Legislator Case Law & Legislation
1827/2018 AI generated

1827/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1827/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1827/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, ενώ η μη ορθή εκτίμηση τους δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, εφόσον περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας.

Keywords

AI generated
capacity as reporting officer debt collection officer employed spouse qualified criminal mismanagement off-duty activities of public servants unemployment benefits overpayment
AI generated
1364/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
451/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη - Εισηγητή και Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αρεοπαγίτες.
1568/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαϊου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/9/1997 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/1999 του ίδιου Δικαστηρίου και 66/2001 του Εφετείου Κρήτης. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η με αριθ.103/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Κρήτης. Το Εφετείο Κρήτης εξέδωσε την 500/2003 απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28/9/2003 αίτησή της και τους από 1/10/2005 πρόσθετους λόγους.
431/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
679/2010
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις α) από 17 Μαΐου 1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και β) από 2 Οκτωβρίου 1995 ομοία του ήδη αναιρεσειβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, οι οποίες και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 184/1996 προδικαστική, 993/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 630/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1827 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1827/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο-Εισηγητή, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Μ. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σαράντη και 2) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., που παρέστη με τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Σαράντη, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.1874/2018 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Σ. Μ. του Ν., κάτοικο ..., που παρέστη με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, 2) Α. Κ. του Κ. και 3) Σ. Κ. του Α., ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Μπρέγιαννο και 4) Α. Κ. του Γ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο παραπάνω πληρεξούσιο δικηγόρο Σωτήριο Μπρέγιαννο. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 8256/30-7-2018 κοινή αίτησή τους αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1047/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, τον πρώτο πολιτικό ενάγοντα με την ιδιότητά του ως δικηγόρος, αλλά και ως πληρεξούσιος δικηγόρος των λοιπών πολιτικώς εναγόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Η κρινόμενη από 30-7-2018 αίτηση-δήλωση (αρ.πρ.8256/2018) των 1) Μ. Μ. του Κ. και 2) Α. Κ. του Β., για αναίρεση της καταδικαστικής απόφασης 1874/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

ΙΙ) Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.

Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Περαιτέρω, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, "αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητος του ως εντολοδόχου, επίτροπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, β) να είναι αυτό ολικά ή μερικά ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, από τον υπαίτιο, που υπάρχει, όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νόμιμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και στ) να συντρέχει επιπλέον στο πρόσωπο του υπαίτιου κάποια από τις περιοριστικά στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας.

Υποκειμενικά, απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη, που στη συγκεκριμένη περίπτωση, εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα απ' αυτά, ενώ η μη ορθή εκτίμηση τους δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, εφόσον περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας.

Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνην που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Ε' του ΚΠΔ υπάρχει και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη 1874/2018 απόφασή του, κήρυξε τους αναιρεσείοντες ενόχους για τις αξιόποινες πράξεις 1) της διακεκριμένης υπεξαίρεσης από διαχειριστή ξένης περιουσίας, 2) της απιστίας και 3) της υπεξαγωγής εγγράφων, την πρώτη απ' αυτούς και 1) της απλής συνέργειας σε διακεκριμένη υπεξαίρεση από διαχειριστή ξένης περιουσίας και 2) της υπεξαγωγής εγγράφων, το δεύτερο απ' αυτούς και τους καταδίκασε σε συνολικές ποινές κάθειρξης 6 ετών την πρώτη και φυλάκισης 3 ετών και 6 μηνών τον δεύτερο (την ποινή φυλάκισης του οποίου ανέστειλε για μία τριετία).

Στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα πραγματικά περιστατικά "Στον Δήμο ..., επί της οδού ..., βρίσκεται το συγκρότημα κατοικιών "...", το οποίο κατασκευάστηκε κατά τα έτη 2003-2005, κατοικήθηκε τον μήνα Σεπτέμβριο του 2005 και αποτελείται από 202 κατοικίες.

Το συγκρότημα αυτό διέπεται ως προς το καθεστώς λειτουργίας της συνιδιοκτησίας του από τον Κανονισμό, που περιέχεται κωδικοποιημένος στην υπ' αριθ. …453/11.11.2002 νομίμως μεταγραφείσα πράξη της Συμ/φου Ε. Θ. - Κ. και σύμφωνα με τον οποίο τα όργανα διοίκησης του συγκροτήματος είναι α) η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) των συνιδιοκτητών του, β) η Γενική Συνέλευση (Γ.Σ.) των συνιδιοκτητών κάθε πολυωρόφου κτιρίου και γ) ο Διαχειριστής του συγκροτήματος, ενώ διοικείται από τον Διαχειριστή ή την Διαχειριστική Αρχή, που διορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης (Γ.Σ.) των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος και έχει τις αρμοδιότητες που αναλυτικά στον εν λόγω Κανονισμό καθορίζονται.

Επίσης, στο συγκρότημα αυτό, με απόφαση της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών, έχει προβλεφθεί η λειτουργία 17μέλους Συμβουλίου, που αποτελείται από τους εκπροσώπους των κτιρίων, που εκλέγονται από τις Γ.Σ. των πολυωρόφων κτιρίων καθώς και 7μελούς ή 5μελούς Συμβουλίου, που αποτελείται από μέλη εκλεγόμενα από τις Γ.Σ.

των συνιδιοκτητών ή από το 17μελές Συμβούλιο. Τα όργανα, δε, αυτά, μη προβλεπόμενα από τον Κανονισμό του Συγκροτήματος ως όργανα διοίκησης αυτού, αποτελούν γνωμοδοτικά - συμβουλευτικά όργανα, που γνωμοδοτούν επί των Θεμάτων, που τίθενται σ' αυτά από τον Διαχειριστή, χωρίς να δεσμεύουν τον τελευταίο, ο οποίος, επί των θεμάτων που ανάγονται στην αρμοδιότητα του, αποφασίζει κυριαρχικώς.

Διαχειριστής του άνω συγκροτήματος μέχρι τις 31-5- 2008 ήταν η Μ. Κ., η οποία ασκούσε τα καθήκοντα της διά του ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος συζύγου της Β. Κ., ενώ με την από 18-4-2008 απόφαση της Γ.Σ. των συνιδιοκτητών προσλήφθηκε η πρώτη των κατηγορουμένων Μ. Μ. του Κ., ως υπάλληλος της διαχείρισης, με σκοπό να εκπαιδευθεί στη διαχείριση του συγκροτήματος από τον αποχωρούντα τότε πληρεξούσιο Διαχειριστή Β.

Κ., και να αναλάβει καθήκοντα Διαχειρίστριας από 1-6-2008. Την 1-6-2008, πράγματι, ο Β. Κ. αποχώρησε, παραδίδοντας τη διαχείριση του συγκροτήματος στην πρώτη των κατηγορουμένων, η οποία και την παρέλαβε, αναλαμβάνοντας και αρχίζοντας από την ημέρα αυτή ν' ασκεί τα οικεία καθήκοντα. Γι' αυτήν, δε, την παράδοση και παραλαβή της διαχείρισης συντάχθηκε το από 1-6-2008 πρωτόκολλο, στο οποίο επισυνάφθηκε και η από 1-6-2008 οικεία (δηλαδή περί της διαχείρισης) οικονομική κατάσταση.

Την 1-8-2008, εξάλλου, προσλήφθηκε ως βοηθός της Διαχειρίστριας - πρώτης των κατηγορουμένων ο σύζυγος της, ήδη δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Κ. του Β., στον οποίο ανατέθηκε η υποβοήθηση του έργου της Διαχειρίστριας, όχι όμως, όπως προέκυψε, και η άσκηση των καθηκόντων αυτής με αναπλήρωσή της όταν αυτή απουσίαζε.

Περί το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008, περαιτέρω, ο εκ των συνιδιοκτητών Π. Λ. ανέφερε προς το 17μελές Συμβούλιο και σε άλλους συνιδιοκτήτες ότι, μετά από έρευνα που διενήργησε με άλλους συνιδιοκτήτες, διαπίστωσε ότι η πρώτη των κατηγορουμένων, ως Διαχειρίστρια, δεν είχε πληρώσει στο Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ι.Κ.Α.) τις ασφαλιστικές εισφορές για την ίδια και τον βοηθό σύζυγό της από τον μήνα Ιούλιο του έτους 2009 και εντεύθεν, μολονότι κάθε μήνα οι συνιδιοκτήτες κατέβαλαν κανονικά αυτές τις εισφορές, μαζί με τις λοιπές κοινόχρηστες δαπάνες, όπως επίσης και ότι κατά την αυτή περίοδο η πρώτη των κατηγορουμένων δεν είχε υποβάλει στον ίδιο ασφαλιστικό Οργανισμό (Ι.Κ.Α.)αναλυτικές περιοδικές καταστάσεις εισφορών.

Με αφορμή την καταγγελία αυτή τα μέλη του 17μέλους Συμβουλίου απευθύνθηκαν στους εργολάβους, που παρείχαν στο συγκρότημα διάφορες υπηρεσίες (καθαριότητα, φύλαξη κλπ.) και πληροφορήθηκαν ότι η Διαχειρίστρια - πρώτη των κατηγορουμένων δεν είχε πληρώσει τις αμοιβές τους κατά το τελευταίο πεντάμηνο - εξάμηνο (5μηνο - 6μηνο), τούτο δε, και στην περίπτωση αυτή, παρά το ότι κάθε μήνα όλοι οι συνιδιοκτήτες πλήρωναν κανονικά τις δαπάνες για την παροχή των υπηρεσιών αυτών.

Ενόψει των παραπάνω αιτιάσεων, περί τις αρχές του μηνός Οκτωβρίου 2010, τα μέλη του 17μέλους Συμβουλίου ζήτησαν από την πρώτη των κατηγορουμένων να δεχθεί να υποβληθεί, ως προς την ασκούμενη διαχείρισή της, σε οικονομικό έλεγχο από λογιστή, έτσι ώστε να διερευνηθεί το τι ακριβώς συνέβαινε και να υπάρξει απάντησή της ως προς τις ως άνω αιτιάσεις.

Ωστόσο, έκτοτε η πρώτη των κατηγορουμένων - Διαχειρίστρια έπαυσε αναιτιολόγητα να εμφανίζεται στο συγκρότημα, ο δε βοηθός και σύζυγός της και δεύτερος κατηγορούμενος, Α. Κ., που εξακολούθησε να προσέρχεται, αρνείτο, όταν ερωτάτο, να δικαιολογήσει την απουσία της, προβάλλοντας αορίστως ότι η σύζυγος του ασθενεί.

Παραλλήλως, ο ίδιος αρνείτο να την αναπληρώνει κατά την απουσία της, προβάλλοντας, βασίμως πάντως κατά τούτο, όπως και κατωτέρω επισημαίνεται, ότι η αναπλήρωση της διαχειρίστριας δεν αναγόταν στα καθήκοντά του. Ύστερα από αυτά, με πρωτοβουλία συνιδιοκτητών του συγκροτήματος συγκλήθηκε έκτακτη Γ.Σ. των συνιδιοκτητών αυτού για τις 10-11-2010, με θέματα ημερήσιας διάταξης α)τον έλεγχο διαχείρισης και β)λοιπά θέματα.

Κατά την ημερομηνία αυτή, ωστόσο, δεν επιτεύχθηκε απαρτία και για το λόγο αυτό η Γ.Σ. αναβλήθηκε για τις 17-11-2010, οπότε και πραγματοποιήθηκε. Η εν λόγω Γ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα να διενεργηθεί έλεγχος στη διαχείριση του συγκροτήματος για την περίοδο από 1-1-2008 μέχρι τις 30-9-2010 από Τριμελή Επιτροπή που συγκρότησε προς τούτο και η οποία αποτελείτο από τους συνιδιοκτήτες Σ.

Ν. Μ., Ι. Α. και Α. Κ., ως τακτικά μέλη, Α. Κ. και Μ. Σ., ως αναπληρωματικά μέλη. Σ' αυτή την Τριμελή Επιτροπή, δε, η Γ.Σ. παρέσχε, μεταξύ των άλλων, την εντολή: "....γ) Να διενεργήσει μαζί με τον λογιστή - ελεγκτή ή με τους λογιστές - ελεγκτές, που αυτή θα διορίσει, έλεγχο στη διαχείριση του συγκροτήματος και δη στα οικονομικά στοιχεία αυτής της τελευταίας τριετίας και μέχρι σήμερα, με διαδικασίες και ενέργειες που αυτή θα καθορίσει, κατά την κρίση της, και θα συντάξει και θα υποβάλει στη Γ.Σ.

σχετική περί του ελέγχου τούτου έκθεση ....στ) Ενόψει της συνεχιζόμενης αποχής της διαχειρίστριας από τα Καθήκοντά της και την άρνηση του βοηθού διαχειριστή να ασκήσει διαχειριστικά καθήκοντα, να ασκήσει τη διαχείριση του συγκροτήματος μέχρι την επόμενη Γ.Σ., κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15.1.2. του Κανονισμού του συγκροτήματος, δικαιούμενη, πλην των άλλων, με την προσκόμιση της παρούσης να ανοίγει και να κλείνει τραπεζικούς λογαριασμούς, να ελέγχει την κίνησή τους, να λαμβάνει αντίγραφά τους και αντίγραφα παντός εγγράφου σχετιζομένου με τη διαχείριση του συγκροτήματος, να υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο, να προβαίνει σε πάσης φύσεως εισπράξεις, περιλαμβανομένης της εισπράξεως κοινοχρήστων δαπανών, και σε πάσης φύσεως πληρωμές προς τρίτους, να προβαίνει σε κάθε ενέργεια για την αποκατάσταση της οικονομικής καταστάσεως της διαχειρίσεως του συγκροτήματος, να αναλαμβάνει χρήματα από Τράπεζες, να εκδίδει επιταγές, και να λαμβάνει κάθε σχετικό μέτρο γι' αυτήν, περιλαμβανομένων του μέτρου της δημιουργίας ή της επαυξήσεως αποθεματικού, του ανοίγματος των γραφείων και των επίπλων της διαχειρίσεως, πάσης φύσεως απογραφής βιβλίων, στοιχείων, παγίων, αποθήκης κλπ....

η) Να ασκεί τα νόμιμα ένδικα μέσα κατά παντός, που έβλαψε ή βλάπτει τα συμφέροντα της συνιδιοκτησίας του συγκροτήματος, και να παραιτείται από κάθε τέτοιο ένδικο μέσο. θ) Να εκπροσωπεί την συνιδιοκτησία του συγκροτήματος ενώπιον πάσης αρχής και υπηρεσίας, νομικών ή φυσικών προσώπων, περιλαμβανομένων και Τραπεζών, και ενώπιον παντός αρμόδιου δικαστηρίου παντός βαθμού, υποβάλει μηνύσεις κατά παντός υπαιτίου, που έβλαψε ή βλάπτει τα συμφέροντα της συνιδιοκτησίας, κατά την κρίση της, παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα, διορίζει πληρεξουσίους δικηγόρους, συνηγόρους και αντικλήτους, εγείρει αγωγές και αιτήσεις πάσης φύσεως κλπ.".

Η κατά τα ανωτέρω ορισθείσα Επιτροπή συγκροτήθηκε σε σώμα με το υπ' αριθμ. 1/18-11-2010 πρακτικό της και με την από 18-11-2010 εξώδικη δήλωσή της προς τη διαχειρίστρια Μ. Μ., δηλαδή την πρώτη των κατηγορουμένων, αλλά και τον βοηθό αυτής και σύζυγό της, ήτοι τον δεύτερο των κατηγορουμένων, Α. Κ., κάλεσε αυτούς να προσέλθουν στις 24-11-2010 και ώρα 09.00 στα γραφεία της διαχείρισης του συγκροτήματος και να παραδώσουν προς έλεγχο όλα τα βιβλία και στοιχεία της διαχείρισης, δηλώνοντας, εκτός των άλλων, ότι, σε περίπτωση μη προσέλευσής τους κατά την προαναφερόμενη ημέρα και ώρα, θα προέβαινε στο άνοιγμα των γραφείων της διαχείρισης και τη σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου.

Οι τελευταίοι, όμως, δεν εμφανίστηκαν κατά τον ορισθέντα αυτό χρόνο ούτε δε και κατά τις επόμενες ημέρες, αλλ' απέστειλαν την από 23-11-2010 εξώδικη δήλωσή τους, με την οποία ο μεν δεύτερος από αυτούς αρνήθηκε ότι είχε οποιαδήποτε σχέση με τη διαχείριση του συγκροτήματος, η δε πρώτη αντέδρασε, δηλώνοντας, ανάμεσα στ' άλλα, ότι αρνείτο οποιαδήποτε μομφή εναντίον της και ότι το οποιοδήποτε κλίμα όξυνσης είχε δημιουργηθεί από υπαιτιότητα της συνιδιοκτησίας, ότι απαγόρευε στον οιονδήποτε κατά την απουσία της να παραβιάσει τον εργασιακό της χώρο, ότι συναινούσε στη διενέργεια από κοινού διαχειριστικού ελέγχου, και δη από το έτος 2008 έως τότε, πλην όμως δεν θα παρέδιδε τα βιβλία και στοιχεία της διαχείρισης, αλλ' αυτά θα εξακολουθούσαν να βρίσκονται στην κατοχή της, διότι διατηρούσε ακόμη την ιδιότητα της διαχειρίστριας, ότι, όπως η συνιδιοκτησία του συγκροτήματος γνώριζε, η ίδια (πρώτη των κατηγορουμένων) τελούσε από τις 18-10-2010 σε άδεια κύησης 1ου τριμήνου, που θα διαρκούσε έως τις 2-12-2010, και ότι δεν ήταν υποχρεωμένη να παρίσταται καθημερινά στον συγκεκριμένο χώρο της εργασίας της, μετά μάλιστα και από τέσσερις (4) αποβολές που υπέστη εντός αυτού, ούτε να παρέχει υπηρεσίες.

Επίσης, ότι μετά τη λήξη της νόμιμης άδειάς της θα ετίθετο στη διάθεση οποιουδήποτε για πλήρη ενημέρωση των πεπραγμένων της ενώ τότε και θα συζητείτο και το ζήτημα της καταγγελίας της στην αρμόδια Πολεοδομική Αρχή ... για αυθαίρετες επεμβάσεις στο συγκρότημα, το οποίο αποτέλεσε την αιτία για να εκδηλωθεί ο συγκεκριμένος "πόλεμος" εναντίον της.

Τέλος, ότι το πόρισμα του ελέγχου δεν θα έπρεπε να τεθεί απλώς σε γνώση μιας έκτακτης Γ.Σ., στην οποία η ίδια δεν θα παρίστατο αυτοπροσώπως, καθώς εργοδότες της ήταν όλοι οι συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος και, συνεπώς, θα λογοδοτούσε για τα πεπραγμένα της σ' αυτούς και όχι, όπως επί λέξει επισήμανε, σε "επιτροπές, επιτροπάτα και φέουδα".

Εξάλλου, προς επίρρωση όσων περί άδειας κυήσεώς της ανέφερε, κοινοποίησε και παραπεμπτικό για σχετική παρακλινική εξέταση του Ι.Κ.Α. καθώς και γνωματεύσεις του ιδίου ασφαλιστικού Οργανισμού περί ανικανότητάς της για εργασία από 18-10-2010 έως 11-2010 και από 2-11-2010 έως 2-12-2010. Επειδή, δε, οι κατηγορούμενοι δεν προσήλθαν κατά την άνω ορισθείσα ημέρα και ώρα, η άνω Τριμελής Επιτροπή, αυθημερόν, ήτοι στις 24-11-2010, παρουσία όλων των μελών της, τακτικών και αναπληρωματικών, καθώς και της συμβολαιογράφου Ε.

Χ., προέβη στο άνοιγμα των γραφείων της διαχείρισης και, ακολούθως, στην πραγματοποίηση, με τη συνδρομή της αμέσως προαναφερόμενης συμβολαιογράφου, απογραφής των βιβλίων, στοιχείων και των λοιπών πραγμάτων που βρέθηκαν εντός του συγκεκριμένου χώρου. Την ως άνω, δε, είσοδό της ενώπιον του γραφείου της διαχείρισης η Τριμελής Επιτροπή διενήργησε παραβιάζοντας αναγκαστικά, μέσω ειδικού τεχνίτη (κλειδαρά), που κλήθηκε προς τούτο, την κλειδαριά της θύρας αυτού του χώρου, δεδομένου ότι τα κλειδιά του γραφείου, είχαν αφαιρεθεί από την σειρά (αρμαθιά) των κλειδιών του συγκροτήματος, την οποία οι κατηγορούμενοι παρέδιδαν στους εργαζόμενους της εταιρίας ιδιωτικής φύλαξης του εν λόγω συγκροτήματος όταν αυτοί (κατηγορούμενοι) αποχωρούσαν από αυτό.

Κατά την ως άνω απογραφή, λοιπόν, διαπιστώθηκε ότι είχαν καταστραφεί όλα τα αρχεία της διαχείρισης, που είχαν αποθηκευτεί στον ενσωματωμένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σκληρό δίσκο, και είχαν αποκρυβεί τα ακόλουθα βιβλία και στοιχεία, που αφορούσαν στη διαχείριση της περιόδου από 1-1-2008 έως 24-11-2010 και φυλάσσονταν στο χώρο αυτόν, και δη:

α) Το Βιβλίο Εσόδων - Εξόδων κατά το μέρος του από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 έως 24-11-2010, β) το Βιβλίο Ταμείου ή ημερήσια φύλλα συναλλαγών των ετών 2008, 2009 και 2010, γ) οι καρτέλες των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος, δ) ο φάκελος ΙΚΑ, που περιείχε προσλήψεις, συμβάσεις, επιθεωρήσεις και αναλυτικές περιοδικές καταστάσεις, ε) ο φορολογικός φάκελος, που περιείχε δηλώσεις εισοδήματος, δηλώσεις Φ.Π.Α., δηλώσεις Φ.

Μ. Υ. και παρακρατούμενων φόρων, εκκαθαριστικά σημειώματα, παραστατικά πληρωμής φόρων κλπ., στ) τα παραστατικά εξόδων από 1-7-2009 μέχρι 24-11-2010, ζ) τα παραστατικά εσόδων από 1-1-2008 μέχρι 24-11-2010, η) οι καταστάσεις κοινοχρήστων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Οκτωβρίου του έτους 2010, θ) το πρωτόκολλο παραλαβής της διαχείρισης από την πρώτη των κατηγορουμένων, ι) τα στελέχη (μπλοκ) αποδείξεων πληρωμής από 4-3-2009 μέχρι 24-11-2010, ια) τα στελέχη (μπλοκ) αποδείξεων είσπραξης από 12-5-2009 μέχρι 24-11-2010, ιβ) τα στελέχη (καρνέ) επιταγών της διαχείρισης, ιγ) τα πρακτικά των Γ.Σ.

της συνιδιοκτησίας από το μήνα Απρίλιο του έτους 2008 μέχρι 16-11-2008 και τα πρακτικά των συμβουλίων (5μέλους, 7μέλους και 17μέλους) της συνιδιοκτησίας, ιδ) οι καρτέλες των προμηθευτών - πιστωτών - εργολάβων, ιε) οι συμβάσεις εργασίας, που οι κατηγορούμενοι είχαν, κατά περίπτωση, υπογράψει με τους συνιδιοκτήτες τους συγκροτήματος, ιστ) οι συμβάσεις της διαχείρισης που είχαν υπογραφεί με τους τρίτους (εργολάβους και μη), ιζ) ο φάκελος των εκκρεμών αγωγών, αιτήσεων, εξώδικων δηλώσεων αναφορικά με συνιδιοκτήτες και τρίτους, ιη) η αλληλογραφία της διαχειρίστριας με συνιδιοκτήτες και τρίτους από 1-1-2008 έως 24-11-2010, ιθ) ο απολογισμός της διαχείρισης προς την Γ.Σ.

της συνιδιοκτησίας αναφορικά με τα έτη 2008 και 2009, κ) οι απογραφές αποθήκης κατά τις ημερομηνίες 31-12-2007, 31-12-2008 και 31-12-2009 και κα) ο σκληρός δίσκος του ηλεκτρονικού υπολογιστή του συγκροτήματος με όλα τα αρχεία αυτού. Κατόπιν των ανωτέρω, η Τριμελής Επιτροπή προέβη, πέραν των άλλων ενεργειών της, στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας καθενός από τους κατηγορουμένους για σπουδαίο λόγο, επίσης δε και σε πλήρη διαχειριστικό έλεγχο της περιόδου από 1-1-2008 μέχρι 24-11-2010.

Ειδικότερα, με επιστολές που κατά περίπτωση απηύθυνε στους παραλήπτες που κατωτέρω αναφέρονται: ί) Κάλεσε όλους τους συνιδιοκτήτες και τους ενοίκους του συγκροτήματος να παραδώσουν τις αποδείξεις πληρωμής των κοινοχρήστων δαπανών από 1-1-2010 έως 30-9-2010, θεωρώντας καταρχήν ότι όλες οι κοινόχρηστες δαπάνες μέχρι τις 31-12-2009 είχαν εξοφληθεί, iϊ) Ζήτησε από την Τράπεζα "..." (Υποκατάστημα ...) και έλαβε αντίγραφο της κίνησης του υπ' αριθμ. ...01232 τραπεζικού λογαριασμού του συγκροτήματος. iii) Από το ΙΚΑ ...

αντίγραφο του λογαριασμού ασφαλισμένων με οριστικοποιημένες και μη οριστικοποιημένες εγγραφές, των αναλυτικών-περιοδικών- -δηλώσεων, που είχαν υποβληθεί, και όλων στων σχετικών στοιχείων, iν) Από την Δ.Ο.Υ. ... αντίγραφα των δηλώσεων φόρου μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) και των δηλώσεων παρακρατουμένου φόρου εργολάβων, που είχαν υποβληθεί, και αντίγραφα όλου του σχετικού φακέλου, ν) Από τους προμηθευτές του συγκροτήματος αντίγραφα των συμβάσεών τους, των καρτελών τους, των παραστατικών τους, της αλληλογραφίας τους με τη διαχείριση και κάθε άλλου εγγράφου σχετικού με τις συναλλαγές τους με το συγκρότημα, νi) Από τους συνιδιοκτήτες και τους ενοίκους να παραδώσουν σ' αυτήν οποιοδήποτε σχετικό με τη διαχείριση (πρακτικά Γ.Σ.

ή συμβουλίων, αλληλογραφία κλπ.) έγγραφο υπήρχε στα χέρια τους. vii) Από τον δικηγόρο Π. Φ., που διαχειριζόταν τις νομικές υποθέσεις του συγκροτήματος, αντίγραφα όλων των εκκρεμών υποθέσεων της συνιδιοκτησίας, viii) Από την εταιρία "..." αντίγραφα όλων των καταστάσεων γενικών και ειδικών κοινοχρήστων της περιόδου από 1-1-2008 μέχρι τις 30-9-2010 και όλων των ειδοποιητηρίων προς τους συνιδιοκτήτες και τους ενοίκους για την πληρωμή των κοινοχρήστων, ix) Από τον πρώην διαχειριστή του συγκροτήματος, Β.

Κ., αντίγραφο του από 1-6-2008 πρωτοκόλλου παράδοσης της διαχείρισης του συγκροτήματος προς την πρώτη των κατηγορουμένων, στο οποίο καταγράφονταν με ακρίβεια αυτά που η τελευταία παρέλαβε κατά την εν λόγω ημερομηνία. Από τον διαχειριστικό έλεγχο, που, κατόπιν της συλλογής και των άνω στοιχείων, διενεργήθηκε, προέκυψαν τα εξής:

Κατά την παραλαβή της διαχείρισης, την 1-6-2008, από την πρώτη των κατηγορουμένων, υφίστατο ως αποθεματικό του συγκροτήματος κατατεθειμένο στην Τράπεζα, το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων πεντακοσίων εβδομήντα ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (69.570,84 ευρώ), ενώ τα διαθέσιμα χρήματα στο ταμείο της διαχείρισης ανέρχονταν σε επτά χιλιάδες τριακόσια εξήντα επτά ευρώ και τριάντα, εννέα λεπτά (7.367,39 ευρώ) και τριακόσια σαράντα επτά ευρώ και εβδομήντα λεπτά (347,70 ευρώ).

Επίσης, τα ανείσπρακτα κοινόχρηστα, κατά την ίδια ημερομηνία, ανέρχονταν σε είκοσι τρεις χιλιάδες εκατόν ογδόντα έξι ευρώ και επτά λεπτά (23.186,07 ευρώ). Έκτοτε, ήτοι από 1-6-2008, οπότε πλέον ανέλαβε ως διαχειρίστρια η πρώτη των κατηγορουμένων, έως τις 24-11-2010, τα μεν εισπραχθέντα κοινόχρηστα, που αφορούσαν κοινόχρηστες δαπάνες του μηνός Μαΐου του έτους 2008 και έκτοτε και περιελάμβαναν και τις κοινόχρηστες δαπάνες έως και του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2010, ανήλθαν σε ένα εκατομμύριο τετρακόσιες ενενήντα οκτώ χιλιάδες πεντακόσια εβδομήντα δύο ευρώ και ογδόντα τρία λεπτά (1.498.572,83 ευρώ), ενώ στις 24-11-2010 τα ανείσπρακτα κοινόχρηστα ανέρχονταν σε είκοσι μία χιλιάδες πεντακόσια εξήντα έξι ευρώ και σαράντα έξι λεπτά (21.566,46 ευρώ).

Συνολικά, δηλαδή, κατά το άνω διάστημα, και δη από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων της, την 1-6-2008, έως τις 24-11-2010, περιήλθαν στην κατοχή της πρώτης των κατηγορουμένων, υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστριας του συγκροτήματος, ένα εκατομμύριο πεντακόσιες εβδομήντα επτά χιλιάδες τετρακόσια εβδομήντα οκτώ ευρώ και τριάντα επτά λεπτά (1.577.478,37 ευρώ).

Κατά την ίδια ως άνω χρονική περίοδο, από την άλλη πλευρά, δηλαδή από την 1-6-2008 έως τις 24-11-2010, τα έξοδα της διαχείρισης ανήλθαν σε ένα εκατομμύριο πεντακόσιες είκοσι μία χιλιάδες εννιακόσια εξήντα ένα ευρώ και επτά λεπτά (1.521.961,07 ευρώ), ενώ με συνυπολογισμό και των οφειλών σε προμηθευτές κατά την 31-5-2008, οι συνολικές δαπάνες ανήλθαν σε ένα εκατομμύριο πεντακόσιες εβδομήντα έξι χιλιάδες επτακόσια ογδόντα επτά ευρώ και τριάντα λεπτά (1.576.787,30 ευρώ).

Έναντι δε αυτών των εξόδων στις 24-11-2010 δεν είχαν πληρωθεί και, συνεπώς, παρέμεναν ανεξόφλητες οφειλές: Σε προμηθευτές ύψους εκατόν ενενήντα έξι χιλιάδων διακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (196.298,54 ευρώ), προς το Ι.Κ.Α. ύψους είκοσι χιλιάδων πεντακοσίων πενήντα έξι ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (20.556,24 ευρώ), φόρος εργολάβου ύψους δύο χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (2.960,97 ευρώ) και Φ.Μ.Υ.

ύψους τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (4.498,81 ευρώ). Συνυπολογιστέο στα πραγματοποιηθέντα έξοδα, εξάλλου, είναι και το ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων πενήντα ευρώ και εβδομήντα λεπτών (27.350,70 ευρώ), το οποίο συνιστά τις πληρωμές που πραγματοποίησε η προηγούμενη διαχειρίστρια, μέσω του εξουσιοδοτημένου προς τούτο συζύγου της Β.

Κ., σε- προμηθευτές εντός του μηνός Μαΐου του έτους 2008. Συνολικά, δηλαδή, κατά την άνω περίοδο πραγματοποιήθηκαν δαπάνες που ανήλθαν συνολικά σε ένα εκατομμύριο τριακόσιες είκοσι πέντε χιλιάδες εκατόν είκοσι δύο ευρώ και δεκαεπτά λεπτά (1.325.122,17 ευρώ). Αφαιρουμένων, δε, των εξόδων, τα οποία πραγματοποιήθηκαν, από τα έσοδα, προέκυψε διαχειριστικό έλλειμμα ύψους διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων εξακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (215.618,94 ευρώ).

Όπως προέκυψε, το ποσό αυτό, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητας της ως Διαχειρίστριας οι συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος κατοικιών, ιδιοποιήθηκε, τελώντας το αδίκημα που της αποδίδεται, η πρώτη των κατηγορουμένων, ακριβώς υπό την ιδιότητά της αυτή, και δη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 24-11-2010, ενεργώντας, με πρόθεση και εξακολουθητικά.

Τα ποσά, δε, αυτά συνίσταντο σε χρήματα που είχαν, περιέλθει στην κατοχή της, καθώς υπήρχαν στο αποθεματικό της διαχείρισης και εισήλθαν στο ταμείο της διαχείρισης, προερχόμενα από την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών που της κατέβαλαν κάθε μήνα οι συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος για την πληρωμή των εργολάβων - προμηθευτών του συγκροτήματος που παρείχαν υπηρεσίες καθαριότητας, φύλαξης, συντήρησης ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, συντήρησης ανελκυστήρων, συντήρησης του σταθμού βιολογικού καθαρισμού λυμάτων, των ασφαλιστικών εισφορών της ιδίας και του συζύγου της (ήτοι των κατηγορουμένων) προς το Ι.Κ.Α. ..., το φόρο μισθωτών υπηρεσιών των ιδίων (κατηγορουμένων) προς τη Δ.Ο.Υ. ...

και τον παρακρατούμενο τότε φόρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", που είχε την ευθύνη συντήρησης των κήπων, προς την πιο πάνω Δ.Ο.Υ., και των λοιπών δαπανών της διαχείρισης. Περαιτέρω, από το σύνολο των άνω αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Στα καθήκοντα που ανατέθηκαν στην πρώτη των κατηγορουμένων, δυνάμει της σύμβασης που συνήφθη μαζί της και του Κανονισμού της συνιδιοκτησίας, περιλαμβανόταν και η τήρηση όλων των βιβλίων και στοιχείων της διαχείρισης, μεταξύ αυτών και του βιβλίου απασχολουμένου προσωπικού και των καταστάσεων προσωπικού και των ωρών εργασίας αυτού.

Ωστόσο, όταν της ζητήθηκε να προσκομίσει στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικής ….του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης το βιβλία νεοπροσλαμβανόμενου προσωπικού, την κατάσταση προσωπικού και των ωρών εργασίας, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, το βιβλίο αδειών και τις εξοφλητικές αποδείξεις πληρωμής της ιδίας και του βοηθού της συζύγου της - δευτέρου των κατηγορουμένων, η πρώτη των κατηγορουμένων από 1.7.2010 έως 31.7.2010, ενώ είχε την εξουσία να διαχειρίζεται και να εκπροσωπεί το συγκρότημα ως προς όλες τις υποθέσεις του, αδικαιολόγητα και γνωρίζοντας και θέλοντας να προκαλέσει ζημία σε βάρος της περιουσίας του, δεν προσκόμισε τα στοιχεία αυτά, με αποτέλεσμα να επιβληθεί από την αμέσως πιο πάνω Υπηρεσία σε βάρος της συνιδιοκτησίας του συγκροτήματος πρόστιμο ύψους πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ για παράβαση του άρθρ. 8 παρ. 2 ν. 2336/1995, σε συνδ.

με το άρθρ. 7 παρ. ζ' ν. 2639/1998, και να επέλθει συνακόλουθα αντίστοιχη ζημία σε βάρος της περιουσίας της εν λόγω συνιδιοκτησίας. Τέλος, αποδείχθηκε, ότι αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, δηλαδή τόσο η πρώτη των κατηγορουμένων και ο δεύτερος από αυτούς - σύζυγός της, ήταν που προέβησαν, και δη από κοινού κατά το διάστημα από 1.10.2010 έως 24.11.2010 στην απόκρυψη και καταστροφή των άνω, υπό στοιχ.

α' έως και κα' βιβλίων και στοιχείων, που διαπιστώθηκε στις 24-11-2010, κατά τις περιστάσεις που στην οικεία θέση πιο πάνω περιγράφονται, από την Τριμελή Επιτροπή του συγκροτήματος, στις 24-11-2010, παρουσία των μελών αυτής και της συμβολαιογράφου Ε. Χ.. Τούτο, δε, έπραξαν, με σκοπό να βλάψουν τη συνιδιοκτησία του συγκροτήματος κατοικιών "..." και να αποτρέψουν τον οικονομικό έλεγχο της διαχείρισης, που αυτή (συνιδιοκτησία) είχε αποφασίσει να διενεργήσει.

Σε σχέση με τον δεύτερο των κατηγορουμένων, εξάλλου, σε ακολουθία όσων πιο πάνω γίνονται δεκτά και εκείνων που, σύμφωνα με τα παρακάτω αποδεικνύονται, λεκτέα τα εξής: Δεν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της υπεξαίρεσης ως συναυτουργός, δηλαδή από κοινού με την πρώτη των κατηγορουμένων, όπως του αποδίδεται.

Και τούτο, διότι, όπως πιο πάνω αναφέρεται, ο δεύτερος των κατηγορουμένων δεν είχε την ιδιότητα του διαχειριστή του συγκροτήματος κατοικιών "...", τα δε καθήκοντά του, όπως σχετικώς προέκυψε, περιορίζονταν στην υποβοήθηση του έργου της τότε Διαχειρίστριας, αφορώντας σε τεχνικής φύσεως ζητήματα που ανέκυπταν στους χώρους του συγκροτήματος και σε άλλες, εκτελεστικής μόνο φύσεως, υλικές ενέργειες, και δεν εκτείνονταν στην αναπλήρωση αυτής (διαχειρίστριας), όταν αυτή απουσίαζε ή σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση.

Ο ίδιος κατηγορούμενος, ωστόσο, κατά το ίδιο διάστημα και εξακολουθητικά, παρείχε στην συγκατηγορουμένη του και σύζυγό του απλή συνδρομή στην διάπραξη από αυτήν της ως άνω υπεξαίρεσης, καθώς, γνωρίζοντας όλες τις οικείες πιο πάνω περιστάσεις και την τέλεση από την τελευταία της πράξης αυτής, και θέλοντας και αποδεχόμενος να συμβάλει στην τέλεση αυτή, παρείχε αντιστοίχως εξακολουθητικά, με δόλο, στην πρώτη των κατηγορουμένων, ψυχική συνέργεια στην εκτέλεση και κατά την εκτέλεση, από μέρους της, της πράξης αυτής, ενθαρρύνοντας και παροτρύνοντάς την προς τούτο, ενισχύοντάς την ηθικά στην τέλεση της αποφασισθείσας από την ίδια πράξης και υποσχόμενος βοήθεια μετά την τέλεση της ή και συγκάλυψή της και απόκρυψη των προϊόντων της.

Την υπόσχεσή του αυτή, μάλιστα, ο δεύτερος των κατηγορουμένων πράγματι υλοποίησε εμφανώς, σύμφωνα με όσα πιο πάνω εκτίθενται στην οικεία θέση, τελώντας, από κοινού με τη συγκατηγορούμενή του, και το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων. Περί των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί, δηλαδή περί του ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις παραπάνω πράξεις, συνηγορούν, ανάμεσα στ' άλλα στοιχεία και συνδυαστικά με αυτά, και τα εξής:

Η υπεξαίρεση του ανωτέρω χρηματικού ποσού καταδεικνύεται, μεταξύ των άλλων, -προεχόντως από τις εκθέσεις (αρχική και συμπληρωματικές) διαχειριστικού ελέγχου, που συνέταξε η ορισθείσα προς τούτο από την άνω Τριμελή Επιτροπή και αναπληρωματικό μέλος αυτής της Επιτροπής, Μ. Σ., λογίστρια και συνιδιοκτήτρια - κάτοικος στο συγκρότημα "...", και οι οποίες (εκθέσεις) αναγνώστηκαν, μαζί με τα λοιπά έγγραφα, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου.

Η τελευταία, ειδικότερα, για τον έλεγχο που διενήργησε έλαβε υπόψη όλα τα ανωτέρω στοιχεία, τα οποία συλλέχθηκαν με τις προεκτεθείσες ενέργειες και τα οποία σταδιακώς επικαιροποίησε και ολοκλήρωσε, περιλαμβάνονταν δε στα στοιχεία αυτά, μεταξύ των άλλων, οι συγκεντρωτικές καταστάσεις και πίνακες κοινοχρήστων και οι λογαριασμοί κοινοχρήστων, που εκδόθηκαν από την εταιρία "...

Ε.Π.Ε." της επίμαχης περιόδου, οι καρτέλες και τα παραστατικά των προμηθευτών των ετών 2008, 2009 και 2010, η κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού του συγκροτήματος για το κρίσιμο χρονικό διάστημα, όλες οι εξοφλητικές αποδείξεις κοινοχρήστων της περιόδου από 16-2008 έως 24-11-2010, τα καταθετήρια ή τα εμβάσματα των Τραπεζών, για όσους συνιδιοκτήτες είχαν πληρώσει τα κοινόχρηστα με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό της διαχείρισης, και ορισμένες υπεύθυνες δηλώσεις για όσους συνιδιοκτήτες είχαν απωλέσει τις αποδείξεις πληρωμών των κοινοχρήστων, το ισοζύγιο του γενικού καθολικού της περιόδου από 1-5-2008 έως 24-11-2010 και το από 1-6-2008 πρωτόκολλο παραλαβής της διαχείρισης του συγκροτήματος από την πρώτη των κατηγορουμένων.

Η Μ. Σ., έτσι, στηριζόμενη σε πλήρη πλέον βιβλία και στοιχεία, συνέταξε σχετικώς πρώτα την από 15-1-2011 έκθεση ελέγχου και, ακολούθως, μετά τη διακρίβωση στην πορεία της έρευνάς της και άλλων κατά περίπτωση στοιχείων, την συμπληρωματική από 28-2-2011 έκθεση ελέγχου, με την οποία το έλλειμμα προσδιορίστηκε σε διακόσιες δεκαέξι χιλιάδες εννιακόσια εξήντα δύο ευρώ και τριάντα τέσσερα λεπτά (216.962,34 ευρώ), και, τέλος, την με ημερομηνία 15-3-2011 τελική έκθεση ελέγχου.

Στην τελική αυτή έκθεση περιλαμβάνονται οι ανωτέρω διαπιστώσεις και, με βάση και τις επιμέρους αιτιολογίες που περιλαμβάνονται στην έκθεση αυτή και, συνδυαστικά, στις προηγηθείσες εκθέσεις, εξάγεται πειστικά το συμπέρασμα ότι το έλλειμμα της διαχείρισης της επίμαχης περιόδου ανήλθε στο ποσό των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων εξακοσίων δεκαοκτώ ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (215.618,94 ευρώ).

Το διαχειριστικό αυτό έλλειμμα, εξάλλου, διαπίστωσε, εκτιμώντας αυτό ως αδιαμφισβήτητο τόσο ως προς την ύπαρξή του όσο και ως προς το ύψος του, και ο Σ. Κ., με την, επίσης αναγνωσθείσα στο ακροατήριο, μεταξύ των άλλων εγγράφων, από 3-3- 16 έκθεση λογιστικού ελέγχου (τεχνική γνωμοδότηση του), ενεργώντας (ο τελευταίος) εκ μέρους και για λογαριασμό της εταιρίας "...

Α.Ε.", στην οποία η Διαχειριστική Επιτροπή του εν λόγω συγκροτήματος κατοικιών ανέθεσε, μεταξύ των άλλων, τον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της διαχειριστικής περιόδου από 1-6-2008 μέχρι 24-11-2010 και την έρευνα περί του αν, κατά την περίοδο αυτή, υπήρξε, διαχειριστικό έλλειμμα, το οποίο, σε θετική περίπτωση, θα έπρεπε να προσδιοριστεί.

Τέλος, στις ίδιες, κατά κανόνα, διαπιστώσεις, με μικρής σημασίας διαφοροποιήσεις που δεν ανατρέπουν το παραπάνω συμπέρασμα, καταλήγει και ο πραγματογνώμονας Δ. Α. Κ., ο οποίος, με την από 10-9-2017 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, την οποία συνέταξε έχοντας οριστεί προς τούτο από το Δικαστήριο αυτό (κατά τα άνω αναφερόμενα), και για όσους λόγους ειδικότερα σ' αυτήν την έκθεση εκτίθενται, κατέληξε στη διαπίστωση ότι το έλλειμμα της διαχείρισης, που αφορά στην περίοδο που διαχειρίστρια ήταν η πρώτη των κατηγορουμένων, ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων δεκαπέντε χιλιάδων οκτακοσίων είκοσι ενός ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (215.821,24 ευρώ).

Ο εν λόγω πραγματογνώμων, πρέπει να σημειωθεί, βεβαιώνει στην έκθεσή του, πριν προβεί στις περαιτέρω διαπιστώσεις του, ότι η ορισθείσα κατά τα ανωτέρω Επιτροπή, που ενεργούσε εκ μέρους και για λογαριασμό της συνιδιοκτησίας, είχε προβεί σε ανασύσταση των βιβλίων και στοιχείων που αφορούσαν στη διαχείριση του συγκροτήματος και δεν είχαν βρεθεί μετά την αποχώρηση της πρώτης των κατηγορουμένων, σχετικώς δε, και επιπροσθέτως, αναφέρει τα εξής: "....η ανασύσταση συνίσταται στο ότι εφαρμόστηκε το διπλογραφικό σύστημα, δηλαδή πλήρες λογιστικό σχέδιο και ανασυστάθηκαν όλα τα βιβλία και στοιχεία της διαχειρίσεως.

Βάσει των μηνιαίων λογαριασμών κοινοχρήστων και των αναγραφομένων σε αυτούς εξόδων και αναλογούντων κοινοχρήστων σε κάθε ιδιοκτήτη η Επιτροπή άρχισε να συλλέγει τα διάφορα παραστατικά. Τους μηνιαίους λογαριασμούς, ως με πληροφόρησαν, τους πήρε από την εταιρία που εκδίδει αυτούς. Μου παρεδόθησαν για τον έλεγχο όλα τα στοιχεία (καταστάσεις κοινοχρήστων, ειδοποιητήρια πληρωμής κοινοχρήστων, αποδείξεις πληρωμής κοινοχρήστων, παραστατικά δαπανών, κίνηση, τραπεζικού λογαριασμού κλπ.) και όλα τα βιβλία της διαχειρίσεως της περιόδου από 1-5-2008 μέχρι 24-11- 2010, οσάκις δε εζήτησα να επανεξετάσω βιβλία και στοιχεία, αυτά μου παρεδόθησαν εκ νέου χωρίς καμιά δυστοκία....".

Την πληρότητα των βιβλίων και στοιχείων, που απαιτήθηκαν για τον διαχειριστικό έλεγχο, μάλιστα, διαπίστωσε και ο Σ. Κ., ενεργώντας ως ανωτέρω, στην από 3-3-2016 έκθεση λογιστικού ελέγχου (γνωμοδότησή του), στην οποία, αναφέρεται σχετικώς, πέραν των άλλων, ότι: "...1. Η διαχείριση του συγκροτήματος τηρούσε βιβλία και στοιχεία τριτοβάθμιας κατηγορίας. 2.

Από τον έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων, που μας παραδόθηκαν, κρίνεται ότι αυτά είναι απολύτως επαρκή για τον έλεγχο της διαχειριστικής περιόδου από 1-6-2008 μέχρι 24-11-2010. 3. Τα βιβλία και στοιχεία της διαχείρισης- της ελεγχόμενης περιόδου έχουν, κατά δήλωση της Διαχειριστικής Επιτροπής, υπεξαχθεί και ανασυγκροτήθηκαν εξαρχής στο σύνολό τους.

Η υπεξαγωγή των βιβλίων και στοιχείων της διαχείρισης αναγγέλθηκε στη Δ.Ο.Υ. ..., με την υπ' αριθμ. πρωτ. 35289/26-11-2010 αναφορά της Επιτροπής Ελέγχου και Διαχείρισης....

Και ναι μεν, από την άλλη πλευρά, πρέπει παραλλήλως στο σημείο αυτό να επισημανθεί, ο ορισθείς κατά την κύρια ανάκριση πραγματογνώμων, Β. Ι. Γ., για τη διερεύνηση της ύπαρξης ή μη ελλείμματος στη διαχείριση κατά την περίοδο από 1-6-2008 έως 24-11-2010, δεν κατέληξε σε κάποιο συμπέρασμα, επικαλούμενος ότι δεν του παρασχέθηκαν τα απαιτούμενα προς τούτο βιβλία και λοιπά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, ο αμέσως προαναφερόμενος πραγματογνώμων, στην από 15-4-2013 έκθεσή του, που συνέταξε σχετικώς, αφού αναφέρθηκε στις επί μέρους ενέργειές του και σε όσα στοιχεία, κατά γενικές κατηγορίες, του προσκόμισαν οι δύο πλευρές, ήτοι αφενός της πολιτικής αγωγής και αφετέρου των κατηγορουμένων, κατέληξε στη διαπίστωση ότι: "...

Από τα ανωτέρω προκύπτει πως είναι ανέφικτη η ολοκλήρωση της παρούσης πραγματογνωμοσύνης, καθώς δεν μου παρασχέθηκαν καθόλου βιβλία και στοιχεία, δαπάνες, αποδείξεις είσπραξης για την μεγαλύτερη περίοδο που εκλήθην να ελέγξω,-αλλά και για τους λίγους μήνες που μου έδωσε η μία πλευρά (μηνυτές), δεν υπήρχαν όλα εκείνα τα στοιχεία που μου ήταν απολύτως απαραίτητα για την ολοκλήρωση του λογιστικού ελέγχου.

Τούτων δοθέντων, όχι μόνο δεν είναι δυνατόν να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα περί του ύψους του ελλείμματος ή μη, αλλά ούτε καν έστω ένα κατά προσέγγιση αποτέλεσμα". Η τελική αυτή θέση του αμέσως προαναφερόμενου πραγματογνώμονος, ωστόσο, δεν κρίνεται δικαιολογημένη και έρχεται σε αντίθεση με όσα πιο πάνω ήδη γίνονται δεκτά.

Συναφώς, δε-, πειστικά κρίνονται, εκτός των άλλων, προεχόντως όσα κατά τα ανωτέρω διαβεβαιώνει σχετικώς ο διορισθείς από το Δικαστήριο τούτο πραγματογνώμων Δ. Α. Κ., στην άνω από 10-9-2017 έκθεση του, αλλά, επιπροσθέτως, και εκείνα που περιλαμβάνονται στην από 3-3- 2016 έκθεση λογιστικού ελέγχου (γνωμοδότηση) του Σ.

Κ., ο οποίος, σχολιάζοντας, στο πλαίσιο της ανατεθείσας στην εταιρία "... Α.Ε." εντολής, το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Β. Ι. Γ. και αφού με σαφήνεια καταρρίπτει τις επιμέρους διαπιστώσεις του τελευταίου, εκτιμά ότι "... Το συμπέρασμα, που περιέχεται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι ήταν ανέφικτη η ολοκλήρωση της πραγματογνωμοσύνης...

είναι ανακριβές και άστοχο, και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεδομένου της φυσικής ύπαρξης και διαθεσιμότητας του συνόλου των βιβλίων και στοιχείων για την πραγματοποίηση τεκμηριωμένου και εμπεριστατωμένου ελέγχου. Σε κάθε περίπτωση από την σχετική αλληλογραφία, που έγινε μεταξύ του πραγματογνώμονα και της διαχείρισης του συγκροτήματος, δεν προκύπτει ότι ο πραγματογνώμονας ζήτησε πρόσθετα στοιχεία και δεν του δόθηκαν".

Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις κατηγορίες που τους αποδίδονται, ισχυρίζονται δε, μεταξύ των άλλων, τα εξής: i) Η πρώτη των κατηγορουμένων, Μ. Μ.: Ότι δεν ιδιοποιήθηκε οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Ότι, ειδικότερα, στην πραγματικότητα δεν εισέπραξε, για κοινόχρηστες δαπάνες, το ποσό των 1.498.572,83 ευρώ, το οποίο είναι εσφαλμένο, ενώ το συνολικό σύνολο των εσόδων για την επίμαχη περίοδο, μολονότι εμφανίζεται ν' ανέρχεται σε 1.577.478,37 ευρώ, ήταν μικρότερο κατά 150.000 ευρώ τουλάχιστον.

Ακόμη πιο αναλυτικά, ότι τα ποσά των κοινοχρήστων δαπανών για τα έτη 2008, 2009 και 2010 δεν απεικονίζονται ορθά στις καταστάσεις που απέστειλε η εταιρία "..." και τις οποίες, άλλωστε, η τελευταία είχε δηλώσει ότι αδυνατούσε να επανεκδώσει, αλλά είναι καταγεγραμμένα σε αρχείο, που η ίδια (η πρώτη των κατηγορουμένων) μετέφερε και διατήρησε σε προσωπικό της φορητό υπολογιστή (laptop), όταν ο υπολογιστής του συγκροτήματος υπέστη βλάβη.

Ότι, ακόμη, στο ποσό των 23.186,07 ευρώ, που φέρεται να συνιστά τα ανείσπρακτα κοινόχρηστα στις 31-5-2008, δεν περιλαμβάνονται οι κοινόχρηστες δαπάνες που αναλογούσαν σε κλειστά διαμερίσματα, το δε ποσό αυτό στην πραγματικότητα ήταν υπερδιπλάσιο. Ότι, δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν, στην κρίσιμη περίοδο, τα κοινόχρηστα του μηνός Μαΐου του έτους 2008, αφού η ίδια ανέλαβε τα καθήκοντά της από 1-6-2008.

Ότι, επιπροσθέτως, ενώ της καταλογίζονται και μη πληρωθείσες δαπάνες των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου του έτους 2010, ύψους περίπου 84.000 ευρώ, η ίδια εισέπραξε κοινόχρηστα μέχρι και το μήνα Σεπτέμβριο του ιδίου έτους μόνο και οι δαπάνες αυτές επηρεάζουν αντίστοιχα σε βάρος της το ενεργητικό της διαχείρισης.

Ότι, μάλιστα, οι κοινόχρηστες δαπάνες του μηνός Σεπτεμβρίου έχουν εκδοθεί δύο φορές, όπως η ίδια πιθανολογεί. Ότι, ακόμη, έως τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του έτους 2010 έγιναν δαπάνες, και δη πληρώθηκαν από την ίδια ποσά σε προμηθευτές, χωρίς όμως τα ποσά αυτά και τα αντίστοιχα παραστατικά τους να καταχωρηθούν.

Τα δε παραστατικά αυτά παραδόθηκαν στον πραγματογνώμονα Δ. Κ., ο οποίος όμως δεν ήρθε σε επαφή με τους προμηθευτές προς διαβεβαίωση, ενώ και οι προμηθευτές αυτοί, μολονότι τους ζητήθηκε από εκείνη, δεν θέλησαν να καταθέσουν ως μάρτυρες υπεράσπισής της στο ακροατήριο. Ότι επιπλέον, στο ενεργητικό της διαχείρισης θα έπρεπε να υπολογιστούν και αποτιμηθούν πάγια στοιχεία, που είχαν αγοραστεί, όπως αποκωδικοποιητές και τηλεχειριστήρια των χώρων στάθμευσης, αξίας 5.000 - 6.000 ευρώ, που είχαν αγοραστεί με χρήματα του αποθεματικού, τα οποία (χρήματα) θα εισπράττονταν από τους συνιδιοκτήτες, κατά την παραλαβή του αντίστοιχου στοιχείου, και θα επανατοποθετούνταν στο αποθεματικό.

Ότι, επίσης, οι οφειλές προς το Ι.Κ.Α. αποτελούσαν επιλογή προσώπων της συνιδιοκτησίας του συγκροτήματος (τα οποία και αναφέρει) και δεν οφείλονται καθ' οιονδήποτε τρόπο στην ίδια (πρώτη των κατηγορουμένων), που άλλωστε, ενόψει του ότι την αφορούσαν, δεν είχε λόγο να διακινδυνεύει την ασφάλισή της, ενώ το ίδιο ισχύει και για το Φ.Μ.Υ., η μη έγκαιρη πληρωμή του οποίου οφείλεται σε εντολή που εκείνη έλαβε από συγκεκριμένους συνιδιοκτήτες (τους οποίους και κατονομάζει).

Ότι, παρά ταύτα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις τα οικεία ποσά είχαν πληρωθεί από τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος, ως δαπάνες, και βρίσκονταν στο ταμείο, ενώ ειδικώς όσον αφορά το φόρο εργολάβου, κατόπιν σχετικής συμφωνίας με την εταιρία "... Ε.Π.Ε." δεν γινόταν παρακράτηση του εν λόγω φόρου και το φόρο αυτό έπρεπε να καταβάλει η τελευταία.

Ότι, περαιτέρω, η ίδια πλήρωνε μεν με καθυστέρηση κάποιους προμηθευτές, όμως αυτό γινόταν για να μην δημιουργείται πρόβλημα ρευστότητας, επειδή ορισμένοι εκ των συνιδιοκτητών καθυστερούσαν τις πληρωμές των κοινοχρήστων δαπανών που τους αναλογούσαν, από δε τη Γ.Σ. είχε τεθεί όριο πληρωμών έως 50.000 ευρώ κατά μήνα.

Ότι, παρά ταύτα, οι μεγάλες σταθερές δαπάνες πληρώνονταν, εν γνώσει άλλωστε και του εκ των συνιδιοκτητών Κ., που συνυπέγραφε τις αντίστοιχες κατά μήνα επιταγές. Ότι, τέλος, και σε σχέση πάντα, με την αποδιδόμενη σ' αυτήν πράξη της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, ότι η έκθεση του πραγματογνώμονα Δ. Α. Κ. βρίθει ανακριβειών και σφαλμάτων και δεν αποδίδει την πραγματικότητα, ακολουθώντας ουσιαστικά τα συμπεράσματα της Μ.

Σ., που όμως είναι συνιδιοκτήτρια και δεν θα έπρεπε να διενεργήσει διαχειριστικό έλεγχο. Η ίδια, μάλιστα, έκθεσή του αμέσως προαναφερόμενου πραγματογνώμονα έλαβε υπόψη της στοιχεία, τα οποία δεν ήταν ακριβή, όπως οι καταστάσεις της εταιρίας "...", η οποία είχε δηλώσει ότι δεν μπορούσε να επανεκδώσει τις καταστάσεις αυτές, τούτο δε σε αντίθεση με όσα διαλαμβάνονται στην έκθεση του πραγματογνώμονα Β.

Ι. Γ., ο οποίος, ακριβώς ελλείψει των απαιτούμενων στοιχείων, δεν κατέστη δυνατό να καταλήξει σε συμπέρασμα. Σε σχέση με το αδίκημα της απιστίας, περαιτέρω, ότι τα επίμαχα βιβλία και στοιχεία, που τηρούνταν και ήταν απολύτως τακτοποιημένα, δεν επιδείχθηκαν όχι από δική της βούληση, αλλά από επιλογή των συνιδιοκτητών, και δη ορισμένων εξ αυτών (κατονομάζονται σχετικώς) που της υπαγόρευσαν να μην τα επιδείξει, επικαλούμενοι, μεταξύ των άλλων, ότι δεν δύναται το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας να απειλεί τη διαχείριση του συγκροτήματος, ενώ σε κάθε περίπτωση, επειδή τότε η ίδια απουσίαζε από την εργασία της με άδεια, θα μπορούσαν τα βιβλία αυτά και τα λοιπά στοιχεία να επιδειχθούν από τον εκ των συνιδιοκτητών Κ., που διέθετε κλειδί του χώρου της διαχείρισης.

Αναφορικά, με την πράξη της υπεξαγωγής εγγράφων, τέλος, ότι ουδεμία σχέση με το αδίκημα αυτό που της αποδίδεται, η δε ίδια, που τότε βρισκόταν σε άδεια και δεν είχε τα κλειδιά του χώρου της διαχείρισης, αγνοεί αν πράγματι αφαιρέθηκαν στοιχεία από το χώρο αυτό και, σε θετική περίπτωση, τι αφαιρέθηκε και από ποιόν.

Ότι, τέλος, όλες οι κατηγορίες που της αποδίδονται, οφείλονται στο ότι η ίδια, σύμφωνα με όσα ειδικότερα εκθέτει, έχει στοχοποιηθεί από μερίδα των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος, καθώς, ως διαχειρίστρια, ενήργησε προς διαπίστωση και αποκατάσταση πολεοδομικών παραβάσεων, που είχαν πραγματοποιηθεί στο συγκρότημα, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο επίκεντρο διαμάχης μεταξύ εκείνων που είχαν πραγματοποιήσει τις παραβάσεις αυτές, και λοιπών συνιδιοκτητών, ii) Ο δεύτερος των κατηγορουμένων, Α.

Κ.: Ότι ο ίδιος, που σε σχέση με την υπεξαίρεση αναφέρεται σε όσα ήδη έχει εκθέσει η συγκατηγορουμένη του και σύζυγός του, Μ. Μ., ουδεμία επαφή είχε με την οικονομική - λογιστική διαχείριση του συγκροτήματος κατοικιών αλλά και με το χώρο ακόμη του γραφείου της διαχείρισης και τα έγγραφα και τα λοιπά στοιχεία που βρίσκονταν εκεί, καθώς τα καθήκοντά του περιορίζονταν σε ζητήματα ακραιφνώς τεχνικής φύσης.

Ουδεμία, δε, σχέση είχε με την φερόμενη ως διαπραχθείσα υπεξαγωγή εγγράφων, αγνοώντας τι υπήρχε στο γραφείο της διαχείρισης και αν πράγματι κάποιος εισήλθε και αφαίρεσε από εκεί έγγραφα ή άλλα στοιχεία. Ότι, τέλος, το ότι η φερόμενη ως διαπραχθείσα υπεξαίρεση ουδέποτε τελέστηκε, καταδεικνύεται, πέραν των άλλων, και από την κατάσταση ακραίας φτώχειας, στην οποία ο ίδιος και η σύζυγός του περιήλθαν όταν απολύθηκαν από την εργασία τους στο συγκρότημα.

Τα ανωτέρω υποστηριζόμενα από τους κατηγορουμένους, ωστόσο, με βάση όσα ήδη πιο πάνω γίνονται δεκτά, κρίνονται μη πειστικά και αβάσιμα. Λεκτέα, δε, πέραν όσων ήδη πιο πάνω, στην κατά περίπτωση οικεία θέση αναφέρονται, και τα εξής: Τα εισπραχθέντα κοινόχρηστα της περιόδου από 1-6-2008 μέχρι 24-11-2010, ποσού 1.498.572,83 ευρώ, όπως ήδη πιο πάνω αναφέρεται, είναι οι εισπράξεις κοινοχρήστων, που πραγματοποιήθηκαν από την πρώτη των κατηγορουμένων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα.

Αφορούν δε τις κοινόχρηστες δαπάνες των λογαριασμών κοινοχρήστων των μηνών Μαΐου 2008 έως και Σεπτεμβρίου 2010 και προέκυψαν μετά από έλεγχο και αντιπαραβολή των σχετικών συγκεντρωτικών και αναλυτικών πινάκων κοινοχρήστων, των σχετικών αποδείξεων, των τραπεζικών εμβασμάτων και των υπεύθυνων δηλώσεων των συνιδιοκτητών και τις κινήσεις του λογαριασμού της διαχείρισης.

Παρατηρητέα, δε, συναφώς τα ακόλουθα: Στις εισπράξεις αυτές περιλαμβάνονται και οι κοινόχρηστες δαπάνες του μηνός Μαΐου 2008, διότι αυτές εκτυπώθηκαν και κοινοποιήθηκαν στους συνιδιοκτήτες μετά την 1-6-2008, δηλαδή μετά την ανάληψη των καθηκόντων της διαχειρίστριας από την πρώτη των κατηγορουμένων, όλες δε οι πληρωμές των κοινοχρήστων του συγκεκριμένου μήνα (Μαΐου 2008) αφορούν στην επίμαχη περίοδο, διότι έγιναν μετά την 1-6-2008.

Επίσης, ο τελευταίος λογαριασμός κοινοχρήστων δαπανών, που εκδόθηκε από την πρώτη των κατηγορουμένων, ήταν αυτός του μηνός Σεπτεμβρίου 2010. Αντιθέτως, οι λογαριασμοί κοινοχρήστων δαπανών των μηνών Οκτωβρίου και Νοεμβρίου 2010 εκδόθηκαν από την Επιτροπή Ελέγχου και κοινοποιήθηκαν στους ιδιοκτήτες μετά τις 24-11-2010.

Συνεπώς, κοινόχρηστες δαπάνες, που αφορούσαν στους μήνες αυτούς, δεν φέρεται να εισπράχθηκαν από την πρώτη των κατηγορουμένων και δεν ελήφθησαν υπόψη για τη διαμόρφωση του ελλείμματος που της αποδίδεται. Εξάλλου, τα ανείσπρακτα κοινόχρηστα μέχρι της 31-5-2008 δεν προέκυψε πειστικά από οποιοδήποτε στοιχείο ότι ανέρχονται σε μεγαλύτερο ύψος από εκείνο των 23.186,07 ευρώ, το οποίο άλλωστε αναφέρεται και στο από 1-6-2008 πρωτόκολλο παραλαβής και παράδοσης της διαχείρισης, που υπογράφεται από την πρώτη των κατηγορουμένων και τον Β.

Κ.. Ως προς τις οφειλές σε προμηθευτές, στις 24-11-2010, περαιτέρω, δεν προέκυψε πειστικά από κάποιο στοιχείο ότι αυτές ήταν μειωμένες σε σχέση με το ύψος που παραπάνω αναφέρεται. Αντιθέτως, από το σύνολο του άνω αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύεται ότι το ύψος αυτό είναι πραγματικό και στηρίζεται στις καρτέλες των προμηθευτών και των εργολάβων του συγκροτήματος.

Για τις οφειλές προς το Ι.Κ.Α. και τη Δ.Ο.Υ., εξάλλου, ουδόλως προέκυψε ότι δεν καταβλήθηκαν κατόπιν εντολών, παροτρύνσεων και εν γένει επιλογών συνιδιοκτητών του συγκροτήματος. Αντιθέτως, και αυτά τα ποσά αποδεικνύεται ότι το ενσωμάτωσε αδικαιολογήτως στην περιουσία της η πρώτη των κατηγορουμένων. Το ίδιο, δε, ισχύει και αναφορικά, με την οφειλή παρακρατηθέντος φόρου της εργολάβου εταιρίας "...

Ε.Π.Ε.", καθώς, πέραν των άλλων, ουδεμία ειδικότερη συμφωνία περί μη παρακράτησης του εν λόγω φόρου προέκυψε.

Ομοίως δεν προέκυψαν και οι λοιπές περιστάσεις, που, άλλωστε χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, επικαλείται η πρώτη των κατηγορουμένων, μεταξύ αυτών και η αγορά παγίων στοιχείων (κωδικοποιητών κλπ.) του ενεργητικού με χρήματα του αποθεματικού, υποδείξεις εκ μέρους συνιδιοκτητών περί καθυστέρησης πληρωμής προμηθευτών, πληρωμή όλων των μεγάλων δαπανών των προμηθευτών κλπ.

Αβάσιμα, εξάλλου, καταδεικνύονται και όσα η πρώτη των κατηγορουμένων περί του αδικήματος της απιστίας, αποδίδοντας αναληθώς τη μη επίδειξη των βιβλίων και στοιχείων, που στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται, σε υποδείξεις και επιλογές συνιδιοκτητών του συγκροτήματος. Τέλος, αναμφισβήτητη είναι και η τέλεση εκ μέρους των κατηγορουμένων του αδικήματος της υπεξαγωγής εγγράφων.

Και τούτο, πέραν των άλλων, καταδεικνύεται και από το ότι, όπως επιπροσθέτως προέκυψε, ο δεύτερος των κατηγορουμένων, προ της εισόδου της Τριμελούς Επιτροπής του συγκροτήματος στο γραφείο της διαχείρισης, επιχείρησε να αποτρέψει τους (λιγοστούς εκ των πραγμάτων) ειδικούς τεχνίτες (κλειδαράδες) της περιοχής από το να προσέλθουν στο συγκρότημα, εφόσον καλούνταν, για τη διάνοιξη της θύρας του γραφείου.

Τέλος, ουδόλως προέκυψε από κάποιο στοιχείο ότι οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους πράξεις σχετίζονται με συγκρούσεις και έριδες μεταξύ συνιδιοκτητών του συγκροτήματος. Οι όποιες δε εντάσεις υφίσταντο εντός του εν λόγω συγκροτήματος και οφείλονταν σε συγκεκριμένες πολεοδομικής φύσεως παραβάσεις εκ μέρους ορισμένων συνιδιοκτητών, που πράγματι είχαν λάβει χώρα, ουδόλως προέκυψε ότι σχετίζονται με τις επίμαχες κατηγορίες.

Να σημειωθεί ότι επί των αδικημάτων αυτών των κατηγορουμένων οι τελευταίοι ουδεμία εξήγηση προσήλθαν να δώσουν, ούτε συνεργάσθηκαν καθ' οιονδήποτε τρόπο προς ανεύρεση της αληθείας ή άρσης της συνεπείας, αναγκάζοντας την Τριμελή Επιτροπή που ορίσθηκε παρουσία και της Συμ/φου Ε. Χ. να προβεί στο άνοιγμα των γραφείων της διαχειρίσεως για την απογραφή των πραγμάτων του συγκεκριμένου χώρου, παραβιάζοντας αναγκαστικά με κλειδαριά την θύρα αυτού, αφού οι κατηγορούμενοι είχαν αφαιρέσει τα κλειδιά του γραφείου από τη σειρά των κλειδιών του συγκροτήματος, ενώ είχαν καταστραφεί όλα τα αρχεία της διαχείρισης που είχαν αποθηκευτεί στον ενσωματωμένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σκληρό δίσκο και είχαν αποκρυβεί βιβλία που αφορούσαν τη διαχειριστική περίοδο από 1.1.2008 έως 24.11.2010 και φυλάσσονταν στο χώρο αυτό, όπως ανωτέρω αναφέρθηκαν".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δικαστήριο κήρυξε στη συνέχεια, ενόχους τους κατηγορουμένους και ειδικότερα: "Την 1η κατηγορουμένη, Μ. Μ., του ότι Α) Στην ... και επί της οδού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010, κατά μόνας και με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνοντας το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως διαχειριστής ξένης περιουσίας.

Συγκεκριμένα, στον προαναφερόμενο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 01-06-2008 έως 24-11-2010, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας του συγκροτήματος κατοικιών "...", που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... εισέπραξε τα ακόλουθα ποσά που υπήρχαν στο αποθεματικό της διαχείρισης και στο ταμείο της, καθώς και από τους συνιδιοκτήτες του εν λόγω συγκροτήματος κατοικιών που προέρχονταν από την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών που της κατέβαλαν κάθε μήνα για την πληρωμή των εργολάβων - προμηθευτών του συγκροτήματος που παρείχαν υπηρεσίες καθαριότητας, φύλαξης, συντήρησης, ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, συντήρησης ανελκυστήρων, συντήρησης του σταθμού βιολογικού καθαρισμού λυμάτων, των ασφαλιστικών εισφορών σας προς το ΙΚΑ ..., το φόρο μισθωτών υπηρεσιών τους προς τη Δ.Ο.Υ. ...

και τον παρακρατούμενο φόρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που είχε την ευθύνη συντήρησης των κήπων προς την πιο πάνω ΔΟΥ και των λοιπών δαπανών της διαχείρισης: α) το ποσό των 69.570,84 Ευρώ που αφορούσε αποθεματικό σε τράπεζα, κατά την παραλαβή της διαχείρισης από την Μ. Μ. του συγκροτήματος στις 31-05-2008 από την προηγούμενη διαχειρίστρια αυτού Μ.

Κ., η οποία ασκούσε τα καθήκοντά της, δια του ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος συζύγου της Β. Κ., β) το ποσό των 7.367,39 Ευρώ που ήταν διαθέσιμο στα ταμεία της διαχείρισης κατά την πιο πάνω ημερομηνία, γ) το ποσό των 347,70 Ευρώ που υπήρχε στα γραφεία της διαχείρισης στις 24-11-2010, δ) το ποσό του 1.498.572,83 Ευρώ που αφορούσε κοινόχρηστα της χρονικής περιόδου από 01-06-2008 έως 24-11-2010 και ε) το ποσό των 23.186,07 Ευρώ που αφορούσε ανείσπρακτα κοινόχρηστα στις 31-05-2008, ήτοι συνολικά το ποσό του 1.577.478,37 Ευρώ.

Ωστόσο, καίτοι υπό την ανωτέρω ιδιότητά της εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό από τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος κατά τη χρονική περίοδο από 01-06-2008 έως 24-11-2010, ενεργώντας με δόλο κατέβαλε για την πληρωμή μέρους των εξόδων της διαχείρισης της ανωτέρω χρονικής περιόδου το συνολικό ποσό των 1.325.122,17 Ευρώ, παραλείποντας να πληρώσει:

α) σε εργολάβους - προμηθευτές του συγκροτήματος που παρείχαν τις πιο πάνω υπηρεσίες στο συγκρότημα για το χρονικό διάστημα από 01-03-2010 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 188.954,60 Ευρώ, β) στο Ι.Κ.Α. ..., για το χρονικό διάστημα από 01- 07-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 18.936,06 Ευρώ που αφορούσε τις ασφαλιστικές εισφορές της ιδίας και του δευτέρου των κατηγορουμένων και συζύγου της, Α.

Κ., γ) στη Δ.Ο.Υ. ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-06-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 4.498,81 Ευρώ που αφορούσε το φόρο μισθωτών υπηρεσιών και δ) στη Δ.Ο.Υ. ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 3.229,47 Ευρώ που αφορούσε τον παρακρατούμενο φόρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε." που είχε την ευθύνη συντήρησης των κήπων του συγκροτήματος, ιδιοποιούμενη παρανόμως το υπόλοιπο ποσό των 215.618,94 Ευρώ που είχε εισπράξει από τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος (σύνολο εσόδων ποσού 1.577.478,37 Ευρώ - σύνολο εξόδων ποσού 1.325.122,17 Ευρώ - διαθέσιμα διαχείρισης που βρέθηκαν σε τράπεζα στις 24-11-2010 ποσού 36.737,26 Ευρώ).

Το δε αντικείμενο της παραπάνω υπεξαίρεσης, δηλαδή του συνολικού ποσού των 215.618,94 Ευρώ που υπεξαίρεσε κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010 είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Β. Στην ... και επί της οδού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-07-2010 έως 31-07-2010, εν γνώσει της ζημίωσε την περιουσία άλλου, της οποίας με βάση δικαιοπραξία είχε τη διαχείριση. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, έχοντας, δυνάμει συμβάσεως εργασίας που είχε υπογράψει την 01-06-2008 με τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος κατοικιών "..." που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ..., την εξουσία να διαχειρίζεται και να εκπροσωπεί αυτό ως προς όλες τις υποθέσεις του, γνωρίζοντας και θέλοντας να προκαλέσει ζημία στην περιουσία του, υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας του συγκροτήματος αυτού δεν επέδειξε, παρότι της ζητήθηκε, στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας της Περιφερειακής Διεύθυνσης Κοινωνικής Επιθεώρησης Ανατολικής Αττικής του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, το βιβλίο νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού, την κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας της ιδίας και του δευτέρου των κατηγορουμένων, Α. Κ., το βιβλίο αδειών και τις εξοφλητικές αποδείξεις πληρωμής τους, με αποτέλεσμα να επιβληθεί από την πιο πάνω υπηρεσία πρόστιμο 5.000,00 Ευρώ στην συνιδιοκτησία του ανωτέρω συγκροτήματος για παράβαση του άρθρου 8 παρ. 2 του Ν. 2336/1995, σε συνδυασμό με το άρθρο 7 παρ. ζ' του Ν. 2639/1998 και έτσι να επέλθει αντίστοιχη ζημία στην περιουσία της.

Τον 2° κατηγορούμενο, Α. Κ., ΕΝΟΧΟ της πράξης της απλής συνέργειας σε υπεξαίρεση, το συνολικό αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση και δη του ότι:

Στην ... και επί της οδού ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010, παρέσχε με πρόθεση απλή συνέργεια, ήτοι συνέργεια μη εμπίπτουσα στην περίπτωση της παρ. 1 στοιχ. β' του άρθρ. 46 Π Κ, στην πρώτη των κατηγορουμένων, Μ. Μ. του Κ., κατά την τέλεση από αυτήν της άνω περιγραφόμενης, υπό στοιχ. Α., πράξης της υπεξαίρεσης, το συνολικό αντικείμενο της οποίας υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή ξένης περιουσίας, κατ' εξακολούθηση.

Συγκεκριμένα, στον τόπο και το χρόνο που αμέσως πιο πάνω αναφέρονται και ενώ η πρώτη των κατηγορουμένων κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένα κινητά πράγματα που περιήλθαν στην κατοχή της με οποιονδήποτε τρόπο, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας υπερβαίνοντας το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς της ως διαχειριστής ξένης περιουσίας, και δη:

Στον προαναφερόμενο τόπο και κατά το χρονικό διάστημα από 01-06-2008 έως 24-11-2010, ενεργώντας υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας του συγκροτήματος κατοικιών "...", που βρίσκεται στην ... και επί της οδού ... εισέπραξε τα ακόλουθα ποσά που υπήρχαν στο αποθεματικό της διαχείρισης και στο ταμείο της, καθώς και από τους συνιδιοκτήτες του εν λόγω συγκροτήματος κατοικιών που προέρχονταν από την πληρωμή των κοινοχρήστων δαπανών που της κατέβαλαν κάθε μήνα για την πληρωμή των εργολάβων - προμηθευτών του συγκροτήματος που παρείχαν υπηρεσίες καθαριότητας, φύλαξης, συντήρησης, ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, συντήρησης ανελκυστήρων, συντήρησης του σταθμού βιολογικού καθαρισμού λυμάτων, των ασφαλιστικών εισφορών σας προς το ΙΚΑ ..., το φόρο μισθωτών υπηρεσιών τους προς τη Δ.Ο.Υ. ...

και τον παρακρατούμενο φόρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που είχε την ευθύνη συντήρησης των κήπων προς την πιο πάνω ΔΟΥ και των λοιπών δαπανών της διαχείρισης: α) το ποσό των 69.570,84 Ευρώ που αφορούσε αποθεματικό σε τράπεζα, κατά την παραλαβή της διαχείρισης από την Μ. Μ. του συγκροτήματος στις 31-05-2008 από την προηγούμενη διαχειρίστρια αυτού Μ.

Κ., η οποία ασκούσε τα καθήκοντά της, δια του ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντος συζύγου της Β. Κ., β) το ποσό των 7.367,39 Ευρώ που ήταν διαθέσιμο στα ταμεία της διαχείρισης κατά την πιο πάνω ημερομηνία, γ) το ποσό των 347,70 Ευρώ που υπήρχε στα γραφεία της διαχείρισης στις 24-11-2010, δ) το ποσό του 1.498.572,83 Ευρώ που αφορούσε κοινόχρηστα της χρονικής περιόδου από 01-06-2008 έως 24-11-2010 και ε) το ποσό των 23.186,07 Ευρώ που αφορούσε ανείσπρακτα κοινόχρηστα στις 31-05-2008, ήτοι συνολικά το ποσό του 1.577.478,37 Ευρώ.

Καίτοι, όμως, υπό την ανωτέρω ιδιότητά της εισέπραξε το προαναφερόμενο ποσό από τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος κατά τη χρονική περίοδο από 01-06-2008 έως 24-11-2010, ενεργώντας με δόλο κατέβαλε για την πληρωμή μέρους των εξόδων της διαχείρισης της ανωτέρω χρονικής περιόδου το συνολικό ποσό των 1.325.122,17 Ευρώ, παραλείποντας να πληρώσει:

α) σε εργολάβους - προμηθευτές του συγκροτήματος που παρείχαν τις πιο πάνω υπηρεσίες στο συγκρότημα για το χρονικό διάστημα από 01-03-2010 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 188.954,60 Ευρώ, β) στο Ι.Κ.Α. ..., για το χρονικό διάστημα από 01-07-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 18.936,06 Ευρώ που αφορούσε τις ασφαλιστικές εισφορές της ιδίας και του δευτέρου των κατηγορουμένων και συζύγου της, Α.

Κ., γ) στη Δ.Ο.Υ. ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-06-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 4.498,81 Ευρώ που αφορούσε το φόρο μισθωτών υπηρεσιών και δ) στη Δ.Ο.Υ. ..., κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2009 έως 24-11-2010, το συνολικό ποσό των 3.229,47 Ευρώ που αφορούσε τον παρακρατούμενο φόρο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...

Ε.Π.Ε." που είχε την ευθύνη συντήρησης των κήπων του συγκροτήματος, ιδιοποιούμενη παρανόμως το υπόλοιπο ποσό των 215.618,94 Ευρώ που είχε εισπράξει από τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος (σύνολο εσόδων ποσού 1.577.478,37 Ευρώ - σύνολο εξόδων ποσού 1.325.122,17 Ευρώ - διαθέσιμα διαχείρισης που βρέθηκαν σε τράπεζα στις 24-11-2010 ποσού 36.737,26 Ευρώ) και το οποίο, ως αντικείμενο της υπεξαίρεσης αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Ο δεύτερος των κατηγορουμένων στον ίδιο τόπο και κατά το αυτό χρονικό διάστημα, ήτοι από 01-01-2009 έως 24-11-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός του ιδίου εγκλήματος (της απλής συνέργειας στην τελεσθείσα ως άνω υπεξαίρεση), γνωρίζοντας την τέλεση από μέρους της πρώτης των κατηγορουμένων της ως άνω πράξης της υπεξαίρεσης και θέλοντας και αποδεχόμενος να συμβάλει στην τέλεση αυτή, παρείχε αντιστοίχως εξακολουθητικά, με δόλο, στην πρώτη των κατηγορουμένων, ψυχική συνέργεια στην εκτέλεση και κατά την εκτέλεση, από μέρους της, της πράξης αυτής, ενθαρρύνοντας και παροτρύνοντάς την προς τούτο, ενισχύοντάς την ηθικά στην τέλεση της αποφασισθείσας από την ίδια πράξης και υποσχόμενος βοήθεια μετά την τέλεσή της ή και συγκάλυψή της και απόκρυψη των προϊόντων της.

Και τους δύο κατηγορούμενους Μ. Μ. και Α. Κ., ΕΝΟΧΟΥΣ του ότι:

Στην ... και επί της οδού ... κατά το χρονικό διάστημα από 01-10-2010 έως 24-11-2010, ενεργώντας από κοινού με σκοπό να βλάψουν άλλους αποκρύψανε και καταστρέψανε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριοι. Ειδικότερα, στον προαναφερόμενο τόπο και χρόνο, ενεργώντας με κοινό δόλο και από κοινού με σκοπό να βλάψουν τη συνιδιοκτησία του συγκροτήματος κατοικιών "..." που είχε αποφασίσει να προβεί σε οικονομικό έλεγχο της διαχείρισης του συγκροτήματος, που είχε αναλάβει υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας η πρώτη από αυτούς, και να αποτρέψουν τη διενέργεια αυτού, κατέστρεψαν όλα τα αρχεία της διαχείρισης που είχαν αποθηκευτεί στον ενσωματωμένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σκληρό δίσκο και απέκρυψαν τα ακόλουθα βιβλία και στοιχεία της διαχείρισης της περιόδου από 01-01-2008 έως 24-11-2010, που βρισκόντουσαν στο γραφείο της διαχείρισης, και δη:

α) Το Βιβλίο εσόδων - εξόδων από Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι 24-11-2010, β) το βιβλίο ταμείου ή ημερήσια φύλλα συναλλαγών των ετών 2008, 2009 και 2010, γ) τις καρτέλες των συνιδιοκτητών του συγκροτήματος, δ) το φάκελο Ι.Κ.Α. που περιείχε προσλήψεις, συμβάσεις, επιθεωρήσεις και αναλυτικές περιοδικές καταστάσεις, ε) το φορολογικό φάκελο που περιείχε δηλώσεις εισοδήματος, δηλώσεις Φ.Π.Α., δηλώσεις Φ.Μ.Υ.

και παρακρατούμενων φόρων, εκκαθαριστικά σημειώματα, παραστατικά πληρωμής φόρων κλπ.), στ) τα παραστατικά εξόδων από 01-07-2009 μέχρι 24-11-2010, ζ) τα παραστατικά εσόδων από 01-01-2008 μέχρι 24-11-2010, η) τις καταστάσεις κοινοχρήστων των μηνών Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου και Οκτωβρίου 2010, θ) το πρωτόκολλο παραλαβής της διαχείρισης από την πρώτη από αυτούς (κατηγορουμένους), ι) τα μπλοκ αποδείξεων πληρωμής από 04-03-2009 μέχρι 24- 11-2010, ια) τα μπλοκ αποδείξεων είσπραξης από 12-05-2009 μέχρι 24-11-2010, ιβ) τα καρνέ επιταγών της διαχείρισης, ιγ) τα πρακτικά των Γ.Σ.

της συνιδιοκτησίας από Απρίλιο 2008 μέχρι 16-11-2008 και τα πρακτικά των συμβουλίων (5μελούς, 7μελούς, 17μελούς) της συνιδιοκτησίας, ιδ) τις καρτέλες των προμηθευτών - πιστωτών - εργολάβων, ιε) τις συμβάσεις εργασίας που είχαν υπογράψει με τους συνιδιοκτήτες του συγκροτήματος, ιστ) τις συμβάσεις της διαχείρισης που είχαν υπογράψει με τρίτους (εργολάβους και μη), ιζ) το φάκελο των εκκρεμών αγωγών, αιτήσεων, εξώδικων δηλώσεων με συνιδιοκτήτες και τρίτους, ιη) την αλληλογραφία της διαχειρίστριας με συνιδιοκτήτες και τρίτους από 01-01-2008 μέχρι 24-11-2010, ιθ) τον απολογισμό της διαχείρισης προς τη Γ.Σ.

της συνιδιοκτησίας των ετών 2008 και 2009, κ) τις απογραφές αποθήκης των 31-12-2007, 31-12-2008 και 31-12-2009 και κα) τον πρόσθετο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή του συγκροτήματος με όλα τα αρχεία αυτού". Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την επιβαλλόμενη από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των δικαζομένων εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και την υπαγωγή τους στις ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 47 παρ. 1, 94, 98, 222, 375 παρ.

Ιβ'-2 και 390 εδ. α' ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία (Να σημειωθεί ότι οι πιο πάνω διατάξεις παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τις αντίθετες περί τούτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, οι οποίες δεν θεμελιώνουν πλέον αναιρετικό λόγο).

Ειδικότερα, το δικαστήριο δέχθηκε ότι η 1η αναιρεσείουσα, με την ιδιότητα της διαχειρίστριας ξένης περιουσίας και ειδικότερα, διαχειρίστριας συγκροτήματος κατοικιών, αφενός, ιδιοποιήθηκε, εξακολουθητικά, κατά τρόπο παράνομο, ξένα κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή της, το δε ποσό της υπεξαίρεσης υπερβαίνει τις 120.000 € και της το είχαν εμπιστευθεί λόγω της προαναφερομένης ιδιότητάς της και αφετέρου, ζημίωσε εν γνώσει της την περιουσία άλλων, δηλαδή των συνιδιοκτητών του πιο πάνω συγκροτήματος κατοικιών, των οποίων διαχειρίζοταν την περιουσία τους κατόπιν συμβάσεως που είχε συνάψει με αυτούς.

Πιο συγκεκριμένα, ότι η 1η αναιρεσείουσα, με την πιο πάνω ιδιότητά της, αν και εισέπραξε τμηματικά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό συνολικό ποσό των 1.577.478,37 € που υπήρχε στο "αποθεματικό" της διαχείρισης καθώς και από τους συνιδιοκτήτες, από την πληρωμή των κοινοχρήστων μηνιαίων δαπανών για την πληρωμή των συνεργείων και προμηθευτών του συγκροτήματος που παρείχαν τις υπηρεσίες τους (καθαριότητας, φύλαξης, συντήρησης εγκαταστάσεων κλπ), ενεργώντας με δόλο, κατέβαλε για την πληρωμή μέρους των εξόδων της διαχείρισης, της αναφερομένης στο σκεπτικό χρονικής περιόδου, το συνολικό ποσό των 1.325.122,17 €, ιδιοποιούμενη παρανόμως το υπόλοιπο ποσό των 215.618,94, που είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το οποίο ως προς το ύψος αιτιολογείται επαρκώς, με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών από τα οποία προέκυψε πως προέκυψε. 'Ότι στην τέλεση της πιο πάνω πράξης (υπεξαίρεσης), ο 2ος των αναιρεσειόντων, ο οποίος λειτουργούσε ως βοηθός της 1ης αναιρεσείουσας (συζύγου του) στη διαχείριση του συγκροτήματος κατοικιών, γνωρίζοντας την τέλεση από μέρους της συγκατηγορουμένης του της πράξης της υπεξαίρεσης και θέλοντας να συμβάλει στην τέλεσή της, παρείχε εξακολουθητικά ψυχική συνέργεια στην εκτέλεσή της, ενθαρρύνοντας και παροτρύνοντάς την προς τούτο (απλή συνέργεια).

Περαιτέρω, ότι η 1η αναιρεσείουσα, ως προς την δεύτερη αξιόποινη πράξη (απιστία), θέλοντας να προκαλέσει ζημία στην περιουσία των συνιδιοκτητών, δεν επέδειξε, αν και της ζητήθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, το βιβλίο νεοπροσλαμβανομένου προσωπικού, την κατάσταση προσωπικού και ωρών εργασίας, τις ατομικές συμβάσεις εργασίας της ίδιας και του συγκατηγορουμένου συζύγου της, το βιβλίο αδειών και τις εξοφλητικές αποδείξεις πληρωμής τους, με αποτέλεσμα να επιβληθεί από την πιο πάνω υπηρεσία πρόστιμο 5.000 € στην συνιδιοκτησία του ανωτέρω συγκροτήματος κατοικιών, λόγω παράβασης διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας.

Τέλος, ότι η ίδια, ενεργώντας από κοινού με τον 2ο αναιρεσείοντα και με σκοπό να βλάψουν άλλους, δηλαδή τους συνιδιοκτήτες των κατοικιών, στον διενεργούμενο από αυτούς διαχειριστικό έλεγχο, λόγω της τέλεσης των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων και προκειμένου να αποτρέψουν αυτόν αφ' ενός μεν κατέστρεψαν όλα τα αρχεία της διαχείρησης που είχαν αποθηκευτεί στον ενσωματωμένο στον ηλεκτρονικό υπολογιστή σκληρό δίσκο, αφ'ετέρου δε απέκρυψαν τα αναφερόμενα στο σκεπτικό έγγραφα (υπό στοιχ.

α' έως κα), των οποίων βέβαια δεν ήταν κύριοι οι αναιρεσείοντες. Σημειωτέον ότι όλοι οι προταθέντες από τους αναιρεσείοντες ισχυρισμοί που αναλυτικά αναφέρονται στο προπαρατεθέν σκεπτικό ήταν αρνητικοί της κατηγορίας και επομένως, η απόρριψή τους δεν έχρηζε ειδικής αιτιολογίας. Παρά ταύτα, όμως απαντήθηκαν εκτενώς, και απορρίφθηκαν με πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Επομένως, οι σχετικοί αναιρετικοί λόγοι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθώς και η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

Ενώ, τέλος, οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, πλήττουν, υπό την επίκληση αναιρετικού λόγου από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες.

ΙΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 177, 178 και 179 ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι στην ποινική διαδικασία επιτρέπεται κάθε είδος αποδεικτικού μέσου, είτε από αυτό που αναφέρονται στο άρθρο 178 είτε άλλα, ακόμη και άκυρα, εκτός αν η χρησιμοποίηση τους απαγορεύεται από το νόμο, είτε ρητώς είτε γιατί είναι αντίθετα σε διατάξεις του ισχύοντος δικονομικού συστήματος, οπότε η χρησιμοποίηση τους προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' ΚΠοινΔ. Έτσι, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και συνεκτιμά και άκυρα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν κατά την ανάκριση ή την προανάκριση, αρκεί να μην αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απόλυτη ακυρότητα ή να αποτελεί υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Α και 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, (κατ' εκτίμηση) σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, για το λόγο ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ως αποδεικτικό μέσο την από 10-9-2017 λογιστική πραγματογνωμοσύνη του Δ. Κ., που διατάχθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο και διενεργήθηκε εκτός των χρονικών ορίων που όριζε η απόφαση (εκπρόθεσμη) και κατά τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων δεν πληροί τους όρους του νόμου, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του ΚΠΔ, όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίηση της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεως του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του.

Διαφορετικά, αν δηλαδή απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ. 'Ομως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψή του, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων-αναιρεσειόντων ζήτησε, κατ' αρχήν, την αναβολή εκδίκασης της υπόθεσης προκειμένου "να κλητευθούν και εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας Γ. Ρ., Α. Κ. και Κ. Β.". Το αίτημα, όμως αυτό όπως διατυπώθηκε ήταν αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ανέφεραν για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία και η μαρτυρία των προαναφερομένων μαρτύρων και ποιά ουσιώδη επιρροή θα ασκούσε στην κρίση του δικαστηρίου η κατάθεσή τους.

Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό των κατηγορουμένων και πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφασή του. Παρά ταύτα, το Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος διαλαμβάνοντας στην απόφασή του τα εξής: "Το σύνολο των αποδεικτικών μέσων κρίνεται επαρκές για δημιουργία ασφαλούς δικαστικής κρίσης τόσο από τις καταθέσεις των άνω μαρτύρων και του μάρτυρος Κ.

Β. που ακολουθεί, καθώς και των μαρτύρων υπεράσπισης των κατηγορουμένων, όσο και το σύνολο των αναγνωστέων εγγράφων, μεταξύ των οποίων η εκκαλουμένη απόφαση, όπου περιλαμβάνει τις πρωτοδίκως δοθείσες καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Ρ. και Α. Κ., το Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαία την προσέλευση και κατάθεση των μαρτύρων αυτών στην παρούσα διαδικασία".

Ακολούθως, προσήλθε, αφού κλήθηκε από την πρόεδρο του δικαστηρίου, ο προταθείς από τους αναιρεσείοντες, μεταξύ άλλων, μάρτυρας υπεράσπισης Χ. Σ. (δικηγόρος). Στην εξέταση του μάρτυρα αυτού αντέλεξε ο πληρεξούσιος των πολιτικώς εναγόντων, για το λόγο ότι είχε εξουσιοδοτηθεί εγγράφως από την 1η αναιρεσείουσα να την εκπροσωπήσει στη δίκη αυτή ως συνήγορος υπεράσπισης του.

Το Εφετείο δεν επέτρεψε την εξέταση του πιο πάνω μάρτυρα, εκδίδοντας, κατά την πλειοψηφίσασα γνώμη του δικαστηρίου, την ακόλουθη απόφαση: "Τα υπάρχοντα αποδεικτικά μέσα εκ των οποίων τρεις (3) μάρτυρες υπεράσπισης, είναι ικανά να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση και συνεπώς η κατάθεση ως μάρτυρος του Χ.

Σ., ενός εκ των δύο συνηγόρων της απούσης σήμερα πρώτης κατηγορουμένης (βλ. την από 18-5-2018 έγγραφη εξουσιοδότηση αυτής) δεν κρίνεται αναγκαία για την εξακρίβωση της αλήθειας. Άλλωστε η από 5-6-2018 έκθεση λογιστικού ελέγχου, την οποία αυτός (Χ. Σ.) έχει συνυπογράψει, για το περιεχόμενο της οποίας προτίθεται με την κατάθεσή του να παράσχει διευκρινίσεις και η οποία ανεγνώσθη από το παρόν Δικαστήριο, δεν χρήζει συμπληρώσεων ή διασαφήσεων.

Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ως συνήγορος δεν θα μπορούσε να προσφέρει πολλά στην αποδεικτική διαδικασία δεσμευόμενος από το απόρρητο του άρθρου 212 ΚΠΔ". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την παρεμπίπτουσα απόφαση του, δηλαδή την μη εξέταση του μάρτυρα υπεράσπισης, κρίνοντας ότι οι λοιποί τρεις μάρτυρες υπεράσπισης είναι ικανοί να οδηγήσουν το δικαστήριο σε ασφαλή δικανική κρίση.

Ενώ η περαιτέρω αιτιολογία της ως άνω παρεμπίπτουσας απόφασης στη διάταξη του άρθρου 212 ΚΠΔ (επαγγελματικού απορρήτου δικηγόρου) ούσα επάλληλη-επικουρική ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στην ως άνω επαρκή κύρια αιτιολογία αυτής. Επομένως, είναι αβάσιμος ο σχετικός αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ΚΠΔ (κατ' ορθότερη εκτίμηση),με τον οποίο προσάπτεται στην εν λόγω προσβαλλόμενη απόφαση η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

V. Η επιβαλλομένη κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή από τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ, και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.

Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός περί συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, μεταξύ των οποίων και εκείνη για την οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 84 παρ. 2 α'ΠΚ, που σε περίπτωση αναγνωρίσεώς της επιβάλλεται ποινή μειωμένη κατά το μέτρο του άρθρου 83 του αυτού κώδικα, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, γιατί σε διαφορετική περίπτωση, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Δ' λόγος αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας, ενώ, η μη απάντηση στον ισχυρισμό αυτό συνιστά έλλειψη ακροάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, και ιδρύει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχείο Β' του ίδιου κώδικα.

Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο συνήγορος της πρώτης κατηγορουμένης και ήδη αναιρεσείουσας μετά την επί της ενοχής κρίση του δικαστηρίου ζήτησε, να αναγνωριστεί σ' αυτήν, επί λέξει, "...το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α' ΠΚ". 'Ετσι, όμως, όπως διατυπώθηκε ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός, με την μνεία μόνον της νομικής πρόβλεψης του άρθρου 84 παρ. 2α του ΠΚ, είναι εντελώς αόριστος, αφού δεν συνοδεύτηκε με παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών θετικών περιστατικών έντιμης και μάλιστα σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς, που καθορίζονται στη περίπτωση του εδαφίου αυτού α' της παρ.2 του άρθρου 84 Π.Κ.

Το δικαστήριο παρόλο που δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει, αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό μη δεχόμενο τη συνδρομή των όρων του. Με την ακόλουθη αιτιολογία: "...Ο αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης του προτέρου εντίμου βίου (84 παρ. 2α ΠΚ) είναι αβάσιμος και απορριπτέος διότι δεν αρκεί προς τούτο η απουσία καταδίκης με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για άλλη αξιόποινη πράξη, αλλά απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνική δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση του εδαφίου α της διάταξης της παραγράφου 2 του άρθρου 84 ΠΚ και συμπεριφορά τέτοια δεν αποδείχθηκε γι' αυτή...".

Επομένως, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ. 1) καθώς και η δικαστική δαπάνη των νομίμως παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων (ΚΠολΔ 176, 183), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-7-2018 αίτηση-δήλωση (αρ. πρ. 8256/2018) των 1) Μ. Μ. του Κ. και 2) Α. Κ. του Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της απόφασης 1874/2018 του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα στους αναιρεσείοντες που ανέρχονται στα διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα, καθώς και τη δικαστική δαπάνη των νομίμως παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων, ενιαίως, που ανέρχεται στα πεντακόσια (500) ευρώ και για τους δύο αναιρεσείοντες.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ