Legislator Case Law & Legislation
1827/2014 AI generated

1827/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1827/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1827/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης με την από 9/10/2013 κλήση των αναιρεσίβλητων εισάγεται για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 5/3/2014 η από 22/9/2008 αίτηση του Ι. Ξ. για αναίρεση της 255/1765/265/4074/552/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

Keywords

AI generated
duty to develop land right of habitation access to property primary land development property market acquisition of real estate
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1827 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1827/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ι. Ξ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των καθών η κλήση: 1) Ν. Ι. Μ., 2) Ε. Ν. Μ., και 3) Ι. Ν. Μ., κατοίκων ..., ως κληρονόμων της Β. Ι. Ξ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) Ε. Π. του Ι., συζ. Ι. Ξ., 2) Α. Ξ. του Ι., συζ. Ν. Τ., 3) Μ. Ξ. του Ι., συζ. Κ. Π., 4) Θ. Ξ. του Ι., συζ. Ε. Ν., 6) Γ. Τ. του Μ., 7) Μ. Τ. του Γ., 8) Ε. Τ. του Γ., κατοίκων ..., των 6ου, 7ου και 8ης ως κληρονόμων της Χ. Ι. Ξ.. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Φραγκούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των καλούντων: 1) Γ. Α. Ξ. και 2) Ε. Α. Ξ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού αναιρεσιβλήτου Α. Ξ. του Ι., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γ. Φραγκούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2006 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 133/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 255/1765/265/4074/552/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 22/9/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 736/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζητήσεως προκειμένου να προσκομισθούν τα έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται ποίοι είναι οι καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος Α. Ξ. του Ι.. Την υπόθεση επαναφέρουν οι καλούντες με την από 9/10/2013 κλήση τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 12/3/2012 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιος από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Αν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης για συζήτηση προς τον απολειπόμενο διάδικο, σε καταφατική δε περίπτωση ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης με την από 9/10/2013 κλήση των αναιρεσίβλητων εισάγεται για συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο της 5/3/2014 η από 22/9/2008 αίτηση του Ι. Ξ. για αναίρεση της 255/1765/265/4074/552/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

που δίκασε ως Εφετείο, μετά την έκδοση της 736/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθούν τα έγγραφα που θα αποδεικνύουν ποιοι είναι καθολικοί διάδοχοι του αποβιώσαντος στις 12/12/2009 Α. Ξ. (δεύτερου των αναιρεσιβλήτων), το θάνατο του οποίου γνωστοποίησε στο ακροατήριο, κατά τη δικάσιμο της 9/1/2013 ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Φ., ο οποίος δήλωσε την επανάληψη της δίκης από τους κληρονόμους του. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου στην προαναφερθείσα δικάσιμο (της 5/3/2014), κατά την οποία προσκομίστηκαν τα πιο πάνω έγγραφα, ο αναιρεσείων-πρώτος των καθ' ων η κλήση Ι. Ξ., με επίσπευση του οποίου προσδιορίστηκε η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (βλ.

τις προσκομιζόμενες με νόμιμη επίκληση 1355ε έως ... και ..., ... έως ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Γ. Σ.) για την αρχική δικάσιμο της 9/3/2011, καθώς και οι δεύτερος, τρίτη και τέταρτος των καθ' ων η κλήση Ν. Μ., Ε. Μ. και Ι. Μ. (εκκαλούντες) δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Όπως, όμως, προκύπτει από τις ... έως ... εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... Μ. Μ., που προσκομίζουν με νόμιμη επίκληση οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι καλούντες, ακριβές αντίγραφο της από 9/10/2013 κλήσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στους καθ' ων η κλήση.

Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Όπως προκύπτει από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, στο οποίο καθορίζονται περιοριστικώς οι λόγοι αναιρέσεως κατ' αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, όπως είναι η αναιρεσιβαλλομένη, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά των αποφάσεων αυτών, α) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, β) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε ζητηθεί η εξαίρεση γ) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα και δ) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας.

Στο άρθρο αυτό δεν περιέχονται διατάξεις, αντίστοιχες προς εκείνες του άρθρου 559 αριθμ. 8, 10, 11, 12, 13, 14, 19 του ΚΠολΔ, δια των οποίων θεμελιώνονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, για λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, για λήψη υπόψη γεγονότων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που ο νόμος δεν επιτρέπει ή για λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου, του οποίου δεν έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή ή για μη λήψη υπόψη τέτοιου αποδεικτικού μέσου, για παραβίαση των διατάξεων του Κωδικός Πολιτικής Δικονομίας αναφορικώς με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, για εσφαλμένη κατανομή του βάρους αποδείξεως, για την παρά το νόμο κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 516 παρ.2 ΚΠολΔ δικαίωμα να ασκήσει έφεση έχει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Έννομο δε συμφέρον για την άσκηση έφεσης έχει ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη, όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης παράγεται βλαπτικό για τα συμφέροντα του δεδικασμένο, όταν δηλαδή η αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της.

Σε περίπτωση που η έφεση ασκήθηκε από διάδικο που δεν έχει έννομο συμφέρον, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Η δε παρά το νόμο κήρυξη της έφεσης ως απαράδεκτης, ελλείψει εννόμου συμφέροντος του προσώπου που την άσκησε, καθιδρύει τον αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος, λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε, ως απαράδεκτη την ασκηθείσα κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση του, δεχόμενο ότι μετά την απόρριψη ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής των αναιρεσιβλήτων εναντίον του, καθώς και του (αρνητικού) ισχυρισμού περί ιδίας κυριότητας αυτού στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία δεν δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο σε βάρος του και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει έννομο συμφέρον, ως νικήσας διάδικος (εναγόμενος), να ασκήσει την πιο πάνω έφεση, ενώ στην πραγματικότητα, τα περιστατικά που αυτός (αναιρεσείων) επικαλέστηκε για τη στήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, τα οποία δεν έλαβε υπόψη το Πολυμελές Πρωτοδικείο, συνιστούν ένσταση ιδίας κυριότητας, από την απόρριψη της οποίας δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αρ. 8 και 14 (και όχι από τον αρ.1, όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι παραπάνω επικαλούμενες πλημμέλειες δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης επί αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων.

Επίσης, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι για την ταυτότητα του νομικού λόγου είναι οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος, κατά το δεύτερο μέρος, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αρ.10, 11, 12, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Από τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 79 του Αγροτικού Κώδικα (Β.Δ. της 29-10/6-12-1949), σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 3 του ίδιου άρθρου και εκείνες των άρθρων 26,74,180 και 203 του ίδιου Κώδικα, ενόψει δε και της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 431/1968, προκύπτει ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος από της παραχωρήσεως σ' αυτόν συγκεκριμένου κλήρου και μέχρι την έναρξη της ισχύος του α.ν. 431/1968, και αν ακόμη δεν τον κατέχει πραγματικά, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ως μόνος καλής πίστεως νομέας αυτού και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε είναι ανεπίδεκτος χρησικτησίας από άλλον, το ίδιο δε πλάσμα ισχύει και υπέρ των καθολικών διαδόχων του αρχικού κληρούχου για την ταυτότητα του νομικού λόγου.

Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 1 § 1 α.ν. 431/1968 προκύπτει ότι μετά την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού (23-5-1968), ο κατά την εποικιστική εν γένει νομοθεσία αποκατασταθείς κληρούχος και οι κληρονόμοι του δεν λογίζονται κατά πλάσμα του νόμου νομείς του κλήρου, αν δεν κατέχουν πράγματι αυτόν και, συνεπώς, είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση τους κτήση από τρίτο της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, η οποία μπορεί να οδηγήσει στην κτήση της κυριότητας τούτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί ο απαιτούμενος για καθεμιά από αυτές χρόνος, υπό τον περιορισμό σε κάθε περίπτωση να μην κατατέμνονται τα τεμάχια της οριστικής διανομής.

Ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης τίθεται ως γενική αρχή και έχει εφαρμογή σε κάθε μεταβίβαση του κλήρου, όχι μόνο όταν γίνεται με τη θέληση του κληρούχου, δηλαδή με δικαιοπραξία, αλλά και στην περίπτωση απόκτησης της κυριότητας χωρίς τη θέληση αυτού, όπως με χρησικτησία. Κατ' εξαίρεση όμως, ο περιορισμός αυτός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής δεν ισχύει, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 εδ.

δ' του άρθρου 1 του ως άνω αναγκαστικού νόμου, εκτός άλλων περιπτώσεων και επί οικοπεδικών κλήρων. Τέλος, κατά μεν τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργηθείσα με το άρθρο 3 § 1 α.ν. 625/1968, επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 § 1 ν. 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγόμενη τη δημιουργία οικοπέδων μη άρτων, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή το βάθος", κατά δε τη διάταξη της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενο απαγορευομένην κατά τις προηγούμενες παραγράφους μεταβίβαση κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη".

Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξαιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας επί τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργώ οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (ΟλΑΠ 606/1976, ΑΠ 866/2007).

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρα 974, 1045 ΑΚ, για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία αρκεί η επί εικοσαετία νομή του πράγματος, δηλαδή η με διάνοια κυρίου φυσική εξουσίαση αυτού. Εκείνος, που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής, από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θελήσεως του κατόχου να κατέχει το ακίνητο ως κύριος (ΑΠ 479/2010).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει, όπως θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η οριοθέτηση, ο καθαρισμός, η φύλαξη, η εκμίσθωση του ακινήτου κ.α., με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 256 αρ.1 και 1047 ΑΚ, προκύπτει ότι η χρησικτησία δεν αρχίζει και αν έχει αρχίσει δεν συνεχίζεται, εφόσον πρόκειται με τη χρησικτησία του ενός συζύγου να απολέσει το πράγμα ο άλλος σύζυγος, η δε αναστολή διαρκεί όσο και ο γάμος, έστω και αν αυτός ύστερα ακυρωθεί.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του αναφορικά με την από 6/2/2006 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσιβλήτων δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα και ο πρώτος εναγόμενος τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 21-7-1946.

Από το γάμο αυτό απέκτησαν 6 τέκνα, δηλαδή τον δεύτερο, την τρίτη, την τέταρτη, την πέμπτη των εναγόντων και τη σύζυγο του υπό στοιχείο 6α και μητέρα των υπό στοιχεία 6β και 6γ εναγόντων, ήδη αποβιώσασα, Χ. σύζυγο Γ. Τ., το γένος Ι. και Ε. Ξ., καθώς και τη σύζυγο του δεύτερου και μητέρα της τρίτης και του τέταρτου των εναγομένων, ήδη αποβιώσασα, Β.

σύζυγο Ν. Μ., το γένος Ι. και Ε. Ξ.. Το έτος 1948 ο πρώτος εναγόμενος αγόρασε άτυπα από τον Κ. Λ. του Σ. και από τη Δ. σύζυγο Σ. Κ., το γένος Σ. Λ., ένα ακίνητο εμβαδού 204 τ.μ. στην περιοχή ..., επί της οδού .... Το ακίνητο αυτό (οικόπεδο με αριθμό 1152) αποτελούσε τμήμα κληροτεμαχίου συνολικής έκτασης 399 τ.μ. που παραχωρήθηκε στο Σ.

Λ. του Κ. δυνάμει του με αριθμό ... παραχωρητηρίου του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, νομίμως μεταγραφέντος στον τόμο ... και με αύξοντα αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... Το έτος 1950 οι ως άνω σύζυγοι έχτισαν στη βορειοδυτική πλευρά του ακινήτου μία οικία 23 τ.μ., αποτελούμενη από ένα δωμάτιο και μία κουζίνα.

Η έγγαμη συμβίωση τους διεκόπη το έτος 1963, όταν ο πρώτος εναγόμενος εγκατέλειψε τη συζυγική του οικία και συνήψε σχέσεις με άλλες γυναίκες. Ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με τη με αριθμό 2022/1984 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η πρώτη ενάγουσα κατά την εγκατάλειψη της συζυγικής οικίας από τον πρώτο εναγόμενο το έτος 1963 δήλωσε σ' αυτόν ότι στο εξής το ως άνω ακίνητο θα ανήκει σ' αυτήν και τα παιδιά τους.

Έκτοτε η πρώτη ενάγουσα και τα ανήλικα τέκνα της άρχισαν να δουλεύουν, προκειμένου να συντηρηθούν. Από το επόμενο έτος (1964) η πρώτη ενάγουσα, οι δύο μεγαλύτερες κόρες τις, ήδη αποβιώσασες, Χ. και Β. Ξ., καθώς και η τρίτη και η τέταρτη των εναγουσών άρχισαν, με κοινές δαπάνες τους από τα έσοδα της εργασίας τους, να χτίζουν μία οικία στο ανατολικό τμήμα του επίδικου ακινήτου, η οποία αποπερατώθηκε το έτος 1968 και είχε εμβαδό 60 τ.μ.

Στη δαπάνη για την ανέγερση της εν λόγω οικίας συμμετείχε και η Β. Ξ., παρά τον αντίθετο ισχυρισμό των εναγόντων ότι συμμετείχαν οικονομικά μόνο η τρίτη και η τέταρτη εξ αυτών και η Χ. Ξ.. Τούτο δε αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στο όνομα της Β. Ξ. επιβάλλονταν οι εισφορές από το Ι ΚΑ υπέρ των απασχολούμενων εργατών για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής (βλ.

προσκομιζόμενες πράξεις επιβολής εισφορών του ΙΚΑ). Από τις 23-5-1968, οπότε ήταν δυνατή η κτήση της νομής επί του ως άνω ακινήτου και από μη κληρούχο, χωρίς να ισχύει ο περιορισμός της μ κατάτμησης του ακινήτου, διότι αυτό βρίσκεται από το έτος 1958 εντός εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης του ... (βλ. Βασιλικό Διάταγμα με αριθμό 6 από 15-8-1958 "Περί αναθεωρήσεως και επεκτάσεως του ρυμοτομικού σχεδίου ... (Κρήτης) και καθορισμού των όρων και περιορισμών δομήσεως των οικοπέδων αυτού" στο με αριθμό 128/23-8-1958 ΦΕΚ τ.

Α' σε συνδυασμό με το από Μάρτιο 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου-μηχανικού Γ. Β.) και χαρακτηρίζεται ως οικόπεδο, η πρώτη ενάγουσα ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό των ανήλικων τότε τέκνων της, δηλαδή του δεύτερου, της τρίτης, της τέταρτης και της πέμπτης των εναγόντων και οι ενήλικες ήδη τότε κόρες της, Χ.

και Β. Ξ., άρχισαν να νέμονται με διάνοια συγκυρίων το επίδικο ακίνητο. Συγκεκριμένα, η πρώτη και ο δεύτερος από τους ενάγοντες κατοικούσαν στην οικία του βορειοδυτικού τμήματος, εμβαδού 23 τ.μ., μέχρι το έτος 1983. Η Β. Ξ. παντρεύτηκε το έτος 1972 με το δεύτερο εναγόμενο και εγκαταστάθηκαν στην οικία του ανατολικού τμήματος, εμβαδού 60 τ.μ., μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 1980, Από το έτος 1983 στην ως άνω οικία εγκαταστάθηκε η τρίτη ενάγουσα με το σύζυγό της, Ν.

Τ., μέχρι τη συζήτηση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω, αποδεικνύεται ότι οι πέντε πρώτοι ενάγοντες και η Χ. και η Β. Ξ. έγιναν συγκύριοι στις 23-5-1988 με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας επί του ως άνω οικοπέδου κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου έκαστος (άρθρο 1045 ΑΚ). Η Χ. Ξ. απεβίωσε το έτος 2003 και κληρονομήθηκε από τους υπό τον αριθμό 6 ενάγοντες (σύζυγο και δύο τέκνα της) και η Β.

Ξ. απεβίωσε το έτος 2005 και κληρονομήθηκε από το δεύτερο, την τρίτη και τον τέταρτο των εναγομένων (σύζυγο και δύο τέκνα της).

Συνεπώς, οι υπό τον αριθμό 6 ενάγοντες υπεισήλθαν στο ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου της Χ. Ξ. επί του επιδίκου, δηλαδή κατά ποσοστό (1/7 : 1/4 =) 2/56 εξ αδιαιρέτου ο πρώτος εξ αυτών, Γ. Τ. και κατά ποσοστό (1/7 : 3/8 =) 3/56 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερο και Τρίτη εξ αυτών, Μ. και Ε. Τ. αντίστοιχα και ο δεύτερος, η τρίτη και ο τέταρτος των εναγομένων στο ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου της Β.

Ξ. επί του επιδίκου, δηλαδή κατά ποσοστό (1/7 : 1/4 =) 2/56 εξ αδιαιρέτου ο Ν. Μ. και κατά ποσοστό (1/7 : 3/8 =) 3/56 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους Ε. και Ι. Μ. (άρθρα 1051, 1813, 1820 ΑΚ). Σημειωτέον ότι ο πρώτος εναγόμενος από το 1948, οπότε απέκτησε άτυπα το επίδικο ακίνητο από τους κληρονόμους του κληρούχου μέχρι το έτος 1963, οπότε εγκατέλειψε την οικογένεια του και συνεπώς και το ως άνω ακίνητο, δεν μπορούσε να νέμεται με διάνοια κυρίου το ακίνητο αυτό, αφού μέχρι τις 23-5-1968 ίσχυε η πλασματική νομή του κληρούχου, έστω και αν ο τελευταίος δεν νεμόταν τον κλήρο.

Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι την οικία του βορειοδυτικού τμήματος είχε παραχωρήσει κατά την αποχώρηση του το έτος 1963 στην ενάγουσα και τα τέκνα τους από λόγους ευπρέπειας είναι αβάσιμος, αφενός διότι όπως προεκτέθηκε κατά το χρόνο της αποχώρησης του δεν ήταν αυτός νομέας του επίδικου ακινήτου, αλλά ο κληρούχος Σ.

Λ., αφετέρου διότι από τη συμπεριφορά του έναντι της συζύγου του και των τέκνων τους, δηλαδή της πλήρους εγκατάλειψης τους ηθικά και οικονομικά και της σύναψης άλλων δεσμών και της δημιουργίας άλλης οικογένειας, δεν συνάγεται πρόθεση του να μεριμνήσει για την οικογένεια του παρέχοντας της στέγη. Επίσης και ο έτερος ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι είχε παραχωρήσει άτυπα λόγω προίκας το ανατολικό τμήμα του επιδίκου στην κόρη του Β.

Ξ. το έτος 1970 είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι η Β. Ξ. με την από 12-3-1970 αίτηση της κατά της Δ. συζύγου Σ. Κ., το γένος Σ. Λ., του Κ. Λ. και του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ζήτησε να επικυρωθούν ως ανώμαλες δικαιοπραξίες η άτυπη πώληση του οικοπεδικού κλήρου από τους δύο πρώτους των καθ'ων η αίτηση προς τον πρώτο εναγόμενο και η άτυπη μεταβίβαση λόγω προίκας τμήματος του ως άνω κλήρου, 102 τ.μ., από τον τελευταίο προς αυτήν.

Το ως άνω Δικαστήριο με τη με αριθμό 1992/1970 απόφαση του έκανε δεκτή την αίτηση και επικύρωσε τις εν λόγω δικαιοπραξίες. Κατά της απόφασης αυτής ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την από 23-7-1970 έφεση του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της για το λόγο ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε μεταβίβαση του επίδικου τμήματος λόγω προίκας προς την κόρη του Β.

Ξ. ούτε συντάχθηκε ιδιωτικό έγγραφο προς τούτο. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με τη με αριθμό 477/1994 απόφαση του (ημερομηνία συζήτησης 17-11-1993) δέχθηκε την ως άνω έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση απορρίπτοντας την αίτηση της Β. Ξ.. Ο δε ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι άσκησε την εν λόγω έφεση εξαιτίας της πίεσης που του άσκησαν τα υπόλοιπα τέκνα του δεν είναι πειστικός, αφού έρχεται σε αντίφαση με όλη τη δικονομική του συμπεριφορά στη δίκη της επικύρωσης ανώμαλης δικαιοπραξίας.

Συγκεκριμένα, στην προσθήκη των προτάσεων του επί της ως άνω έφεσης, που λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο, εκθέτει ότι η Β. Ξ. εκμεταλλεύθηκε την απολογία του ως κατηγορουμένου ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ... για πολεοδομική παράβαση, δηλαδή για το κτίσιμο της επίδικης οικίας, κατά την οποία κατέθεσε, προκειμένου να απαλλαγεί από την κατηγορία, ότι είχε μεταβιβάσει σ' αυτήν το ακίνητο λόγω άτυπης προίκας.

Χαρακτηριστικό δε είναι ότι η έφεση αυτή συζητήθηκε μετά από 23 έτη. Για την καθυστέρηση αυτή επικαλείται ο πρώτος εναγόμενος την παραπλάνηση του από την ως άνω κόρη του, ενώ εκθέτει και ότι αυτή πέτυχε την έκδοση πιστοποιητικού τελεσιδικίας της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου, ενώ είχε ασκηθεί κατ' αυτής εμπρόθεσμη έφεση.

Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος εισέπραξε μισθώματα από το σύζυγο της τρίτης ενάγουσας, Ν. Τ., για την κατοικία των 60 τ.μ., όπως αποδεικνύεται από τη με αριθμό 7821/3-4-2006 βεβαίωση της Προϊσταμένης της Β' Δ.Ο.Υ. ... περί δήλωσης μισθωμάτων κατά τα οικονομικά έτη 2004, 2005 δεν επαρκεί για να αμφισβητηθεί η συγκυριότητα που αποκτήθηκε κατά τον παραπάνω τρόπο ήδη από το έτος 1988 και να ενισχυθεί ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κύριος του επιδίκου είναι ο πρώτος εναγόμενος.

Συγκεκριμένα, προσκομίζεται βεβαίωση περί είσπραξης μισθωμάτων μόνο για τα έτη 2004 και 2005 και μία απόδειξη είσπραξης μισθωμάτων με ημερομηνία 2-1-2005 για το έτος 2004, ποσού 2.160 ευρώ, της Β. Μ. από το Ν. Τ., ενώ για τα προηγούμενα έτη, δηλαδή από το έτος 1983 και εντεύθεν, οπότε ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι εκμίσθωσε η Β.

Ξ. την ως άνω οικία, κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν ενισχύει τον εν λόγω ισχυρισμό, παρά το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος κατά την κατάθεση του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε υποστηρίξει αόριστα ότι υπάρχουν και άλλες αποδείξεις είσπραξης μισθωμάτων. Για τα δε προσκομιζόμενα από τους εναγομένους έγγραφα, αφενός του ΙΚΑ (βλ.

πράξεις επιβολής εισφορών και γραμμάτια εισπράξεως δώρου οικοδόμων), στα οποία η Β. Ξ. αναγράφεται ως εργοδότρια για το χτίσιμο της ως άνω οικίας, αφετέρου της ΔΕΗ (βλ. από 17-2-1973 απόδειξη εξόφλησης λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος και από 10-5-1994 απόδειξη παραλαβής υπεύθυνης δήλωσης), στα οποία αναγράφεται το όνομα της, στο δεύτερο δε εξ αυτών ως ιδιοκτήτρια σε ποσοστό 100% πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής:

Τα μεν έγγραφα από το ΙΚΑ αναγράφουν τη Β. Ξ. ως εργοδότρια χωρίς το γεγονός αυτό να αποτελεί απόδειξη ότι αυτή ήταν αποκλειστική νομέας της οικίας που ανεγειρόταν. Το δε πρώτο έγγραφο της ΔΕΗ (η από 17-2-1973 απόδειξη) αναφέρεται σε χρόνο που η Β. Ξ. διέμενε στην ως άνω οικία και συνεπώς αναγράφεται το όνομα του καταναλωτή.

Το δε δεύτερο έγγραφο (η από 10-5-1994 απόδειξη παραλαβής υπεύθυνης δήλωσης), από το οποίο αποδεικνύεται ότι η Β. Ξ. υπέβαλε υπεύθυνη δήλωση προς τη ΔΕΗ, με την οποία δήλωσε ότι ήταν ιδιοκτήτρια της ως άνω οικίας σε ποσοστό 100%, αναφέρεται σε χρόνο που δεν είχε εξαφανιστεί ακόμα με τη με αριθμό 477/1994 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού (ημερομηνία δημοσίευσης: 30-6-1994) η με αριθμό 1992/1970 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία είχε επικυρώσει υπέρ της την ανώμαλη δικαιοπραξία της άτυπης μεταβίβασης ακινήτου λόγω προίκας από τον πρώτο εναγόμενο.

Συνεπώς, εύλογα η Β. Ξ. θεωρούσε στις 10-5-1994 ότι είχε την πλήρη κυριότητα της ως άνω οικίας. Μετά όμως την εξαφάνιση της ως άνω απόφασης του Ειρηνοδικείου ... ακυρώθηκε η επικυρωθείσα ανώμαλη δικαιοπραξία. Περαιτέρω, ο δεύτερος εναγόμενος κατά την ως άνω κατάθεση του ισχυρίστηκε ότι την εν λόγω οικία είχε εκμισθώσει στο Δ. Μ. κατά τα έτη 1980-1983. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν ενισχύεται. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι η κατάθεση του δεύτερου εναγομένου, Ν. Μ., ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είναι ιδιαίτερα αντιφατική ως προς την ιδιοκτησία της οικίας των 60 τ.μ., καθώς άλλοτε αναφέρει ότι αυτή είναι του πεθερού του, Ι. Ξ., πρώτου εναγομένου, άλλοτε της συζύγου του, Β. Ξ. και άλλοτε ότι είναι δική του, καθώς και ως προς το ζήτημα ποιος και με δαπάνες τίνος έχτισε την εν λόγω οικία. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την κρινόμενη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για το λόγο ότι δεν ήταν δυνατή η κτήση κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας λόγω του χαρακτήρα του, ως τμήματος κληροτεμαχίου, του οποίου η κατάτμηση απαγορεύεται, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι ενέπιπτε σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του νόμου, με τις οποίες επιτρέπεται η κατάτμηση του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων είναι ουσιαστικά αβάσιμη και, αφού δέχθηκε την έφεση κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση και αναγνώρισε ότι οι αυτοί (αναιρεσίβλητοι) είναι συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου.

Ειδικότερα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων Ι. Ξ. και η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. Π. τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο το έτος 1946, από τον οποίο απέκτησαν έξι τέκνα (τον ήδη αποβιώσαντα δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Ξ., που κληρονομήθηκε από το ήδη ενήλικα τέκνα του Ε. και Γ. Ξ., τους τρίτη, τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσιβλήτων Α., Μ.

και Θ. Ξ., την ήδη αποβιώσασα Χ. Ξ. που κληρονομήθηκε από τους έκτο, έβδομο και όγδοη των αναιρεσιβλήτων Γ., Μ. και Ε. Τ., καθώς και την ήδη αποβιώσασα Β. Ξ., σύζ. Ν. Μ.). Ότι ο αναιρεσείων κατά το έτος 1948 αγόρασε άτυπα από τους κληρονόμους του Σ. Λ. (κληρούχου) Κ. Λ. και Δ. Κ. (το γένος Σ. Λ.) το επίδικο ακίνητο, το οποίο αποτελούσε τμήμα αγροτεμαχίου και είχε παραχωρηθεί στον Σ.

Λ. με παραχωρητήριο του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας το έτος 1960. Ότι κατά το έτος 1950 ο αναιρεσείων με τη σύζυγο του έχτισαν στη ΒΔ πλευρά μια οικία, από δε το έτος 1963 που αυτός εγκατέλειψε τη συζυγική οικία και διεκόπη η έγγαμη συμβίωση τους, η πρώτη αναιρεσίβλητη του δήλωσε ότι στο εξής το επίδικο ακίνητο θα ανήκει σε αυτή και στα τέκνα τους.

Ότι κατά το διάστημα των ετών 1964-1968 η αναιρεσίβλητη μαζί με τις δύο μεγαλύτερες κόρες της Χ. και Β. Ξ. με κοινές δαπάνες από τα έσοδα της εργασίας τους, έκτισαν ετέρα οικία στο ανατολικό τμήμα του επιδίκου. Ότι από τις 23/5/1968, οπότε ήταν δυνατή η κτήση της νομής επί του πιο πάνω ακινήτου και από μη κληρούχο, χωρίς να ισχύει ο περιορισμός της μη κατάτμησης του (λόγω του χαρακτηρισμού του ως οικοπεδικού κλήρου από το έτος 1958) η πρώτη αναιρεσίβλητη ατομικά για τον εαυτό της και για λογαριασμό των τότε ανήλικων τέκνων της Α., Α., Μ.

και Θ. Ξ., καθώς και οι ενήλικες κόρες της Χ. και Β. Ξ. άρχισαν να νέμονται το επίδικο ακίνητο με διάνοια συγκυρίων (κατοικώντας στις πιο πάνω οικίες) επί μια 20ετία και ότι έτσι, στις 23/5/1988, κατέστησαν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με έκτακτη χρησικτησία. Ότι ο αναιρεσείων από το 1948 που απέκτησε άτυπα το πιο πάνω ακίνητο μέχρι το 1963 που εγκατέλειψε την οικογένεια του δεν μπορούσε να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίου, αφού μέχρι τις 23/5/1968 ίσχυε η πλασματική νομή του κληρούχου, ο δε γάμος του με την πρώτη αναιρεσίβλητη λύθηκε αμετάκλητα το έτος 1984.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση. Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επίσης, και ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του άρθρου 560 παρ.1 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε το νόμο, διότι δέχθηκε ότι "διαρκούντος του γάμου του με την πρώτη αναιρεσίβλητη (που λύθηκε αμετάκλητα το έτος 1984) έτρεχε ο χρόνος χρησικτησίας υπέρ αυτής και των τέκνων τους από το έτος 1968 μέχρι το έτος 1988" είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων κατά το επίδικο διάστημα νεμόταν με διάνοια κυρίου το επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, (αφού μάλιστα είχε εγκαταλείψει τη συζυγική οικία από το έτος 1963), ώστε να τίθεται θέμα απώλειας της κυριότητάς του σε αυτό, εξαιτίας της χρησικτησίας της συζύγου του και, κατ' επέκταση, αναστολής της τελευταίας (χρησικτησίας) κατά τη διάρκεια του γάμου τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22/9/2008 αίτηση του Ι. Ξ. για αναίρεση της 255/1765/265/4074/552/2008 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακελείου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ