Legislator Case Law & Legislation
1827/2011 AI generated

1827/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1827/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1827/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, για το παραδεκτό του προβαλλομένου ισχυρισμού ο διάδικος, με την επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων, πρέπει να επικαλείται και τα περιστατικά της έλλειψης γνώσης και την αδυναμία πληροφόρησής του εγκαίρως, για την ύπαρξη των εγγράφων και το γεγονός ότι ο προβαλλόμενος όψιμα ισχυρισμός στο Εφετείο αποδεικνύεται από έγγραφα ή δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1827 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1827/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. - Β. Χ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Χηνιάδη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. - Λ. Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά της ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 13-10-2006, 10-4-2007 και 24-10-2007 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1512/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1552/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-9-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η αναιρεσίβλητη την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 269 παρ. 2, 527 παρ. 3, 529, 339 και 392 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν, προκύπτει ότι στη δευτεροβάθμια δίκη είναι, κατ' εξαίρεση, παραδεκτή η προβολή για πρώτη φορά πραγματικών ισχυρισμών, που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, αν κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν προτάθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία ή προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα, ή αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή από έγγραφα τα οποία προσκομίζονται για πρώτη φορά στο Εφετείο, δηλαδή κατά την ανέλεγκτη και κυριαρχική κρίση του Δικαστηρίου, με τη συνδρομή της άγνοιας του διαδίκου και της αδυναμίας πληροφόρησής του εγκαίρως για την ύπαρξη των εγγράφων.

Συνεπώς, για το παραδεκτό του προβαλλομένου ισχυρισμού ο διάδικος, με την επίκληση και προσκομιδή των εγγράφων, πρέπει να επικαλείται και τα περιστατικά της έλλειψης γνώσης και την αδυναμία πληροφόρησής του εγκαίρως, για την ύπαρξη των εγγράφων και το γεγονός ότι ο προβαλλόμενος όψιμα ισχυρισμός στο Εφετείο αποδεικνύεται από έγγραφα ή δικαστική ομολογία του αντιδίκου.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 693 του Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 49 του ν. 3994/2011, 1. αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο αιτών οφείλει, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοση της απόφασης η οποία διατάσσει το ασφαλιστικό μέτρο, να ασκήσει αγωγή για την κύρια υπόθεση, εκτός αν το δικαστήριο όρισε κατά την κρίση του μεγαλύτερη προθεσμία για την άσκηση της αγωγής. 2.

Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία της παραγράφου 1 αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών μέσα στην προθεσμία αυτή πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Ο σχετικός ισχυρισμός περί άρσεως του ασφαλιστικού μέτρου δεν μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, γιατί δεν ανήκει στους κανόνες δημοσίας τάξεως κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 562 παρ. 2 περ.

γ' του Κ.Πολ.Δ., αφού οι διατάξεις που τον καθιερώνουν έχουν τεθεί για την εξυπηρέτηση ιδιωτικού συμφέροντος και όχι άλλου ανώτερου κοινωνικού σκοπού. Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα ο αναιρεσείων άσκησε έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1512/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι από 13-10-2006, 10-4-2007 και 24-10-2007 αγωγές που άσκησε η αναιρεσίβλητη εναντίον του, ως διαχειρίστρια της επί της οδού Καρνεάδου αρ. 16 Πολυκατοικίας και βεβαιώθηκε με αυτήν ότι ο αναιρεσείων παραβίασε από πρόθεση το διατακτικό της υπ' αριθμ. 6036/2006 απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, τον υποχρέωσε δε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 300 ευρώ ως χρηματική ποινή και απήγγειλε εις βάρος του προσωπική κράτηση διάρκειας ενός μηνός.

Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του ο αναιρεσείων προέβαλε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, όπως συνομολογεί με τον πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα έλαβε ως βάση την υπ' αριθμ. 6036/2006 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεδομένου ότι η απόφαση αυτή είχε απολέσει την ισχύ της, αφού δεν ασκήθηκε η κύρια αγωγή εντός μηνός από τη δημοσίευσή της.

Το Εφετείο απέρριψε το λόγο αυτό της εφέσεως με την εξής αιτιολογία: Ο εναγόμενος - εκκαλών ισχυρίσθηκε με τον δεύτερο λόγο της εφέσεώς του, ότι η 6036/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών έπαυσε να ισχύει αυτοδικαίως μετά παρέλευση 30 ημερών από τη δημοσίευσή της και επομένως ήταν ανίσχυρη και δεν δημιουργούσε σε βάρος του νομική υποχρέωση συμμορφώσεως προς τα ασφαλιστικά μέτρα που διέταξε, γεγονός που δεν λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δικ., καθώς, παρότι ήταν σε γνώση του εναγομένου τουλάχιστον από 28-9-2006, οπότε του επιδόθηκε, τόσο ακριβές αντίγραφο αποσπάσματος της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων, με επιταγή προς εκτέλεση, όσο και η αγωγή επί της κυρίας υποθέσεως, δεν προτάθηκε ούτε στο στάδιο της ανακοπής εκτελέσεως, που άσκησε ο τελευταίος (κατά της επιταγής προς εκτέλεση αυτής) ούτε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά προτείνεται για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, οπότε είναι προφανές, ότι δεν ανήκει στους οψιγενείς ισχυρισμούς, ενώ δεν ανήκει και σ' εκείνους που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, καθώς δεν αφορά την αμφισβήτηση της συνδρομής διαδικαστικής προϋποθέσεως, αλλά αναφέρεται στην εφαρμογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου δημοσίας τάξεως, τα θεμελιωτικά περιστατικά του οποίου πρέπει να προταθούν νόμιμα από τον ενδιαφερόμενο διάδικο, ώστε να ερευνηθούν ακολούθως.

Με βάση δε τις παραδοχές απέρριψε τον ως άνω λόγο της εφέσεως ως απαράδεκτο. Στη συνέχεια με επάλληλη σκέψη το Εφετείο έκρινε ότι ακόμη και στην περίπτωση που η ως άνω απόφαση είχε χάσει την ισχύ της, γεγονός που δεν αποδέχεται, αφού ναι μεν εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι η 6036/2006 απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν ασκήθηκε εντός της οριζόμενης από το άρθρο 693 Κ.Πολ.Δ.

προθεσμίας των 30 ημερών από τη δημοσίευση της τελευταίας που έλαβε χώρα την 1-8-2006, αλλά αργότερα μετά την πάροδο πενήντα οκτώ (58) ημερών, στην πραγματικότητα όμως έχει ασκηθεί εμπροθέσμως, αφού κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής μεσολάβησε το χρονικό διάστημα από 1η μέχρι 31 Αυγούστου, το οποίο δεν υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 147 του Κ.Πολ.Δ., για τους λόγους που αναλυτικά εκθέτει.

Με τους, πρώτο και δεύτερο, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αληθώς από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ερμηνεύοντας εσφαλμένα τις διατάξεις των άρθρων 693 και 147 του Κ.Πολ.Δ. δεχθέν ότι η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεν απώλεσε την ισχύ της αν και η κύρια αγωγή είχε ασκηθεί εκπροθέσμως.

Οι λόγοι αυτοί είναι αλυσιτελείς, αφού σύμφωνα με τα προαναφερόμενα το Εφετείο απέρριψε τον δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος προεχόντως ως απαράδεκτο, ενώ με επάλληλη αιτιολογία αποφάνθηκε ότι σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Επομένως, εφόσον οι πιο πάνω επάλληλες αιτιολογίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία από αυτές το διατακτικό της απόφασης και εφόσον με κάποιο λόγο αναιρέσεως δεν πλήττεται αποτελεσματικώς η κύρια ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόρριψη του ως άνω λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος ως απαραδέκτου, οι λόγοι αυτοί με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις για την επικουρική αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελείς.

Εξάλλου, ο προβαλλόμενος, από τον αναιρεσείοντα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρισμός ότι ο λόγος αυτός, που αφορά αιτιάσεις κατά της ως άνω επάλληλης αιτιολογίας του Εφετείου, εδράζεται στο άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, αφού αυτός δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που μπορούν να προταθούν για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επειδή ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε νομίμως προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β', 453 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.

Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης. Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου το αποδεικτικό μέσο προσκομίστηκε, καθώς και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα κατέληξε στην απόρριψη του λόγου της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο επανέφερε προς κρίση ενώπιόν του, τον ισχυρισμό του περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης για την άσκηση των ένδικων αγωγών, γιατί δεν έλαβε υπόψη του τα επικληθέντα και προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα ήτοι, αντίγραφο της με αριθμό ... πράξης συστάσεως του Κανονισμού Πολυκατοικίας, τα από 15-5-2006 δύο σημειώματα της αναιρεσίβλητης προς το Μονομελές Πρωτοδικείο που εξέδωσε την 6036/2006 απόφαση, τις έγγραφες δηλώσεις των συνιδιοκτητών Μ. Κ., Μ. Μ., Ε. Μ., Δ. Κ., Δ. Τ., Π. Σ., Α. Β., Ά. Γ. και Π. Λ. και τέλος τα από 30-5-2007 και 6-11-2007 αντίγραφα εξωδίκων δηλώσεων και διαμαρτυριών των συνιδιοκτητών της πολυκατοικίας. Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο προκειμένου να καταλήξει στην απόρριψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης, έλαβε υπόψη όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα στα οποία χωρίς αμφιβολία, περιλαμβάνονται και τα παραπάνω. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-9-2010 αίτηση για αναίρεση της 1552/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 6η Δεκεμβρίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ