1827/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1827/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεση επί της αναιρέσεως, της Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 3-1-2017 έκθεσή της επί των προσθέτων λόγων, με την οποία εισηγείται την απόρριψη αυτών.
Full text
Απόφαση 1827 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1827/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Ε. χήρας Γ. Κ., το γένος Ι. Μ. κατοίκου ..., 2.Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 3.Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 4.Ζ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ως κληρονόμοι εξ αδιαθέτου του Γ. Δ. Κ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Μ. Κ., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως και ως 2η αναιρεσείουσα.
Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Οικοδομικός Συνεταιρισμός-Ο ..."που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2008 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 339/2010 του Εφετείου Ναυπλίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-12-2013 αίτησή τους και τους από 8-12-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 17-5-2016 έκθεση επί της αναιρέσεως, της Αρεοπαγίτου Ελένης Διονυσοπούλου, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 3-1-2017 έκθεσή της επί των προσθέτων λόγων, με την οποία εισηγείται την απόρριψη αυτών.
Η αναιρεσείουσα και πληρεξούσια των λοιπών αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ.
γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Διαφορετικά απαιτείται κλήτευοή του στην μετ’ αναβολή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού και τα στοιχεία της δικογραφίας ο αναιρεσίβλητος Οικοδομικός Συνεταιρισμός δεν παραστάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4/10/2017), κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο.
Η συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που γίνεται με την επίσπευση των αναιρεσειόντων, είχε οριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 25/5/2016, κατά την οποία αναβλήθηκε (λόγω της αποχής των δικηγόρων) για τη δικάσιμο της 11/1/2017, κατά την οποία και πάλι αναβλήθηκε από το πινάκιο, κατόπιν αιτήματος του νομίμως παρασταθέντος πληρεξούσιου δικηγόρου του αναιρεσίβλητου, για την παρούσα δικάσιμο, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση της γραμματέως αυτού του Δικαστηρίου.
Επομένως, αφού ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου κατά την πιο πάνω δικάσιμο κατά την οποία είναι απαιτείται η κλήτευσή του ούτε έχει καταθέσει δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Κατά την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και ισχύει από την 1.1.2016, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, και αντίγραφο αυτού του δικογράφου επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή.
Κατά την αληθή έννοια της εν λόγω διάταξης, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι, θεωρείται η αρχικώς οριζόμενη δικάσιμος, κατά το άρθ. 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο ύστερα από για οποιονδήποτε λόγο ματαίωση ή αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθ. 575 ΚΠολΔ και, επομένως, η άσκηση των πρόσθετων λόγων μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο συνεπάγεται το απαράδεκτο των πρόσθετων λόγων.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει ότι η συζήτηση της κρινόμενης από 31/12/2013 αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 25/5/2016, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 11/1/2017 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 4/10/2017.
Οι αναιρεσείοντες την 8/12/2016, δηλαδή, μετά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο για την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατέθεσαν στην γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου το με την ίδια πιο πάνω ημερομηνία δικόγραφο πρόσθετων λόγων, οι οποίοι επομένως είναι εκπρόθεσμοι και πρέπει ν’ απορριφθούν, κατ’ άρθρο 577 ΚΠολΔ, αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νόμιμη κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών που έχει ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο αυτός στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο της έφεσης του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβιάζει μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι, δηλαδή, το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή για έλλειψη εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου να ασκήσει αυτήν, εξαιτίας της συμπλήρωσης του χρόνου παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής, ισχυρισμό τον οποίο με λόγο έφεσης πρόβαλαν στο δικαστήριο της ουσίας οι εκκαλούντες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων για την έρευνα της βασιμότητας αυτού, ισχυρισμός υπό την προεκτεθείσα ιστορική βάση δεν προβλήθηκε στο Εφετείο ούτε συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 562παρ.2 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006 και 4/2005).
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση αυτή παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφονται το Εφετείο για παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1049 και 1050 ΑΚ, η οποία, όπως από το όλο περιεχόμενο του εξεταζόμενου λόγου προκύπτει, συντελέστηκε με την εσφαλμένη (κατ’ αυτούς) εκτίμηση των θεμελιούντων τους ισχυρισμούς τους περιστατικών, που προβλήθηκαν με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους, περί μη ύπαρξης χρησικτησίας του αναιρεσιβλήτου στα επίδικα ακίνητα, άλλως περί διακοπής του χρόνου αυτής.
Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και τείνει στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την παραπάνω διάταξη.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλά αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην βραχύτερου του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων ως εναγόμενος, προς απόκρουση της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτων αγωγής πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, την οποία επανέφερε ως εκκαλών στο δικαστήριο της ουσίας, επικαλούμενος προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης αυτής τη μακροχρόνια αδράνεια του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει την αγωγική αξίωση, αν και γνώριζε τα περιστατικά που δικαιολογούσαν την άσκησή της κατά των πωλητών των επιδίκων ακινήτων.
Το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμη την ένσταση αυτή. Έτσι που έκρινε το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά δεν εφάρμοσε, αφού τα εκτιθέμενα προς θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά, δηλαδή, μόνη η αναφορά της αδράνειας του αναιρεσιβλήτου να ασκήσει την αγωγή, χωρίς επίκληση άλλης συμπεριφοράς που να δικαιολογεί τη δημιουργία πεποίθησης στους αναιρεσείοντες ότι δεν θα ασκήσει αυτή και χωρίς να αναφέρονται δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν σε βάρος των τελευταίων και αληθή υποτιθέμενα δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση της αγωγής και έτσι δεν πληρούν το πραγματικό της παραπάνω ουσιαστικής διάταξης, Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
της ευθείας παραβίασης της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με την παράλειψη της εφαρμογής της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Για το ορισμένο των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απαιτείται να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, οι φερόμενοι ως παραβιασθέντες κανόνες ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αναιρετικώς αν παραβιάστηκαν οι κανόνες αυτοί, ή αν υπάρχει σχετικά με την εφαρμογή τους έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών, ενόψει του ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί σε αυτεπάγγελτη θεμελίωση των λόγων αναιρέσεως, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 601/2011, ΑΠ 529 και 530/2008).
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των περί αοριστίας του δικογράφου της ένδικης αγωγής διατάξεων, χωρίς να αναφέρονται ενάριθμα οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, σε σχέση με την εφαρμογή ή μη των οποίων αποδίδονται σφάλματα σε αυτή, ώστε να καθίσταται συγκεκριμένο το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος πρέπει και πάλι να απορριφθεί, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι με την ένδικη αγωγή ο αναιρεσίβλητος ζητούσε την αναγνώριση της κυριότητάς του στα επίδικα ακίνητα ως δασοτεμάχια, ενώ όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αγωγής αυτής τα εν λόγω ακίνητα προσδιορίζονται ως αγροτεμάχια, όπως άλλωστε έγινε δεκτό και με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του, ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, τα οποία ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι λήφθηκαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ’ ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, το οποίο επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνον ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός, καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ ΑΠ 2/2008, Ολ ΑΠ 14/2005).
Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίσθηκαν με επίκληση, πρέπει για το παραδεκτό του λόγου αυτού, να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να καθορίζεται δε ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τους κατά τη σειρά αρίθμησης του αναιρετηρίου έκτο (κατ’ ορθή υπαγωγή του διαλαμβανόμενου σ’ αυτόν νομικού σφάλματος από τον αριθμ. 11 γ’ και όχι από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο) και έβδομο λόγους της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από τον αριθμ. 11 περ.γ’ του ίδιου άρθρου, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων το .../17-12-1966 έγγραφο του Δασαρχείου Κορίνθου, το οποίο νομίμως ο δικαιοπάροχος τους προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις του στο δικαστήριο της ουσίας προς ανταπόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγικής αξίωσης.
Από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των προτάσεων του τελευταίου στο δικαστήριο της ουσίας, ως διαδικαστικού εγγράφου για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι αυτός (δικαιοπάροχος) επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει το προαναφερόμενο έγγραφο, επί πλέον δε επικαλέσθηκε και δήλωσε ότι προσκομίζει για τον ίδιο λόγο και άλλα αποδεικτικά μέσα.
Περαιτέρω από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων, και όλα τα έγγραφα, τα οποία επικαλέσθηκαν νομίμως και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το προαναφερόμενο έγγραφο, στο οποίο άλλωστε γίνεται ρητή αναφορά και σχολιασμός, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξει.
Συνεπώς οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθούν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται υπέρ αναιρεσιβλήτου, διότι αυτός δεν υποβλήθηκε σε τέτοια έξοδα, λόγω της ερημοδικίας του.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 31/12/2013 αίτηση και τους από 8/12/2016 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της 339/2010 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ