράγεται από την απόρριψη της αγωγής για τον ένα ή τον άλλο λόγο. Γι' αυτό, η έφεση γίνεται δεκτή, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται και η αγωγή απορρίπτεται ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη, ακόμη και χωρίς ειδικό παράπονο, διότι η απόφαση αυτή είναι για τον εκκαλούντα επωφελέστερη, σε σύγκριση με την εκκληθείσα (ΚΠολΔ 68, 536, ΑΠ 140/2019, ΑΠ 258/2015, ΑΠ 92/2015, ΑΠ 1951/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατυπώνεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, δίχως να υπάρχει σχετικός λόγος έφεσης εκ μέρους της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσείουσας), ως εκκαλούσας, έκρινε αυτεπάγγελτα την αγωγή, κατά τη σωρευόμενη αγωγική της βάση στις περί των αδικοπραξιών διατάξεις, ως αόριστη, αν και πρωτοδίκως είχε απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη.
Και ότι, στη συνέχεια, εξαφάνισε την τότε εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε τη αγωγή, κατά την παραπάνω βάση της, λόγω της αοριστίας της, εκδίδοντας με τον τρόπο αυτό για την ενάγουσα και τότε εκκαλούσα απόφαση επιβλαβέστερη από την εκκληθείσα, κατά παράβαση [δήθεν] του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ. Σύμφωνα, όμως, και με τις προεκτεθείσες σκέψεις, το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να ερευνήσει οίκοθεν, χωρίς ειδικό παράπονο, την αοριστία της ερειδόμενης στις επικαλούμενες διατάξεις των άρθρων 914 επ.
ΑΚ ένδικης αγωγικής αξίωσης και, εξαφανίζοντας την εκκαλούμενη απόφαση, να απορρίψει την ένδικη αυτή αξίωση κατά το μέρος που έκρινε ότι έπασχε αοριστίας. Και τούτο διότι, εφόσον η εκκαλούσα παραπονείτο για την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής ως προς την ως άνω αγωγική της βάση, το Εφετείο είχε την εξουσία, ακόμη και χωρίς την προβολή σχετικού παραπόνου, να ερευνήσει αυτεπάγγελτα την αοριστία, καθώς και τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να την απορρίψει ως αόριστη ή μη νόμιμη, δοθέντος ότι με τον τρόπο αυτό, μάλιστα, εξέδωσε απόφαση ευνοϊκότερη για την εκκαλούσα, στην οποία παρέσχε την ευχέρεια να θεμελιώσει επαρκώς την σωρευθείσα, ελλιπώς, στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αγωγική της βάση, εφόσον, βέβαια, εξακολουθούν να συντρέχουν οι αντίστοιχες δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον παραπάνω αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ από τη στιγμή που ο υπερθεματιστής καταβάλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης.Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Ήτοι, με την εν λόγω διάταξη καθιερώνεται η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας και ότι συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση από αναγκαστικό πλειστηριασμό που συνιστά, όπως από την ως άνω διάταξη σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, 199, 1192 και 1198 ΑΚ σαφώς προκύπτει, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως που ολοκληρώνεται με την κατακύρωση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 4 ΚΠολΔ, ο υπερθεματιστής από της κατακυρώσεως λαμβάνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πράγματος. Η κατανομή των ωφελημάτων και βαρών ρυθμίζεται με βάση την κατακύρωση και ανεξάρτητα από την καταβολή του πλειστηριάσματος ή την έκδοση ή τη μεταγραφή της περίληψης της έκθεσης κατακυρώσεως.
Από της κατακυρώσεως και μόνον ο υπερθεματιστής λαμβάνει τα ωφελήματα και φέρει τα βάρη του πλειστηριασθέντος πράγματος, δεδομένου ότι έκτοτε δικαιούται αλλά και υποχρεούται να καταβάλει το πλειστηρίασμα και να παραλάβει το πράγμα. Η έννοια των ωφελημάτων δίνεται από το άρθρο 962 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου ωφέλημα είναι όχι μόνον οι καρποί του πράγματος (φυσικοί καρποί συμφώνως προς τον προορισμό του ή πολιτικοί καρποί, ήτοι οι πρόσοδοι βάσει έννομης σχέσης) ή του δικαιώματος (οι πρόσοδοι δηλαδή που παρέχει το δικαίωμα συμφώνως προς τον προορισμό του), όπως η έννοια των καρπών, προσδιορίζεται από την ΑΚ 961, αλλά και κάθε όφελος, που η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος παρέχει.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1096 και 1098 ΑΚ σαφώς συνάγεται, ότι η ευθύνη του κακόπιστου νομέα, δηλαδή εκείνου, ο οποίος, κατά την κατάληψη του πράγματος, γνώριζε ή από βαρεία αμέλεια αγνοούσε ή έμαθε αργότερα ότι δεν δικαιούται στη νομή του, είναι όμοια με εκείνη του καλόπιστου νομέα μετά την επίδοση της αγωγής και αρχίζει αφότου έγινε κακόπιστος.
Ειδικότερα ο κακόπιστος νομέας υποχρεούται έκτοτε να αποδώσει τα ωφελήματα, τα οποία έχουν εξαχθεί, και να αποκαταστήσει την αξία όσων εξ αυτών δεν εξήγαγε, ενώ μπορούσε κατά τους κανόνες της τακτικής διαχειρίσεως να εξαγάγει. Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η ευθύνη του νομέα για την απόδοση των καρπών του πράγματος ισχύει όχι μόνο όταν ενάγεται με τη διεκδικητική αγωγή, αλλά και με ιδιαίτερη αγωγή.
Αντίθετα, κατά το άρθρο 1100 ΑΚ, αν ο νομέας πήρε και εξακολούθησε να έχει καλόπιστα τη νομή του πράγματος, δεν ευθύνεται για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα ούτε σε απόδοση των ωφελημάτων του πράγματος, ούτε σε αποζημίωση για τη χειροτέρευση ή καταστροφή του πράγματος ή την αδυναμία απόδοσής του.
Ωφελήματα, εξάλλου, είναι όχι μόνο οι καρποί του πράγματος ή του δικαιώματος αλλά και κάθε όφελος που παρέχει η χρήση του πράγματος ή του δικαιώματος (άρθρο 962 ΑΚ). Εξάλλου σε περίπτωση κτήσεως της κυριότητας και νομής ακινήτου από υπερθεματιστή ζήτημα ευθύνης του κατά τις διατάξεις των άρθρων 1096 επ. και 1180 ΑΚ, σε περίπτωση προσβολής της εκτελέσεως με ανακοπή κατά του πλειστηριασμού, τίθεται για το μετά την τελεσίδικη ακύρωση του πλειστηριασμού του διάστημα (ΑΠ 947/2015).
Περαιτέρω, η διοίκηση αλλοτρίων, η οποία ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 730 έως 740 ΑΚ, είναι ενοχή εξωδικαιοπρακτική που παράγεται αμέσως εκ του νόμου μεταξύ του διοικητή και του κυρίου της υποθέσεως και μάλιστα από μόνο το γεγονός ότι ο διοικητής χειρίζεται και διοικεί ξένη υπόθεση χωρίς να έχει δικαίωμα ή σχετική υποχρέωση.
Η έννοια της γνήσιας διοικήσεως αλλοτρίων δίδεται από τη διάταξη του άρθρου 730 ΑΚ, κατά την οποία όποιος διοικεί χωρίς εντολή ξένη υπόθεση έχει υποχρέωση να τη διεξάγει προς το συμφέρον του κυρίου και σύμφωνα με την πραγματική ή την εικαζόμενη θέληση του κυρίου, ενώ αντίθετη θέληση του τελευταίου για τη διοίκηση της υποθέσεως δεν λαμβάνεται υπόψη αν αντιβαίνει στο νόμο ή στα χρηστά ήθη.
Η γνήσια διοίκηση αλλοτρίων έχει δύο ειδικότερες μορφές, τη θεμιτή (736 ΑΚ) και την αθέμιτη (737 ΑΚ) με διάφορες έννομες συνέπειες για καθεμία από αυτές (ΑΠ 784/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 739 εδ.α' ΑΚ όποιος, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση, τη διοικεί σαν δική του, με την επιφύλαξη της τυχόν ευθύνης του από αδικοπραξία, έχει τις υποχρεώσεις από τη διοίκηση αλλοτρίων.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία ορίζει τις προϋποθέσεις της ευθύνης από τη μη γνήσια διοίκηση αλλοτρίων, προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι: α)Η διεξαγωγή (αντικειμενικώς) ξένης υποθέσεως. Αντικειμενικώς ξένη είναι η υπόθεση όταν, κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ανήκει στον κύκλο συμφερόντων τρίτου προσώπου, β) Η γνώση του διοικητή ότι η υπόθεση είναι ξένη.
Η γνώση αυτή πρέπει να είναι πλήρης και πραγματική, δηλαδή πρέπει να γνωρίζει θετικά ο διοικητής ότι πρόκειται για ξένη υπόθεση, γ) Η διοίκηση της ξένης υποθέσεως ως ιδίας. Ο μη γνήσιος διοικητής διαχειρίζεται την ξένη υπόθεση ως δική του όταν ενεργεί με πρόθεση να εξυπηρετήσει αποκλειστικά το δικό του συμφέρον.
Επίσης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 739 και 734 ΑΚ ο μη γνήσιος διοικητής αλλοτρίων υποχρεούται να αποδώσει στον κύριο όσα απέκτησε από τη διοίκηση κατά τις διατάξεις για την εντολή που εφαρμόζονται αναλόγως. Από το συνδυασμό όλων των προαναφερθεισών διατάξεων προκύπτει ότι για την ύπαρξη (γνήσιας ή μη) διοικήσεως αλλοτρίων απαιτείται η ανάμειξη του διοικητή να έγινε χωρίς εντολή ή άλλη έννομη σχέση που υποχρεώνει αυτόν σε ενέργεια (ΑΠ 1604/2013,ΑΠ 1261/2010).Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις, εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Δηλαδή, με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998,ΑΠ 363/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη ή αόριστη (ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 44/1990, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 637/2012, ΑΠ 159/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής, και κατά το προεκτεθέν περιεχόμενό της, η αναιρεσείουσα, επιχείρησε να θεμελιώσει την ένδικη αξίωσή της προς αποζημίωση στις σωρευόμενες αγωγικές της βάσεις, αφενός επί των διατάξεων των άρθρων 1096-1100 ΑΚ, και αφετέρου επί των διατάξεων των άρθρων 730 επ. του ΑΚ περί διοικήσεως αλλοτρίων.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 4632/2008 απόφασή του απέρριψε την αγωγή, και ως προς τις ανωτέρω σωρευόμενες βάσεις της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, ενώ το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2138/2014 προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε αμφότερες τις ως άνω σωρευόμενες αγωγικές βάσεις, ως νομικά αβάσιμες. Συγκεκριμένα το Εφετείο δέχθηκε, ότι η αγωγή, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα σ' αυτήν, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί νομικά στις διατάξεις των άρθρων 1096-1100 ΑΚ, και τούτο διότι από της αναφερόμενης μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης του πλειστηριασθέντος ακινήτου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που συνέταξε η υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος Αίγινας Μαρία Νικηφοράκη-Βαγενά, η υπερθεματίστρια Τράπεζα (…..), καθολική διάδοχος της οποίας υπήρξε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ.1 εδ. β' ΚΠολΔ, την κυριότητα του ακινήτου αυτού, την οποία νομίμως μεταβίβασε, στη συνέχεια, λόγω πωλήσεως, δυνάμει του υπ' αριθμ. 27552/1993 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Α. Αριστείδη Δράγιου, στον Κ. Λ..
Συνεπώς, η εναγομένη ήταν κυρία και νομίμως κατείχε και νεμόταν με διάνοια κυρίου το πλειστηριασθέν ακίνητο, μέχρι την 29-7-1993 οπότε και μεταβίβασε την κυριότητα αυτού στον Κ. Λ.. Ότι, περαιτέρω, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή η εναγομένη από τον χρόνο που εγκαταστάθηκε στο επίδικο ακίνητο (11-1-1991)μέχρι και την ημερομηνία, κατά την οποία μεταβίβασε το ανωτέρω ακίνητο στον Κ.
Λ. (29-7-1993), ήταν καλόπιστη νομέας, αφού με την υπ' αριθμ.1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά απορρίφθηκε η σχετική έφεση της ανακόπτουσας και είχε τελεσίδικα κριθεί ότι ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου ήταν έγκυρος. Ότι η καλοπιστία της εναγομένης δεν αίρεται, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε όταν στη συνέχεια, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 347/1996 απόφασης του Αρείου Πάγου, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 513/1997 απόφαση του Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε άκυρος ο πλειστηριασμός του επιδίκου ακινήτου, αφού τότε (έτος 1997) είχε ήδη μεταβιβάσει λόγω πωλήσεως, το επίδικο ακίνητο, στον Κ.
Λ.. Ότι, εξάλλου, το γεγονός ότι ασκήθηκε αίτηση αναιρέσεως κατά της πιο πάνω απόφασης του Εφετείου Πειραιά, η οποία, μάλιστα, δεν αναγράφεται στην αγωγή πότε ασκήθηκε, και εάν επιδόθηκε στην εναγομένη, δεν καθιστά την εναγομένη κακόπιστη νομέα, αφού για την κατάφαση της κακοπιστίας απαιτείται να υπάρχει θετική γνώση του νομέα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής και όχι απλώς να αμφιβάλλει ο νομέας περί του δικαιώματος νομής του.
Ότι, τέλος, η εναγομένη, υπό τα ιστορούμενα στην αγωγή, ούτε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1097 ΑΚ ευθύνεται για την χειροτέρευση του επιδίκου ακινήτου, διότι κατά το χρονικό διάστημα, που φέρεται ότι προκλήθηκαν οι φθορές στο επίδικο ξενοδοχειακό συγκρότημα, η ενάγουσα δεν ήταν κυρία αυτού, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως την 29-7-1993 η κυριότητά του ανήκε στην εναγομένη και κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-1993 έως 1-6-1997 στον Κ.
Λ., με αποτέλεσμα να μη τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 1097 ΑΚ, η οποία προϋποθέτει δυνατότητα διεκδικήσεως του πράγματος κατά το χρόνο που συνέβη το θεμελιωτικό της αξίωσης γεγονός (εν προκειμένω η πρόκληση της ζημίας), στοιχείο που δεν επικαλείται στην αγωγή η ενάγουσα. Και ότι εν όψει των ανωτέρω, δεν υφίσταται ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση για τη χειροτέρευση του επιδίκου ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 1100 επ.
ΑΚ. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα ούτε στις διατάξεις των άρθρων 730 επ. ΑΚ. Και τούτο διότι προϋπόθεση για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 739 ΑΚ είναι ο διοικητής να διεξάγει προς το δικό του συμφέρον υπόθεση που γνωρίζει ότι είναι ξένη. Η γνώση απαιτείται να είναι πλήρης και πραγματική, δηλαδή να γνωρίζει θετικά ο διοικητής ότι η υπόθεση είναι ξένη, ενώ δεν αρκεί υπαίτια άγνοια, έστω και βαριά αμέλεια.
Στην υπό κρίση, όμως, περίπτωση, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όλο το χρονικό διάστημα από 11-1-1991 έως 29-7-1993, κατά το οποίο η εναγομένη κατείχε το επίδικο ακίνητο, βρισκόταν στην νομή και κατοχή του διάνοια κυρίου και συνεπώς όχι μόνο δεν γνώριζε θετικά ότι δεν ήταν κυρία, αλλά αντιθέτως, με δεδομένη την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας κατά του πλειστηριασμού ανακοπής με την υπ' αριθμ. 1185/1990 απόφαση του Εφετείου Πειραιά και τη μεταγραφή της υπ' αριθ.8958/1990 περιλήψεως κατακυρωτικής έκθεσης, την 9-10-1990, κατέστη κυρία του ακινήτου, την δε κυριότητα αυτή διατήρησε καθ' όλο το ανωτέρω διάστημα και μέχρι την πώληση και παράδοσή του στον αγοραστή Κ.
Λ.. Επομένως, όχι μόνο δεν υφίσταται γνώση και μάλιστα θετική "διοικητού", αλλά ούτε και πλάνη υφίστατο, κατά την οποία ο διοικητής να πίστευε εσφαλμένα ότι η υπόθεση ήταν δική του, έλειπε δε εν προκειμένω η συνείδηση του αλλοτρίου της υποθέσεως και η πρόθεση του διοικητή να διεξαγάγει την υπόθεση ως ξένη (άρθρο 740 ΑΚ), αλλά και ούτε αλλότρια υπόθεση υφίστατο κατά το διάστημα κατοχής του επιδίκου ακινήτου από την εναγομένη Τράπεζα.
Συνακόλουθα, σύμφωνα και με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και κρίνοντας ως νομικά αβάσιμη την αγωγή, αφενός κατά τη σωρευόμενη ως άνω βάση της με επίκληση των διατάξεων των άρθρων 1096-1100 επ. ΑΚ, αφετέρου κατά την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα βάση επί των διατάξεων περί διοικήσεως αλλοτρίων, των άρθρων 730 επ.
ΑΚ, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντάς τες, τις διατάξεις των προαναφερθέντων άρθρων.
Συνεπώς το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με τους τέταρτο και αντίστοιχο τμήμα του πέμπτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1096-1100 ΑΚ και 730-740 ΑΚ, αντίστοιχα.
Επομένως, οι τέταρτος και πέμπτος, κατά το αντίστοιχο τμήμα του, λόγοι αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ είναι, στο σύνολό τους, αβάσιμοι. Τέλος, με τους έκτο, αντίστοιχο τμήμα του πέμπτου και δωδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι η απόφαση αυτή εκ πλαγίου παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, του άρθρου 914 ΑΚ, του πλέγματος των διατάξεων των άρθρων 730-740 του ΑΚ περί διοίκησης αλλοτρίων, και εκείνων περί μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου στον υπερθεματιστή, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα της γνώσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ότι η υπόθεση που χειρίσθηκε ήταν ξένη, και ως προς την αντιμετώπιση της τελευταίας ως αδιαμφισβήτητης κυρίας, νομέα και κατόχου του επιδίκου εκπλειστηριασθέντος ακινήτου της αναιρεσείουσας.
Και οι ως άνω, όμως, τρεις λόγοι, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ μπορεί να ιδρυθεί μόνον εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και δεν έκρινε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, απορριπτέα την αγωγή, ως προς μεν την αγωγική της βάση της αδικοπραξίας, ως αόριστη, ως προς δε τις σωρευόμενες αγωγικές βάσεις επί των διατάξεων των άρθρων 1096-1100 ΑΚ και την επιχειρούμενη από την αναιρεσείουσα να θεμελιωθεί στις περί διοικήσεως αλλοτρίων διατάξεις των άρθρων 730-740 του Αστικού Κώδικα, ως μη νόμιμες.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 3/1997,ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 2234/2013), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, επικαλούμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτήν στα δικαστήρια της ουσίας και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα επειδή δεν έλαβε υπόψη της τον παραδεκτώς προταθέντα ισχυρισμό της ότι, μετά την ακύρωση του πλειστηριασμού, η καταβολή του πλειστηριάσματος δια συμψηφισμού, από την υπερθεματίστρια εναγομένη Τράπεζα, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ.3 του ν.δ.
της 17-7/13-8-1923, ισοδυναμεί με μη καταβολή του πλειστηριάσματος, με συνέπεια να επέλθει και ακύρωση του συμψηφισμού αυτού, με περαιτέρω αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής κυρίως οι διατάξεις όχι μόνο για την απόδοση ωφελημάτων από τον κακόπιστο ή εν πάσει περιπτώσει οχληθέντα και εναχθέντα μη κύριο και νομέα, αλλά και για την ευθύνη χειροτέρευσης αλλότριου πράγματος, το οποίο διοικούσε η εναγομένη, στη διάρκεια της επιδικίας και της κατοχής του από την τελευταία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις είναι προεχόντως απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον ο επικαλούμενος ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά νομικό επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς επίρρωση των ισχυρισμών της για τη νομική θεμελίωση των σωρευόμενων βάσεων της αγωγής της, που δεν έχει αυτοτέλεια, και δη ως αιτίαση εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, παράπονο, ωστόσο, υπαγόμενο στην εκ του αριθμού 1 πλημμέλεια του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κρίνοντας (βλ. σελίδες 22-24, και 28-29 της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης) ότι, ανεξαρτήτως του τρόπου καταβολής του πλειστηριάσματος, από της μεταγραφής της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης που συνέταξε η υπάλληλος του πλειστηριασμού συμβολαιογράφος Αίγινας Μαρία Νικηφοράκη-Βαγενά, η υπερθεματίστρια εναγομένη Τράπεζα απέκτησε, σύμφωνα με το άρθρο 1005 παρ.1β' του ΚΠολΔ, την κυριότητα του εκπλειστηριασθέντος ακινήτου, την οποία νομίμως περαιτέρω μεταβίβασε την 29-7-1993, μέχρι τότε δε το νεμόταν διανοία κυρίου ως καλόπιστη νομέας, καθώς και ότι, με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή, ούτε αλλότρια υπόθεση υφίστατο κατά το διάστημα κατοχής του επιδίκου ακινήτου από την εν λόγω εναγομένη.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1498/2021,ΑΠ 496/ 2020, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 2139/2014, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).
Εν προκειμένω η αναιρεσείουσα, με τους έβδομο, όγδοο, ένατο, δέκατο και ενδέκατο λόγους της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλομένη με τον ίδιο αναιρετικό λόγο την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559ΚΠολΔ, προβάλλοντας την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον αυτού, για να αποδείξει την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής της και συγκεκριμένα τα έγγραφα, που αναφέρονται στους λόγους αυτούς, και τις συναγόμενες από αυτά εξώδικες ομολογίες της αναιρεσίβλητης, ήτοι:
α) το αντίγραφο της με αριθμό 7554/6-7-1988 έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης της συμβολαιογράφου Αίγινας Μαρίας Νικηφοράκη-Βαγενά, καθώς και της με αριθμό 8958/5-3-1990 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της ίδιας συμβολαιογράφου, β)το αντίγραφο του με αριθμό 27552/29-7-1993 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ακινήτου του συμβολαιογράφου Α.
Αριστείδη Ράγιου, γ) τη συναγόμενη εξώδικη ομολογία από το αντίγραφο του σημειώματος της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς/διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων, κατά του Κ. Λ. προς αντίκρουση της με αριθμό κατάθεσης 10079/1995 αιτήσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 2994/1995 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, δ)τη συναγόμενη, επίσης, εξώδικη ομολογία από το αντίγραφο των από 8-4-2004 προτάσεων της αναιρεσίβλητης επί της από 29-6-2001 και με αριθμούς πράξης κατάθεσης 91667/5577/2001 αγωγής του Κ.
Λ. εναντίον της και ε) το αντίγραφο του με αριθμό 997/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Α., τη σχετική μήνυση του Κ. Λ., το με αριθμό 2302/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Α., καθώς και τα πορίσματα της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αντίστοιχα. Οι ως άνω, όμως, εξεταζόμενοι λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των αποδεικτικών μέσων, αλλά απέρριψε την αγωγή, κατά μεν την αγωγική της βάση εκ της αδικοπραξίας (άρθρα 914 επ.
ΑΚ) ως αόριστη, κατά δε τις λοιπές σωρευόμενες αγωγικές της βάσεις, ήτοι την επιχειρούμενη από την αναιρεσείουσα να θεμελιωθεί στις διατάξεις αφενός των άρθρων 1096-1100 ΑΚ και αφετέρου στις περί διοικήσεως αλλοτρίων διατάξεις των άρθρων 730-740 του ΑΚ, ως μη νόμιμη. Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ.106,176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29.03.2016 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2138/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Α..
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ