1827/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1827/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με την έφεσή του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, και αν ακόμα οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 § 2 εδ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1827 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1827/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Aπριλίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ι. Τ. ΑΒΕΤΕ" που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, για την οποία παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της Ιωάννης Τ. και διόρισε στο ακροατήριο τους πληρεξούσιους δικηγόρους Αθανάσιο Κοντοθανάση και Ιωάννη Μάρκου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα Αττικής ΑΕ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κουζουτζόγλου, που δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας στην νέα επωνυμία "ΑTTICA BANK".
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2003 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1771/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 17-1-2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου, ανέγνωσε την από 13-4-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 18 παρ.1 και 2 του Ν. 2190/1920 η ανώνυμη εταιρεία, εκπροσωπείται επί δικαστηρίου και εξωδίκως από το διοικητικό της συμβούλιο, που ενεργεί συλλογικώς, μπορεί δε το καταστατικό να ορίσει ότι ένα ή περισσότερα μέλη του συμβουλίου ή άλλα πρόσωπα δικαιούνται να εκπροσωπούν την εταιρεία εν γένει, ή σε ορισμένου είδους πράξεις.
Με τις διατάξεις αυτές ρυθμίζεται θέμα που προβλέπεται και από τα άρθρα 65, 67, 68 και 70 Α.Κ. και αφορά την οργανική εκπροσώπηση του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρείας, με τον καθορισμό του οργάνου, το οποίο εκφράζει τη βούληση του νομικού τούτου προσώπου στις έννομες σχέσεις του με άλλα πρόσωπα, εκπροσωπεί αυτό ενώπιον του δικαστηρίου και αποφασίζει περί της διοικήσεως και της διαχειρίσεως της περιουσίας του προς πραγμάτωση του εταιρικού σκοπού.
Ως τέτοιο δε όργανο ορίζεται το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας, το οποίο είναι αρμόδιο, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν. 2190/1920 να αποφασίζει για κάθε υπόθεση που αφορά τη διοίκηση της εταιρείας ή τη διαχείριση της περιουσίας της, με εξαίρεση μόνο τις αποφάσεις εκείνες οι οποίες κατά διάταξη νόμου ή του καταστατικού υπάγονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνελεύσεως.
Το δικαίωμα αυτό της οργανικής εκπροσώπησης της εταιρείας, εφόσον επιτρέπει το καταστατικό της, μπορεί, κατά την ως άνω διάταξη της παρ. 2 του αρθρ. 18 να ανατεθεί από το διοικητικό συμβούλιο και σε ένα ή περισσότερα μέλη του ή σε άλλα πρόσωπα, τα οποία έτσι δικαιούνται να ασκήσουν τις ως άνω εξουσίες που ανήκουν στο διοικητικό συμβούλιο, είτε εν όλω είτε εν μέρει, ανάλογα με την έκταση της επιτραπείσης υποκαταστάσεως.
Στην περίπτωση αυτή το μέλος του συμβουλίου ή ο τρίτος στον οποίο μεταβιβάστηκε η εξουσία του Δ.Σ. είναι υποκατάστατο αυτού, ενεργεί ως όργανο εκπροσώπησης του νομικού προσώπου της εταιρείας και εκφράζει πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό (Α.Π. 1215/2000, 456/2005).
Εξ άλλου, η κατά το άρθρο 632 ΚΠολΔ ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί ειδική μορφή της ανακοπής των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, ασκείται όπως και η αγωγή, γι' αυτό πρέπει στο δικόγραφό της να περιέχονται, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, όλες οι ενστάσεις κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής. Με βάση δε την ισχύουσα και στη δίκη της ανακοπής αρχή της συζητήσεως, το δικαστήριο δεν δικαιούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της διαταγής πληρωμής που δεν προτάθηκαν παραδεκτά με κύριο ή πρόσθετο λόγο ανακοπής.
Νέοι λόγοι, μη περιεχόμενοι στο δικόγραφο της ανακοπής, δεν επιτρέπεται να προταθούν από τον ανακόπτοντα για πρώτη φορά με την έφεσή του κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, και αν ακόμα οι λόγοι αυτοί αφορούν ισχυρισμούς που αναφέρονται στα άρθρα 269 και 527 ΚΠολΔ, γιατί έναντι των τελευταίων αυτών γενικών διατάξεων κατισχύει, λόγω της ειδικότητάς της, η διάταξη του άρθρου 585 § 2 εδ.
β' Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία νέοι λόγοι ανακοπής, μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή και κοινοποιείται οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση (ΑΠ 1199/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 24-12-2003 ανακοπή της κατά της 254/2003 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, που εκδόθηκε σε βάρος της, κατόπιν αιτήσεως της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας, ζήτησε την ακύρωση αυτής. Εκδόθηκε η 74/2005 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία η ανακοπή απορρίφθηκε.
Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσείουσα - ανακόπτουσα, άσκησε έφεση, επί της οποίας η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το υπ' αριθμ. .../13-10-1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο ... που νόμιμα δημοσιεύθηκε ... συνεστήθη η ανακόπτουσα (σημ:
εδώ αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Τ. Α.Ε.Τ.Ε"... . Κατά τα άρθρα 13 και 14 του ανωτέρω εγγράφου - καταστατικού, η εταιρία εκπροσωπείται από το Διοικητικό Συμβούλιο, συλλογικά το οποίο μπορεί όμως να εκλέγει ένα ή δύο διευθύνοντες συμβούλους από τα μέλη του, καθορίζοντας συγχρόνως και τις αρμοδιότητές τους, ως και ότι αυτοί θα εκπροσωπούν την εταιρία εν γένει ή μόνο σε ορισμένων ειδών πράξεις.
Ότι η απαρίθμηση των δικαιωμάτων του ΔΣ σ' αυτό είναι ενδεικτική καν οι πράξεις του ακόμη και αν είναι εκτός του εταιρικού σκοπού δεσμεύουν την εταιρία απέναντι στους τρίτους, εκτός εάν ο τρίτος γνώριζε την υπέρβαση του εταιρικού σκοπού ή όφειλε να τη γνωρίζει. Στις 29-4-2002 εξελέγη από τη Γενική Συνέλευση της ανωτέρω Εταιρίας το ΔΣ αυτής, που συγκροτήθηκε σε σώμα στις 29-4-2002, όπως προκύπτει από το ... 349/29-4-2002 ...
πρακτικό συνεδριάσεως του ΔΣ, που δημοσιεύθηκε νομίμως στο ... ΦΕΚ, τεύχος Α.Ε και ΕΠΕ, με πρόεδρο τον Ι. Τ. και Αντιπρόεδρο τον Γ. Τ., το οποίο αποφάσισε και για την εκπροσώπηση της εταιρίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 14 του καταστατικού, ανέθεσε στο Διευθύνοντα Σύμβουλο την ενάσκηση των δικαιωμάτων του στο σύνολο και σε περίπτωση κωλύματος στον Πρόεδρο του ΔΣ ή τον Αντιπρόεδρο Γ.
Τ.. Σ' αυτούς, με τον ίδιο τρόπο παρείχε ομόφωνα δικαίωμα υπογραφής για τις αναφερόμενες σ' αυτό περιπτώσεις μεταξύ των οποίων είναι και η "εν γένει εκπροσώπηση της εταιρίας". Στις 3-12-2002 μεταξύ της ανακοπτούσης εταιρίας εκπροσωπούμενης από το Γ. Τ. και της τραπεζικής εταιρίας "Τράπεζα Αττικής ΑΕ" καθής η ανακοπή (σημ.:
εδώ αναιρεσίβλητης) στο κατάστημα Σερρών συνήφθη μεταξύ του εκπροσώπου της πρώτης και των εκπροσώπων της δεύτερης Ι. Ι., Διευθυντή του καταστήματος και Α. Π., προϊσταμένου χορηγήσεων, σύμβαση εγγυήσεως με την οποία η ανακόπτουσα εγγυήθηκε προς την ως άνω Τράπεζα και υπέρ της πιστούχου "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΕΒΕ" μέχρι και του ποσού των 260.000 ευρώ για την εμπρόθεσμη και ολοσχερή εξόφληση του καταλοίπου του 137/19-2-2001 ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και τις υπ' αριθμ.137/1 και 137/2 πρόσθετες πράξεις μεταβολής του ύψους της πιστώσεως.
Με βάση τη σύμβαση αυτή, εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ' αριθμ. 254/2003 διαταγή πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Από όλα τα ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο Γ. Τ. στις 31-12-2002, που υπέγραψε τη σύμβαση εγγυήσεως, ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της ανακοπτούσης εταιρίας, καθότι με βάση την εξουσία που μεταβιβάσθηκε σ' αυτόν από το ΔΣ, ήταν υποκατάστατο αυτού και ενεργούσε ως όργανο εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου της εταιρίας και εξέφραζε πρωτογενώς τη βούλησή της, αντλώντας την εξουσία του από το νόμο και το καταστατικό.
Επομένως, ο δεσμός του με την ανωτέρω εταιρία ήταν αυτός του ΔΣ και για το λόγο αυτό τη δέσμευε, χωρίς να είναι αναγκαία η χορήγηση ειδικής εξουσιοδοτήσεως σ' αυτόν από το ΔΣ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ανακόπτουσα. Ενόψει όλων αυτών, ο ισχυρισμός της ανακοπτούσης εταιρείας, ο οποίος αποτελεί και τον πρώτο λόγο της εφέσεως, ότι αυτή δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού δεν αποτελούσε νόμιμα συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης εγγυήσεως με βάση την οποία εκδόθηκε η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".
Υπό τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών - που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα - στην εφαρμοσθείσα διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 και 2 ΚΝ 2190/1920, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, δεχόμενο την αβασιμότητα του θεμελιούμενου στη διάταξη αυτή και προβληθέντος εκ μέρους της ήδη αναιρεσείουσας με τον πρώτο λόγο ανακοπής, ως άνω ισχυρισμού περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της, για την έκδοση σε βάρος της, της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής.
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο του αναιρετηρίου, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του "ερμήνευσε εσφαλμένα το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 349/29-4-2002 Πρακτικού ΔΣ της αναιρεσείουσας εταιρείας". Συγκεκριμένα υποστηρίζεται: "Ο Γ. Τ. δεν είχε εξουσία να συμβληθεί με την αναιρεσίβλητη, αφού η εντολή και εξουσιοδότηση εκπροσώπησης της εταιρείας που έλαβε το εν λόγω μέλος του ΔΣ δόθηκε με την προϋπόθεση κωλύματος του Προέδρου.
Τέτοιο κώλυμα όμως δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της συμβάσεως εγγυήσεως ότι δηλώθηκε κατά την κατάρτισή της, η δε αναιρεσίβλητη, η οποία κατείχε από άλλες συναλλαγές της με την αναιρεσείουσα το Πρακτικό ΔΣ καθώς και το Καταστατικό της εταιρείας ... το περιεχόμενο των οποίων ήταν γνωστό στους εκπροσώπους της, δεν αναζήτησε την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης από τον εμπειρότερο και αποκλειστικά εξουσιοδοτημένο προς αυτό Πρόεδρο του ΔΣ της εταιρείας.
Διότι κατά το άρθρο 14 περ. Ια του Καταστατικού της εταιρείας η σύναψη συμβάσεων με Τράπεζες περιλήφθηκε στις αρμοδιότητες του ΔΣ αυτής, χωρίς όμως στον περιοριστικό αυτό όρο όσον αφορά τα είδη των συμβάσεων που μπορούν να καταρτισθούν από το ΔΣ να έχει περιληφθεί και η παροχή εγγυήσεως υπέρ τρίτων. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και οι συμβάσεις ανοίγματος πιστώσεων τέθηκε ότι είναι επιτρεπτό να καταρτισθούν από το ΔΣ ...
με την προϋπόθεση ότι επιτυγχάνεται η ευόδωση του εταιρικού σκοπού.. Η σύμβαση εγγυήσεως που καταρτίσθηκε με την αναιρεσίβλητη τράπεζα ... δεν υπήρξε μόνον επαχθής για την αναιρεσείουσα, αλλά εκφεύγει προφανώς των εταιρικών σκοπών που περιγράφονται περιοριστικά στο άρθρο 2 του Καταστατικού". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης ανακοπής, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, δεν προέβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς, με σχετικό λόγο ανακοπής, κύριο ή πρόσθετο.
Με τις λοιπές δε, διαλαμβανόμενες στο πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάσεις, όπως "επισημαίνουμε ιδιαίτερα την κατάθεση του Χ. Α. ... αυτόπτη και αυτήκοου μάρτυρα κατά την υπογραφή των ενδίκων συμβάσεων ..." "την από 19-12-2003 εξώδικη απάντηση ... από το περιεχόμενό της προκύπτει ότι ... δεν γνωρίζαμε ότι αυτή (Διαταγή Πληρωμής) στηρίζεται σε σύμβαση εγγύησης ..." "ο υπογράφων Γ.
Τ. μας δήλωσε ότι καμμιά συμφωνία δεν έγινε με την τράπεζα για ανάληψη υποχρέωσης εγγυήσεως ..." "ο ίδιος ο μάρτυρας κατέθεσε ότι ...." "ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε ότι ..." "από την κατάθεση του μάρτυρα προκύπτει ότι ..." πλήττεται απαραδέκτως, η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του ουσιαστικού δικαστηρίου.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέος.
Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 178/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ρηθείσα πλημμέλεια ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, κατά τον οποίον, η τελευταία δεν εκπροσωπήθηκε νόμιμα κατά την κατάρτιση της από 3-12-2002 σύμβασης εγγύησης από τον Γ. Τ., ο οποίος, με βάση τις ισχύουσες διατάξεις (άρθρο 18 παρ. 1 και 2 ΚΝ 2190/1920) σε συνδυασμό με το Καταστατικό της αναιρεσείουσας εταιρείας, καθώς και το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. 349/29-4-2002 Πρακτικού ΔΣ, δεν είχε δικαίωμα υπογραφής της σύμβασης. Πλην όμως, από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, τον οποίο απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Συνακόλουθα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν είναι βάσιμος ο ρηθείς αναιρετικός λόγος. Οι λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, προβάλλονται απαραδέκτως, δηλαδή χωρίς άσκηση ιδίας εμπρόθεσμης ανακοπής ή πρόσθετων λόγων ανακοπής, κατά τα διαληφθέντα ανωτέρω, για τον πρώτο αναιρετικό λόγο. Επομένως, λόγω του απαραδέκτου αυτών, δεν ιδρύεται ο ίδιος εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος λόγος, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα είναι αβάσιμα.
Περαιτέρω, το Εφετείο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Αποδείχθηκε ότι η ανακόπτουσα εταιρεία με βάση την από 25-2-2002 εργολαβική σύμβαση που συνήψε με το Δήμο Σερρών, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Ηλεκτροφωτισμός του Δημοτικού γηπέδου Σερρών" την οποία στη συνέχεια δυνάμει συμβάσεως ανέθεσε στην υπεργολάβο εταιρεία ... "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΕΒΕ", της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο Χ.
Α.. Στις 3-12-2002 ο Γ. Τ., ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανακόπτουσας υπέγραψε στα πλαίσια της συνεργασίας τους με την εταιρεία "ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΑΕΒΕ", προκειμένου η τελευταία να χρηματοδοτηθεί από την καθής α) σύμβαση εκχωρήσεως απαίτησης ποσού 94.633,55 ευρώ, που η ανακόπτουσα είχε σε βάρος του Δήμου Σερρών, που απέρρεε από τη δεύτερη σύμβαση εντολής πληρωμής προς την καθής Τράπεζα Αττικής ΑΕ, β) σύμβαση εκχωρήσεως ολόκληρης της απαίτησης που διατηρούσε η ανακόπτουσα σε βάρος του Δήμου Σερρών από τη σύμβαση που προαναφέρθηκε και γ) την ανωτέρω σύμβαση εγγυήσεως.
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι ο Γ. Τ. υπέγραψε τις ανωτέρω συμβάσεις αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από τον προϊστάμενο πιστοδοτήσεων της τραπέζης, ότι για να είναι εφικτή η εκχώρηση του έργου και του λογαριασμού πρέπει πρώτα να εγγυηθεί για το ισόποσο της σύμβασης σύμφωνα με τον κανονισμό πιστοδοτήσεων της τράπεζας....
Αποδείχθηκε ακόμη, ότι τα έγγραφα των συμβάσεων εκχωρήσεως ήταν εμφανώς διαφορετικά από αυτά της συμβάσεως εγγυήσεως και ότι το σημείο όπου ο Γ. Τ. έθεσε τη σφραγίδα της ανακοπτούσης εταιρίας και την υπογραφή του ήταν ελάχιστα χιλιοστά κάτω από τις λέξεις "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ" οι οποίες σε σχέση με το υπόλοιπο κείμενο της συμβάσεως σημειώνονται με κεφαλαία γράμματα και έντονη γραφή.
Πρέπει να λεχθεί ότι ο Γ. Τ. στον οποίο το ΔΣ της ανακοπτούσης είχε αναθέσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων του ... δεν δίνει ... πειστική εξήγηση για ποιο λόγο ... δεν πρόσεξε, ότι έθεσε τη σφραγίδα της ανακοπτούσης και την υπογραφή του κάτω από τις λέξεις "Ο ΕΓΓΥΗΤΗΣ" και ότι τα έγγραφα των συμβάσεων εκχωρήσεως ήταν διαφορετικά από το έγγραφο της συμβάσεως εγγυήσεως και δεν διάβασε το περιεχόμενο αυτών. ...
Η καθ' ης η ανακοπή ... κοινοποίησε αμέσως αντίγραφο των συμβάσεων ... στην ανακόπτουσα, πλην ... ουδεμία αντίδραση υπήρξε από μέρους της, μέχρι και την έκδοση της ... διαταγής πληρωμής. ... Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο Γ. Τ. στις 3-12-2002 γνώριζε ότι υπέγραφε στο κατάστημα Σερρών της καθ' ης η ανακοπή την ως άνω σύμβαση εγγυήσεως, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι εξαπατήθηκε δόλια από την καθ' ης η ανακοπή.
Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός της ανακοπτούσης, ο οποίος αποτελεί και το δεύτερο λόγο της εφέσεως ότι ο Γ. Τ. παρασύρθηκε και υπέγραψε την ως άνω σύμβαση εγγυήσεως επειδή πείσθηκε από τους αναφερόμενους υπαλλήλους της καθ' ης η ανακοπή ότι υπογράφει τα έγγραφα που αφορούν την πρώτη σύμβαση εκχωρήσεως και όχι σύμβαση εγγυήσεως μολονότι είναι νόμιμος (άρθρο 147 ΑΚ), απορριπτέος κρίνεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν".
Η αναιρεσείουσα με τον τρίτο (υπό III Α) λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι, το Εφετείο, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ότι, "αντίγραφο της σύμβασης εγγύησης ουδέποτε επικαλέσθηκε η αναιρεσίβλητη ότι κοινοποιήθηκε στην αναιρεσείουσα, ότι ο ίδιος ο Ι. Ι. κατέθεσε ότι, δεν ήταν παρών όταν υπογράφηκαν οι συμβάσεις, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υπέγραψαν στο κάτω περιθώριο σειράς εγγράφων, ότι τα φύλλα τα υπέγραφε ο Γ.
Τ. αφού τα γύριζε ο υπάλληλος ... μόνο την πρώτη σελίδα διάβασε ... το έγγραφο με τη σύμβαση εγγυήσεως δεν ανοίχθηκε ... ότι δεν είχε κανένα απολύτως νόημα η υπογραφή δύο συμβάσεων εκχώρησης", κατά τα εκτιθέμενα στο λόγο αυτό και έτσι έκρινε αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι "δεν διαβάστηκε από τον Γ.
Τ. η επίδικη σύμβαση εγγυήσεως". Το Εφετείο, με τις προδιαληφθείσες παραδοχές του, δεν υπέπεσε στη ρηθείσα πλημμέλεια, αφού οι διαλαμβανόμενες στον υπό στοιχ. IIIΑ λόγο, αιτιάσεις, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα από τις αποδείξεις, που δεν ιδρύουν τον αναιρετικό αυτό λόγο, με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις και υπό την επίφαση του λόγου αυτού, πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων.
Απαραδέκτως προβάλλεται επίσης, ο τρίτος (υπό III Β) λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, και υποστηρίζεται ότι το Εφετείο, δέχθηκε χωρίς απόδειξη "ότι ο Γ. Τ. ενημερώθηκε από τον προϊστάμενο των πιστοδοτήσεων της τράπεζας σχετικά με το είδος και το περιεχόμενο που θα υπογράψει", ενώ ο Ι. Ι. (Δ/ντής της Τράπεζας) κατέθεσε ότι μπροστά του δεν υπέγραψε ...". Τούτο δε διότι, υπό την επίκληση της ως άνω πλημμέλειας πλήττονται οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή του, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1985).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της, πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνον την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 356/2010, 1/2011, 841/2011, 1208/2008, 920/98).
Στην προκειμένη υπόθεση, ο ίδιος τρίτος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του (υπό στοιχ. III Γ), με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει την πλημμέλεια, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με την εκ μέρους των υπαλλήλων της αναιρεσιβλήτου ενημέρωση του ως άνω Γεωργίου Τ. για το περιεχόμενο των ένδικων εγγράφων πριν από την υπογραφή τους απ' αυτόν, προβάλλεται, απαραδέκτως, αφού πρόκειται προφανώς για αιτίαση αναγομένη στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στη στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, το οποίο πάντως διατυπώνεται σαφώς.
Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11 γ ' του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΑΠ 630/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο τρίτος λόγος του αναιρετηρίου (κατά το τέταρτο σκέλος του) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων και των συγκεκριμένων εγγράφων που η αναιρεσείουσα είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών της, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, από τη διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη (και) "τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, τις από 12-1-2004 ληφθείσες τέσσερεις ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Τ., Γ. Τ., Χ. Α. και Γ. Κ." σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται σαφής αναφορά σε μερικά απ' αυτά, χωρίς να συνάγεται το αντίθετο από την παράλειψη άλλων, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο, κατά το τέταρτο σκέλος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα.
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το πρώτο σκέλος του (υπό στοιχ. IV Α'), η αναιρεσείουσα αποδίδει την εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος αυτής με το οποίο το Εφετείο απέρριψε ως αόριστη την προβληθείσα εκ μέρους αυτής ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης τράπεζας. Ο λόγος αυτός, προβάλλεται αβασίμως, αφού το Εφετείο τον περί καταχρήσεως δικαιώματος ισχυρισμό της αναιρεσείουσας απέρριψε "εκτός της αοριστίας του και ως αλυσιτελή, και δη με την αιτιολογία "ότι η βάση στην οποία στηρίζεται (απατηλή συμπεριφορά των οργάνων της καθ' ης) δεν αποδείχθηκε". Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενη επί πλέον ιδιαίτερο λόγο καταχρηστικότητας από το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη Τράπεζα αξιώνει ποσό 260.000, ενώ ήδη έχει εισπράξει 168.277,71 (94.633,55 + 89.898,17) ευρώ, είναι απαράδεκτος διότι από την επισκόπηση της ένδικης ανακοπής, δεν προκύπτει ότι προτάθηκε παραδεκτά με κύρια ανακοπή ή πρόσθετο λόγο ανακοπής, ούτε επικαλείται τούτο η αναιρεσείουσα, η οποία αντιθέτως εκθέτει ότι "Με το δικόγραφο της έφεσης προβάλλεται σαν ιδιαίτερος λόγος καταχρηστικότητας ...".
Περαιτέρω, το Εφετείο και σε συνέχεια όσων προεκτέθηκαν δέχθηκε ότι τα ανωτέρω ενισχύονται ... από την διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών και την ... διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών ... από τις οποίες η ... πρώτη απέρριψε την έγκληση της ανακοπτούσης κατά των οργάνων της καθής ... για την εξαπάτηση του Γ. Τ., η δε δεύτερη απέρριψε την ...
προσφυγή της ανακοπτούσης ... κατά της ... διάταξης του Εισαγγελέα Πρωτοδικών ... Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο Γ. Τ. στις 3-12-2002 γνώριζε ότι υπέγραφε ... την ... σύμβαση εγγυήσεως ... Δεν αποδείχθηκε ότι εξαπατήθηκε δόλια από την καθής. Ενόψει των ανωτέρω ο ισχυρισμός της ανακοπτούσης ... ότι ο Γ. Τ. παρασύρθηκε και υπέγραψε την ...
σύμβαση εγγυήσεως επειδή πείσθηκε από τους ... υπαλλήλους της καθής ... ότι υπογράφει έγγραφα που αφορούν την ... σύμβαση εκχωρήσεως ... είναι .... απορριπτέος ως αβάσιμος ...". Με επάλληλη δε (όπως προαναφέρθηκε) αιτιολογία, καθόσον αφορά την ένσταση καταχρηστικότητας το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Ο ισχυρισμός αυτός ...
καθίσταται αλυσιτελής και απορριπτέος, δεδομένου ότι η βάση στην οποία στηρίζεται (απατηλή συμπεριφορά των οργάνων της καθής) δεν αποδείχθηκε ...". Με βάση τα προεκτεθέντα, το Εφετείο έλαβε υπόψη την προταθείσα ως άνω ένσταση και με την άνω (επάλληλη) αιτιολογία την απέρριψε ως αναπόδεικτη. Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, κατά το δεύτερο σκέλος του (υπό στοιχ.
IV Β'), εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., κατά την νοηματική τους απόδοση, είναι αβάσιμα.
Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί και να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, ενώ κατόπιν αυτών δεν συντρέχει λόγος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, απορριπτομένου ως αβασίμου του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-1-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Τ. ΑΒΕΤΕ" για αναίρεση της 1771/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 31 Δεκεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ