Legislator Case Law & Legislation
1827/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal rejecting bank's claim that union's eight-year silence was abuse of right.

Case Number 1827/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the General Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's decision to reject the union's claim for unpaid benefits. The bank argued that the union's eight-year silence constituted an abuse of right under Article 281 of the Civil Code, but the court held that mere inaction without specific circumstances creating a reasonable belief that the right would never be exercised is insufficient. Consequently, the court found the bank's appeal inadmissible and ordered it to pay the union's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Article 281 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Mere prolonged inaction by the right holder does not constitute an abuse of right unless it created a reasonable belief in the debtor that the right would not be exercised, combined with specific circumstances justifying the subsequent claim.

Keywords

AI generated
abuse of right Civil Code Article 281 prolonged inaction reasonable belief good faith principles legal costs appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 281 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1827 / 2008 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1827/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε",που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Σαραντόπουλος με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Επαγγελματικού Σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΓΤΕ)>>, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Αναστάσιος Πετρόπουλος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27.01.2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1274/2006 του ίδιου δικαστηρίου και 1546/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18.06.2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 17.09.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την έννοια του άρθρ. 281 του ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησε στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς συνέπειες για τον οφειλέτη, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρ. 281 του Α.Κ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της ως άνω καταστάσεως δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική κατάσταση της επιχείρησής του αλλ' αρκεί να έχει απλώς δυσμενές συνέπειες στη συμπεριφορά του.

Περαιτέρω, όταν η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, καθένα από τα περιστατικά αυτά αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρ. 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, επί πλέον δε η ανεπάρκεια ή ασάφεια των αιτιολογιών του δικαστηρίου της ουσίας ως προς ένα εκ των πιο πάνω περιστατικών, εάν τα υπόλοιπα δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση και ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρ. 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης.

Ακόμη, κατά το άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικές ενασχόλησης, όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες έννοιες ή για να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον κανόνα αυτό.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά αναφορικά με την εκ του άρθρ. 281 του ΑΚ ένσταση κατά της δια της αγωγής ασκουμένης αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου: Με τον όρο 10 της 26-5-1997 επιχειρησιακής ΣΣΕ, που συνήφθη μεταξύ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Γενική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." και του αναιρεσίβλητου επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Σύλλογος Υπαλλήλων Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος (ΣΥΓΤΕ)", η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να αποσπάσει ένα βοηθητικό υπάλληλό της για να απασχολείται στα γραφεία του Συλλόγου με βοηθητικές εργασίες, ο μισθός του οποίου θα καταβαλλόταν από την Τράπεζα.

Στη συνέχεια, λόγω της παρατηρούμενης καθυστέρησης στην απόσπαση του υπαλλήλου και κατόπιν σχετικού αιτήματος που υπέβαλε ο Σύλλογος που αποδέχθηκε το Δ.Σ. της Τράπεζας κατά τη συνεδρίαση της 13-10-1997, τροποποιήθηκε η παραπάνω συμφωνία και ορίσθηκε ότι αντί της απόσπασης του υπαλλήλου η τελευταία υποχρεούται να καταβάλλει στο αναιρεσίβλητο σωματείο το ποσό των 180.000 δρχ.

μηνιαίως, ή 528,24 ΕΥΡΩ, εντόκως από 1-1-1997. Η αναιρεσείουσα όμως ουδέποτε κατέβαλε το ανωτέρω οφειλόμενο κατά τα συμφωνηθέντα ποσό στον αναιρεσίβλητο Σύλλογο (ο οποίος προσέλαβε και απασχολεί για τις ανάγκες του και μισθοδοτεί την υπάλληλο ...), με αποτέλεσμα να οφείλει σε αυτόν για το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2005 το συνολικό ποσό των 51.767,52 ΕΥΡΩ (528,24 ΕΥΡΩ επί 98 μήνες), που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής.

Η αναιρεσείουσα ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, πλην άλλων, προτείνοντας παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος και κατά την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης αυτού, για την καταβολή του εν λόγω ποσού, την οποία και επανέφερε νόμιμα στο εφετείο, που επελήφθη κατόπιν εφέσεώς της κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που είχε δεχθεί την αγωγή.

Ειδικότερα, ισχυρίσθηκε ότι α) ουδέποτε υπήρξε υλοποίηση της υποτιθέμενης συμφωνίας με μέριμνα των αρμοδίων οργάνων της Τράπεζας, όπως πρόβλεπε το οικείο πρακτικό του ΔΣ αυτής, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή όχληση του σωματείου, β) ουδέποτε κατεβλήθη έστω και μια μηνιαία παροχή του ποσού των 528,24 ΕΥΡΩ και γ) ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε διαμαρτυρία του Συλλόγου προφορική ή έγγραφη, για τη μη καταβολή του ανωτέρω ποσού επί οκτώ συνεχή έτη (1997 - 2005) ούτε ετέθη σχετικό θέμα με τα αιτήματα κάθε φορά της εκάστοτε επιχειρησιακής ΣΣΕ ούτε και με την ίδια επιχειρησιακή ΣΣΕ των εν λόγω ετών.

Το Εφετείο δέχθηκε ότι η επί οκτώ συνεχή έτη μη υλοποίηση εκ μέρους της Τράπεζας της συμφωνίας περί καταβολής του ποσού των 180.000 δρχ. μηνιαίως, χωρίς να υπάρξει διαμαρτυρία εκ μέρους του αναιρεσίβλητου σωματείου, δεν καθιστά καταχρηστική την ένδικη αξίωση, αφού μάλιστα μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου χωρίς να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, δεν αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση για να καταστήσει τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει ή δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, ακολούθως δε απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένσταση καταχρήσεως.

Με την κρίση αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τη διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ και δη τα διδάγματα της κοινής πείρας που αφορούν την ερμηνεία του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αφού πράγματι με τις παραδοχές του, οι οποίες δεν ενέχουν παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η άσκηση της αξιώσεως του ενάγοντος σωματείου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Διέλαβε δε το Εφετείο σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για την κρίση του αυτή ως προς όλα τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της ενστάσεώς της πραγματικά περιστατικά, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή του άρθρ. 281 του ΑΚ. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αρ. 1 και 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους περιεχομένους στο δικόγραφο λόγους αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 728/18-6-2007 αίτηση της "Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." για την αναίρεση της 1546/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ