Legislator Case Law & Legislation
1826/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction error, ruling appeal admissible only if lower court wrongly accepted its own jurisdiction.

Case Number 1826/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Regional Court of Crete's decision to reject the appeal as inadmissible. The appellant argued the Regional Court erred in accepting jurisdiction over a dispute involving the Port Authority of Chania, which should have been reviewed by the Council of State. The court held that an appeal against a decision on jurisdiction is only admissible if the appellate court incorrectly assumed it had substantive jurisdiction, which was not the case here. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the costs of the second respondent.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 b KPolD; Art. 559 no. 5 KPolD: An appeal based on erroneous acceptance of jurisdiction is inadmissible if the appellate court, when reviewing the appeal, correctly determined that the lower court lacked substantive jurisdiction.

Keywords

AI generated
jurisdiction error appeal admissibility substantive jurisdiction administrative court Council of State costs of litigation port authority

Cited Legislation

AI generated
Art. 83 para. 2 and 3 of Law 4790/2021
Art. 568 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 26 of Law 4792/2021
Art. 553 para. 1 b of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 5 of the Code of Civil Procedure
Art. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 106, 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1826 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός1826/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Α. του , κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Βεργανελάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΛΙΜΕΝΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΝΟΜΟΥ ΧΑΝΙΩΝ" που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Χατζάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/12/2015 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 18-11-2019 (αριθ. καταθ. 55/19-11-2019) αίτηση αναίρεσης, η οποία φέρεται για συζήτηση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-3-2022), αυτεπαγγέλτως, κατόπιν της από 27-4-2021 πράξης της Προέδρου του Α1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, Αλτάνας Κοκκοβού, μετά τη ματαίωση της συζήτησης αυτής κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 19-4-2021, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοϊού COVID 19 (άρθρο 83 παρ. 2 και 3 ν. 4790/2021 σε συνδ.

με άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρο 26 ν. 4792/2021), προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 22/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης. Με την απόφαση αυτή, το τελευταίο δικαστήριο, δικάζοντας την από 15-10-2017 έφεση του αναιρεσείοντος, κατά της 73/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, την από 4-12-2015 και με αριθμό κατάθεσης 210/2015 αγωγή του (αναιρεσείοντος) κατά των αναιρεσίβλητων, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της έφεσης ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο, ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο, Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, λόγω μη κλήτευσής του και δέχθηκε τυπικά και απέρριψε στην ουσία της την έφεση, ως προς το δεύτερο εφεσίβλητο, ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, Λιμενικό Ταμείο Χανίων.

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 β ΚΠολΔ προσβλητές με αναίρεση είναι οι οριστικές αποφάσεις που περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο την δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή, σε κάθε βαθμό. Οριστικές δε αποφάσεις είναι εκείνες που δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσες διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και απεκδύουσες έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα (ΟλΑΠ 230/1983, ΑΠ 950/2020, ΑΠ 1670/2014).

Αντίθετα, δεν είναι οριστική η απόφαση, με την οποία κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση, λόγω μη κλήτευσης ή μη νομότυπης κλήτευσης του εφεσίβλητου (ΑΠ 446/2018). Τέτοια, άλλωστε, απόφαση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 309 ΚΠολΔ, κατόπιν αυτεπάγγελτης ενέργειας ή κατόπιν αίτησης του ενδιαφερόμενου διαδίκου, περιεχόμενης σε κλήση για περαιτέρω συζήτηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 1220/2015, ΑΠ 1593/2008). Ενόψει των προεκτεθέντων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του πρώτου αναιρεσίβλητου, Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης, ο οποίος κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο κατά την ανωτέρω δικάσιμο από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ στην παρούσα δίκη, αν και επιδόθηκε στον ίδιο νόμιμα και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για την αναφερόμενη ατην αρχή της παρούσας δικάσιμο (βλ.

τη με αριθμό .../26-5-2021 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Ν. Δ.), πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι, ως προς αυτόν, απλό ομόδικο του δεύτερου αναιρεσίβλητου, η προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, δεν είναι οριστική και συνακόλουθα δεν είναι δεκτική προσβολής με αναίρεση.

Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι δεν προβάλλονται λόγοι αναίρεσης που να συνδέονται με τη διατυπωθείσα ως προς αυτόν πιο πάνω κρίση και μη οριστική διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. Κατά τα λοιπά, η ένδικη αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν τα πολιτικά δικαστήρια, δεχόμενα ότι έχουν δικαιοδοσία, επιλαμβάνονται υπόθεσης, η οποία, κατά το νόμο, δεν ανήκει στη δικαιοδοσία τους, αλλά, με βάση τα πλαίσια που ορίζονται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018), στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 4/2018, ΑΠ 59/2017).

Ο λόγος δε αυτός αναίρεσης, προτείνεται για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 περ. γ ΚΠολΔ, καθόσον η έλλειψη δικαιοδοσίας αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2008, ΑΠ 319/2018, ΑΠ 397/2018). Όταν, όμως, το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΟλΑΠ 4/1992, ΑΠ 652/2018, ΑΠ 741/2017).

Περαιτέρω, στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται στην πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσιών διατάξεις, όπως του άρθρου 1 ΚΠολΔ, δεν είναι ουσιαστικού, αλλά δικονομικού δικαίου.

Τούτο δε, δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, AΠ 1313/2021, ΑΠ 1002/2020, ΑΠ 1529/2017, ΑΠ 1043/2017). Ακολούθως, με το άρθρο 93 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: ''Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά και οργανώνονται με ειδικούς νόμους'', ενώ με το άρθρο 94 ορίζεται ότι, ''1.

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου. 2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει. 3.

Σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας, μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια. 4. Στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και κάθε άλλη αρμοδιότητα διοικητικής φύσης, όπως νόμος ορίζει.

Στις αρμοδιότητες αυτές περιλαμβάνεται και η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει''. Το Σύνταγμα, με τις διατάξεις αυτές, οργανώνει την απονομή της δικαιοσύνης με τη λειτουργία δικαιοδοτικών οργάνων, αντίστοιχων προς τη φύση των αναφυόμενων δικαστικών διαφορών, ως ιδιωτικών ή διοικητικών, κατά τα λοιπά, δε, αναθέτει στον κοινό νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίζει τους κατάλληλους δικονομικούς κανόνες για την εκδίκαση των ιδιωτικών διαφορών από τα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών από το Συμβούλιο της Επικρατείας και τα διοικητικά δικαστήρια, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Εξαίρεση από τον κανόνα της κατανομής της δικαιοδοσίας, ανάλογα με τη φύση της διαφοράς, ως ιδιωτικής ή διοικητικής, επιτρέπεται με τις τασσόμενες στο άρθρο 94 παρ. 3 του Συντάγματος προϋποθέσεις. Εξάλλου, οι λιμένες, οι οποίοι περιλαμβάνονται στα κοινόχρηστα πράγματα, σύμφωνα με το άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα και το άρθρο 22 του ν. 2971/2001, ''Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις'', ανήκουν στη δημόσια κτήση και προορίζονται για την άμεση εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού, ο οποίος συνίσταται στην κοινοχρησία τους, η δε διαχείρισή τους αντιδιαστέλλεται προς την διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου και συνιστά άσκηση δημοσίας εξουσίας.

Στα πλαίσια της διαχείρισης των λιμένων από τη Διοίκηση είναι δυνατόν, σύμφωνα με το βασικό, δημοσίου δικαίου κανόνα του άρθρου 970 του ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 13, 14 και 24 του ν. 2971/2001, να παραχωρούνται επ' αυτών ιδιαίτερα δικαιώματα προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφόσον με την παραχώρηση των ιδιαίτερων αυτών δικαιωμάτων, τα οποία έχουν χαρακτήρα δημόσιου και όχι ιδιωτικού δικαίου, εξακολουθεί να εξυπηρετείται ή, τουλάχιστον, δεν αναιρείται η κοινή χρήση.

Η εν λόγω παραχώρηση ιδιαίτερων δικαιωμάτων επί κοινοχρήστων πραγμάτων, αποβλέπει στην εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος. Και δεν αποκλείεται μεν η επιδίωξη και ταμιευτικού σκοπού, μόνον, όμως, δευτερευόντως και εφόσον δεν αναιρείται ο κατά τα ανωτέρω προέχων σκοπός. Ενόψει των ανωτέρω, πράξεις της Διοίκησης, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες παραχωρείται η συνολική διαχείριση και εκμετάλλευση αυτών, καθώς και εκείνες, με τις οποίες καθορίζεται χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό, οι διαφορές δε που γεννώνται από τις πράξεις αυτές, εφόσον δεν έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΟλΣτΕ 1212/2010, ΟλΣτΕ 2404/2014, ΑΠ 1958/2017).

Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 και 2 του ν. 2971/2001, επιτρέπεται ο φορέας διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα με απόφαση της διοίκησής του, που εγκρίνεται, μετά από σύμφωνη γνώμη του Γ.Ε.Ν. και του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας, να παραχωρεί με αντάλλαγμα και για ορισμένο χρονικό διάστημα, τη χρήση χώρων που βρίσκονται μέσα στη ζώνη λιμένα.

Όταν πρόκειται για παραχωρήσεις σε ζώνες λιμένων των οποίων οι μελέτες επιβλέπονται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων (εθνικής ή μείζονος σημασίας κ.λ.π.) και συνοδεύονται από έργα, απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων. Για παραχώρηση χώρων της ζώνης λιμένα σε βιομηχανικές μονάδες, εγκαταστάσεις πετρελαιοειδών, μεταλλευτικές, λατομικές επιχειρήσεις και επιχειρήσεις βιομηχανικών ορυκτών απαιτείται και σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Ανάπτυξης.

Στην απόφαση παραχώρησης καθορίζεται το αντάλλαγμα για τη χρήση των ανωτέρω χώρων, καθώς και οι λοιποί όροι της παραχώρησης. Για παραχωρήσεις απλής χρήσης των χώρων της χερσαίας ζώνης λιμένα χρονικής διάρκειας μικρότερης των τριών ετών που δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε έργο μόνιμης ή προσωρινής φύσης, δεν απαιτούνται οι γνώμες του Υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας και του Γ.Ε.Ν., αλλά μόνο απόφαση του αρμόδιου φορέα διοίκησης και εκμετάλλευσης λιμένα, η οποία εγκρίνεται από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας (ΑΠ 1958/2017).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι τα πολιτικά δικαστήρια, όταν κρίνουν ιδιωτικές διαφορές που υπάγονται σ' αυτά, μπορούν να εξετάσουν παρεμπιπτόντως το κύρος και τη νομιμότητα των πράξεων των οργάνων της διοίκησης ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί από το νόμο και δεν έχει εκδοθεί περί του κύρους αυτών απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία και δεσμεύει τα πολιτικά δικαστήρια.

Η έρευνα αυτή των πολιτικών δικαστηρίων περιορίζεται στο αν τα ως άνω όργανα ενήργησαν κατά τους διαγραφόμενους από το νόμο όρους και τύπους, μέσα στα πλαίσια της εξουσίας τους, χωρίς να μπορούν να ελέγξουν και την ουσιαστική κρίση αυτών, ως προς την ύπαρξη ή μη των πραγματικών προϋποθέσεων. Ειδικότερα, το πολιτικό δικαστήριο όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κλπ, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο ενάγων, ήδη αναιρεσείων, με την από 4-12-2015 αγωγή του, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, ισχυρίστηκε, ότι ο ίδιος αναδείχθηκε πλειοδότης σε δημοπρασία που διενήργησε το δεύτερο εναγόµενο (ΝΠΔΔ με την επωνυμία, "Λιμενικό Ταμείο Νομού Χανίων"), ήδη δεύτερο αναιρεσίβλητο, στις 10 Ιουνίου 2015, µε αντικείµενο την παραχώρηση της χρήσης και την εκμετάλλευση χώρων αιγιαλού στη ζώνη λιμένος Μαραθίου Χανίων.

Ότι µε απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής του δεύτερου εναγοµένου, που εγκρίθηκε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Κρήτης, µε απόφαση του Γενικού της Γραμματέα (πρώτου εναγομένου -πρώτου αναιρεσίβλητου), του παραχωρήθηκαν οι αναφερόμενοι δύο δηµοπρατηθέντες χώροι, πλην, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες, που ήταν απαραίτητες για να του δοθεί η άδεια χρήσης τους.

Ότι καθ' υπέρβαση των από το νόμο τιθέµενων προθεσµιών, κλήθηκε από το δεύτερο εναγόµενο, στις 13 Αυγούστου 2015, να υπογράψει τη σύμβαση, πλην, όµως, λόγω του ότι απ? την ηµεροµηνία αυτή μέχρι τη λήξη της κολυµβητικής περιόδου μεσολαβούσε μικρό χρονικό διάστηµα, είχαν δε ήδη επιβληθεί περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, δια του τραπεζικού συστήµατος, δεν ήταν δυνατό να καταβάλλει το αντάλλαγμα για τον ένα εκ των παραχωρηθέντων χώρων.

Ότι για το λόγο αυτό υπέβαλε έγγραφο αίτημα στο δεύτερο εναγόμενο, µε το οποίο ζήτησε, ''την αποδέσµευσή του από την υποχρέωση παραλαβής'' του ενός τμήματος της λιμενικής ζώνης. Ότι η Λιμενική Επιτροπή µε τη με αριθμό 279/2015 απόφασή της (που εγκρίθηκε από τον πρώτο εναγόµενο µε τη με αριθμό 11001/3-9-2015 απόφασή του), δεν έκανε δεκτό το αίτηµά του και τον κήρυξε έκπτωτο από το χώρο αυτό, διέταξε την κατάπτωση της ήδη καταβληθείσας από τον ίδιο εγγύησης και του καταλόγισε τη διαφορά μεταξύ του ανταλλάγµατος που αυτός θα κατέβαλε και του μικρότερου καταβαλλόμενου από το δεύτερο πλειοδότη.

Ότι κακώς κηρύχθηκε έκπτωτος και του καταλογίστηκαν τα ανωτέρω ποσά, καθόσον, α) η µη προσέλευσή του προς κατάρτιση της σύμβασης οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη ο ίδιος, αλλά το αντίδικό του, β) λόγω της καθυστέρησης στην κατάρτιση της σύμβασης επήλθε απρόβλεπτη µεταβολή στα δεδοµένα, µε βάση τα οποία υπολόγισε το προσφερθέν από αυτόν κατά τη δημοπρασία ποσό και γ) εσφαλμένα θεώρησε το αρμόδιο όργανο του δεύτερου εφεσιβλήτου - εναγοµένου, ότι η µεταβολή των συνθηκών εντασσόταν στα όρια του κινδύνου της επιχειρηµατικότητάς του και τέλος, ότι για τους λόγους αυτούς οι προαναφερθείσες αποφάσεις των εναγομένων, είναι μη νόμιμες και για το λόγο αυτό άκυρες.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα των πιο πάνω αποφάσεων, της Λιμενικής Επιτροπής του πρώτου εναγομένου και της εγκριτικής αυτής απόφασης, του δεύτερου εναγομένου, Γενικού Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, με τη με αριθμό 73/2017 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αφού έκρινε ότι οι εν λόγω αποφάσεις των οποίων ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας, εκδοθείσες κατ' εφαρμογή της νομοθεσίας περί αιγιαλού και παραλίας (ν. 2791/2001 και βδ/τος της 14/19-1-1939, περί Λιμενικών Ταμείων), αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες προσβάλλονται με προσφυγή ενώπιον του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και σε κάθε περίπτωση, με αίτηση ακύρωσης, ενώπιον του ΣτΕ.

Κατά της απόφασης αυτής, ο ενάγων άσκησε την από 15-10-2017 έφεσή του, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, παραπονούμενος, με το δεύτερο λόγο αυτής, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι αρμόδιο να επιληφθεί της ένδικης διαφοράς ήταν το διοικητικό δικαστήριο, διότι η ένδικη αξίωσή του ανέκυψε στα πλαίσια ιδιωτικής διαφοράς και συγκεκριμένα από την υλοποίηση μισθωτικής σύμβασης, μεταξύ του Δημοσίου ως εκμισθωτή και του ίδιου, που είναι ιδιώτης, ως μισθωτή, με μίσθιο, τμήμα του αιγιαλού, που δεν αποτελεί οριοθετημένο χώρο περιοχής λιμένα.

Το Τριμελές Εφετείο Κρήτης, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που αφορούσε το δεύτερο εναγόμενο, Λιμενικό Ταμείο Νομού Χανίων (που ενδιαφέρει εν προκειμένω, μετά την απόρριψη της αναίρεσης ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο), ως ουσιαστικά αβάσιμη, αφού δέχθηκε τα εξής: ''Με αυτό το περιεχόµενο έχουσα η αγωγή, δεν ενέπιπτε στη δικαιοδοσία του πρωτοβάθµιου δικαστηρίου προς εκδίκαση.

Και τούτο διότι το αντικείμενό της ανάγεται αποκλειστικά στη διακρίβωση ή µη της νομιμότητας της επικαλούμενης απόφασης του οργάνου (Λιμενικής Επιτροπής) του δεύτερου εναγοµένου Λιμενικού Ταμείου Νομού Χανίων, σε ό,τι αφορά διαφορά προερχόμενη από την παραχώρηση της χρήσης του κοινόχρηστου χώρου της χερσαίας ζώνης του λιμένος Μαραθίου Νομού Χανίων, που συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία προσβάλλεται µε αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συµβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα και µε όσα αναπτύχθηκαν στις υπό Ι και Π σκέψεις της παρούσας.

Ο περιλαμβανόµενος στην κρινόµενη έφεση ισχυρισμός του εκκαλούντος, ότι πρόκειται περί ιδιωτικής διαφοράς, υπαγόµενης µάλιστα στις διατάξεις του π.δ. 24/1995, ως μίσθωση ακινήτου του Δημοσίου, µη ευρισκόµενου εντός των οριοθετηµένων περιοχών λιμένος, είναι αβάσιµος. Και τούτο διότι ο επίδικος χώρος είναι κοινόχρηστος, ως τµήµα αιγιαλού, που έχει εξομοιωθεί µε χερσαία λιµενική ζώνη (βλ.

την υπ' αριθ. 35645/1970 απόφαση του Υπουργού Οικονοµικών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Δ 249/26-10-1970, µε την οποία καθορίστηκαν οι οριογραµµές αιγιαλού και παραλίας στην επίµαχη περιοχή και το υπ' αριθ. 273/2000 πρακτικό απόφασης της 17ης Συνεδρίασης της 24ης Νοεμβρίου 2000 της Λιμενικής Επιτροπής του Λιμενικού Ταμείου Χανίων, µε την οποία εγκρίθηκε η εξομοίωση τµήµατος αιγιαλού µε χερσαία λιμενική ζώνη), ώστε η διαχείριση και εκμετάλλευσή του δεν σηµαίνει διαχείριση ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου (οπότε θα μπορούσε να γίνει λόγος για ιδιωτική διαφορά, για την επίλυση της οποίας αρµόδια θα ήταν τα πολιτικά δικαστήρια), αλλά συνεπάγεται την ενέργεια του εφεσιβλήτου - εναγομένου ως δημόσιου οργάνου, που αποβλέπει στην εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος.

Εξάλλου, σύμφωνα µε όσα στην υπό

ΙΙ σκέψη αναπτύχθηκαν, ούτε και αντικείµενο αναγνωριστικής κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ αγωγής ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου µπορεί να είναι η ακυρότητα της επίµαχης απόφασης, ούτε και µπορεί παρεμπιπτόντως να εξεταστεί το κύρος της επίµαχης διοικητικής πράξης, καθώς -σύμφωνα µε όσα εκτίθενται στην αγωγή- κρίσιμη είναι η ίδια η νοµιµότητά της και όχι η τυχόν προσβολή ιδιωτικών δικαιωμάτων του ενάγοντος από την εκτέλεσή της.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που µε την εκκαλουµένη απόφασή του µε την ίδια (κυρίως) αιτιολογία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόµο και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόµενης έφεσης (που αφορά το δεύτερο εφεσίβλητο - εναγόμενο) πρέπει ως αβάσιµος να απορριφθεί''.

Δέχθηκε δηλαδή, το Εφετείο, ότι η απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής του δεύτερου εναγομένου Λιμενικού Ταμείου Χανίων, η οποία κήρυξε έκπτωτο τον ενάγοντα - αναιρεσείοντα από τον παραχωρηθέντα σ' αυτόν, κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού, χώρο της χερσαίας ζώνης λιμένα Μαραθίου Ακρωτηρίου νομού Χανίων, διέταξε την κατάπτωση της καταβληθείσας από αυτόν εγγύησης και του καταλόγισε τη διαφορά μεταξύ του ανταλλάγματος που αυτός θα κατέβαλε και του μικρότερου καταβαλλόμενου ποσού από το δεύτερο πλειοδότη, της οποίας ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας με την ένδικη αγωγή, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, υπαγόμενη στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας και όχι στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Ο αναιρεσείων με αμφότερους τους λόγους αναίρεσης, προσβάλλει την κρίση του Εφετείου, ότι το πολιτικό δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, για το λόγο ότι η πράξη της οποίας ζητείται η ακύρωση αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, υπαγόμενη στον ακυρωτικό έλεγχο του ΣτΕ, με τις αιτιάσεις ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, όσον αφορά τη νομιμότητα του χαρακτηρισμού του παραχωρηθέντος σ' αυτόν χώρου, ως χώρου χερσαίας ζώνης λιμένα και τη νομιμότητα της διαδικασίας, για την παραχώρηση δικαιωμάτων χρήσης επ' αυτού.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, διατυπώνει τις αιτιάσεις ότι, το Εφετείο δεχόμενο ότι υπήρξε νόμιμη διαδικασία παραχώρησης επ' ανταλλάγματι τμήματος χερσαίας ζώνης Λιμένος, με πλειοδοτικό διαγωνισμό και αντιμετωπίζοντας το ζήτημα της εγκατάστασης του ίδιου στο ένδικο τμήμα του αιγιαλού στο πλαίσιο του διαγωνισμού αυτού, παραβίασε τις διατάξεις του πδ/τος 192/2006, με βάση το οποίο οι αρμοδιότητες του Λιμενικού Ταμείου Χανίων (δεύτερου αναιρεσίβλητου), που αφορούν το Δήμο Χανίων μετα-φέρθηκαν στο Δημοτικό Λιμενικό Ταμείο Χανίων και ακολούθως αφού δέχθηκε ότι, το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Λιμενικό Ταμείο Χανίων διενήργησε νόμιμα το διαγωνισμό προσωρινής παραχώρησης επ' ανταλλάγματι του τμήματος της χερσαίας ζώνης λιμένος, δέχθηκε εσφαλμένα ότι οι διαφορές που σχετίζονται με το συγκεκριμένο διαγωνισμό ήταν αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων και όχι των πολιτικών δικαστηρίων, παρά το γεγονός ότι, υπό τη δική του εκδοχή, δεν υπήρξε υπήρξε νόμιμη παραχώρηση, αλλά απλή αυθαίρετη κατάληψη κοινόχρηστου πράγματος, που συνιστά ιδιωτική διαφορά, για την οποία έπρεπε να ακολουθηθεί η διαδικασία ενώπιον των αρμόδιων πολιτικών δικαστηρίων (πρωτόκολλο αποβολής, ανακοπή κλπ).

Επίσης, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με τις παραδοχές της, ότι νομίμως καθορίστηκε η χερσαία ζώνη λιμένος στην περιοχή Μαραθίου Ακρωτηρίου Χανίων, με την υπ' αριθ. 273/2000 απόφαση του ΔΣ του Λιμενικού Ταμείου Χανίων, παραβίασε τις διατάξεις του ΑΝ 2344/1940, όπως αυτός ίσχυε το έτος 2000, σύμφωνα με τις οποίες, μετά την κατάργηση της Επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 17 του νόμου αυτού, που ήταν αρμόδια για τον καθορισμό της χερσαίας ζώνης λιμένος, ο καθορισμός αυτός γινόταν με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας και όχι με απόφαση του ΔΣ του τοπικού Λιμενικού Ταμείου, όπως εν προκειμένω, με συνέπεια με βάση τις παραδοχές αυτές να δεχθεί εσφαλμένα τη νομιμότητα της διαδικασίας παραχώρησης με αντάλλαγμα χώρου της χερσαίας ζώνης λιμένος και αναρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων να δικάσουν την ένδικη διαφορά, λόγω του χαρακτήρα της, ως διοικητικής.

Με βάση δε τις αιτιάσεις αυτές, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση, πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Οι λόγοι, όμως, αυτοί, όπως προβάλλονται είναι απαράδεκτοι, καθόσον το επικαλούμενο σφάλμα με αμφότερους τους λόγους της αίτησης αναίρεσης, αφορά την αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας, με την κρίση του Εφετείου ότι δεν υπήρχε δικαιοδοσία του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής.

Δηλαδή πράγματι ο αναιρεσείων επικαλείται παραβίαση διατάξεων δικονομικού δικαίου, αναφορικά με τη δικαιοδοσία, την οποία, όμως, στηρίζει στην εσφαλμένη κατά τη δική του εκδοχή, παρεμπίπτουσα κρίση του δικαστηρίου, σχετική με την ερμηνεία ή εφαρμογή των πιο πάνω αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με βάση τους οποίους ρυθμίζεται το ζήτημα της νομιμότητας της διαδικασίας παραχώρησης με αντάλλαγμα, χώρου της χερσαίας ζώνης λιμένος και την επίλυση των από αυτή διαφορών από τα διοικητικά δικαστήρια.

Η παράβαση, όμως, κανόνων δικονομικού δικαίου, δεν μπορεί να προσβληθεί με την από το άρθρο 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου οι άνω λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι οι ίδιοι λόγοι είναι και αλυσιτελείς, καθόσον ανεξάρτητα από το αν οι επικαλούμενες αιτιάσεις, όπως παρατέθηκαν, θεμελιώνουν λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αποδιδόμενες με αυτούς πλημμέλειες, δεν επιδρούν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζεται στην απόρριψη της αγωγής για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για την ακύρωση της ένδικης διοικητικής πράξης, αφού σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν παρέχεται δυνατότητα ακύρωσης της εν λόγω πράξης, στα πολιτικά δικαστήρια, ούτε στα πλαίσια του παρεμπίπτοντος ελέγχου σχετικά με την εγκυρότητά της, ενόψει του ότι ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κλπ, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Σε κάθε δε περίπτωση, οι ίδιοι λόγοι, εκτιμώμενοι αμφότεροι ως από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, καθώς πράγματι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαράδεκτης της αγωγής, για έλλειψη δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου πολιτικού δικαστηρίου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, οι πράξεις της Διοίκησης, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, στα οποία περιλαμβάνονται και οι λιμένες, όπως εν προκειμένω, καθώς και εκείνες, με τις οποίες καθορίζεται χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ' ενάσκηση δημόσιας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό, οι διαφορές δε που γεννώνται από τις πράξεις αυτές, εφόσον δεν έχουν υπαχθεί στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Συνεπώς και η άνω απόφαση της Λιμενικής Επιτροπής του δεύτερου αναιρεσίβλητου, της οποίας διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας, εκδοθείσα στα πλαίσια διαδικασίας παραχώρησης από το δεύτερο αναιρεσίβλητο, Λιμενικό Ταμείο Χανίων προς τον αναιρεσείοντα (ιδιώτη), ιδιαίτερων δικαιωμάτων επί χερσαίας ζώνης λιμένος, αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη, υπαγόμενη στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, όπως ορθά κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, κατά την οποία, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ' ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47, συνάγεται, ότι ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος δημιουργείται μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας αναφερόμενο σε παραδοχή της καθ' ύλην αρμοδιότητας ή αναρμοδιότητας αυτού του ίδιου.

Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο έφεσης που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ' ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 30/1995, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 527/2018, ΑΠ 1816/2008).

Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο μέρος του, από το αρθρ. 559 αρ. 5 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν αναρμόδιο (καθύλην) να δικάσει την ένδικη διαφορά, είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν δέχθηκε καθ' ύλην αναρμοδιότητα του ίδιου για την εκδίκαση της έφεσης, οπότε και ιδρύεται ο άνω λόγος, αντίθετα ερευνώντας την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχθηκε έλλειψη δικαιοδοσίας του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου δεύτερου αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 106, 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

Δικαστικά έξοδα όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο, δεν επιδικάζονται, διότι ελλείπει σχετικό αίτημα, λόγω της ερημοδικίας του αναιρεσίβλητου αυτού.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2019 (αριθμ. καταθ. 55/19-11-2019) αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 22/2019 τελεσίδικης απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης, στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του δεύτερου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ