Legislator Case Law & Legislation
1826/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on will interpretation, ruling factual evaluation errors are not grounds for retrial.

Case Number 1826/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for retrial against the Third-Instance Court of Patras. The appellant argued the lower court misinterpreted a public will, but the court held that interpreting a will requires finding the testator's true intent rather than applying contract-based criteria. The court determined that the lower court correctly read the document but evaluated the facts differently, which falls outside the scope of appellate review for factual errors.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code; Article 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of a will's content is inadmissible if the lower court correctly read the document but reached a different factual conclusion based on that reading.

Keywords

AI generated
will interpretation appellate review factual evaluation code of civil procedure retrial grounds testator intent document distortion

Cited Legislation

AI generated
Articles 173 and 1781 et seq. of the Civil Code
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1826 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1826/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Δ. του Ν., συζ. Μ. Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Σιάμο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Μ. Δ. του Ν., συζ. Φ. Λ., κατοίκου ..., 2)Β. Ζ. του Π., ατομικά και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου του Ν. Ζ., 3)Π. Ζ. του Β., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά η 1η και δια οι 2ος 3ος της πληρεξούσιας δικηγόρου Αγγελικής Λιακοπούλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/1/2004 αγωγή της ήδη 1ης των αναιρεσιβλήτων και της Ε. Δ., αρχικώς ενάγουσας η οποία απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τους 2ο και 3ο των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2005 του ιδίου Δικαστηρίου και 967/2007 του Εφετείου Πατρών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 15/1/2008 αίτησή της.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1243/2013 αναιρετική απόφαση του Αρείου Πάγου, που παρέπεμψε προς περαιτέρω εκδίκαση την υπόθεση. Με την από 9-12-2013 κλήση τους οι αναιρεσίβλητοι επανέφεραν προς συζήτηση την υπόθεση ενώπιον του Εφετείου Πατρών.

Εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 18/2015 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-6-2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 3-1-2017 έκθεσή του , με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ προκύπτει ότι, κατά την ερμηνεία της διαθήκης, αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 του ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται σε συμβάσεις και όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες.

Σκοπείται, δηλαδή, η ανεύρεση της υποκειμενικής άποψης του διαθέτη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά την συναλλακτική καλή πίστη. Προσφυγή σε ερμηνεία της διαθήκης συγχωρείται μόνο εάν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, κενό ή ασάφεια στο περιεχόμενο της διαθήκης, ήτοι ότι δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό.

Τόσο η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δήλωση του διαθέτη, όσο και η μετά τη διαπίστωση αυτή κρίση για την αληθινή βούληση του διαθέτη, ως κρίσεις αναγόμενες σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκεινται, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο τον Αρείου Πάγου. Αντίθετα, ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραβίαση των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρότι αμέσως ή εμμέσως διαπίστωσε κενό ή ασάφεια στη διαθήκη, δεν προσέφυγε σε ερμηνεία της, ή, αν και προσέφυγε σε ερμηνεία της, δεν αναζήτησε, ακόμη και λαμβάνοντας στοιχεία εκτός της διαθήκης, την αληθινή βούληση του διαθέτη, κατά την υποκειμενική του άποψη, αλλά ερμήνευσε τη βούληση του διαθέτη όπως αντικειμενικά, κατά την συναλλακτική καλή πίστη, την εκλαμβάνουν οι τρίτοι (ΑΠ 96/2010).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Οι παραπάνω από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι είναι δυνατόν να φέρονται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττουν την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε οι λόγοι αναίρεσης θα απορριφθούν ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ διότι πλήττουν την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 160/2014).

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, όπως συνάγεται από τον συνδυασμό της διάταξης αυτής προς τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 4 και 581 παρ.2 του ιδίου άρθρου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, δηλαδή δεν ακολούθησε, όσον αφορά το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση την λύση που δόθηκε από τον ‘ Αρειο Πάγο.

Το νομικό ζήτημα μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 682/2014, ΑΠ 201/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 967/2007 απόφαση του Εφετείου Πατρών με την υπ’ αριθ. 1243/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διότι, όπως προέκυπτε από τις σχετικές με την δημόσια διαθήκη του Ν.

Δ. παραδοχές της αναιρεθείσας απόφασης και ειδικότερα από την παράθεση επιχειρημάτων και τη χρησιμοποίηση στοιχείων έξω από τη διαθήκη, όπως οι δηλώσεις αποδοχής κληρονομίας για τη στήριξη της κρίσης ότι ο ανωτέρω διαθέτης, από το μείζον ακίνητο των 4.276 τ.μ., διέθεσε μόνον διακεκριμένο τμήμα 600 τ.μ., στο οποίο βρισκόταν η οικία του, το Εφετείο δέχθηκε εμμέσως αλλά σαφώς την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη αναφορικά με την ταυτότητα του ακινήτου "οικία με την περιοχή της" που κατέλιπε στην αναιρεσείουσα και παρόλα αυτά δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 173 και 1781 επ.

του ΑΚ για την αναζήτηση της αληθινής βούλησης του διαθέτη ως προς τον κρίσιμο όρο "περιοχή της οικίας" κατά την υποκειμενική του άποψη, χωρίς να ερευνάται η αντικειμενική έννοια, υπό την οποία θα αντιλαμβάνονταν τη βούλησή του οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, κατά παραδοχή ως βασίμου σχετικού από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προταθέντος αναιρετικού λόγου.

Όπως δε προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, στο οποίο παραπέμφθηκε μετ’ αναίρεση η υπόθεση, μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: ".....Ο πατέρας των διαδίκων Ν.

Δ. που απεβίωσε στις 7-4-1976, ήταν, όπως συνομολογείται , κύριος ενός ακινήτου έκτασης 4.276 τ.μ. , που βρίσκεται στη θέση "..." του χωρίου ... και συνορεύει γύρωθεν με πρώην ιδιοκτησία Α. Δ., κοινοτική οδό, πρώην ιδιοκτησία Ε. Δ. και Π. Δ. και άλλο ακίνητο των διαδίκων. Στο ανατολικό τμήμα του ακινήτου, προς την κοινοτική οδό, ο Ν.

Δ. είχε κατασκευάσει οικία και τμήμα αυτής διεχώρισε με φράκτη. Το τμήμα αυτό ανήρχετο σε 600 τ.μ. Ο ίδιος διετύπωσε την τελευταία του βούληση στην .../2-1-1976 δημόσια διαθήκη ενώπιον του συμβολαιογράφου Ε. Δ. Μ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα 135/2-6-1976 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών.

Στη διαθήκη όρισε, εκτός των άλλων που δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση, και τα εξής: Α) "Ονομάζω και εγκαθιστώ κληρονόμους μου της μετά το θάνατό μου ευρεθησομένης κινητής και ακίνητης περιουσίας μου τα τέκνα μου: 1) Β. Δ., 2) Μ. Δ., 3) Ε. Δ. και τη σύζυγό μου Α. ... Εις την θυγατέρα μου Β. (εναγόμενη) αφήνω το ανατολικό μέρος της οικίας μου της ευρισκομένης εντός του χωρίου ...

και τα δύο δωμάτια μετά της περιοχής της ... Εις την θυγατέρα μου Μ. (πρώτη ενάγουσα) αφήνω : α) εν δωμάτιο εκ της άνω οικίας και δη προς το δυτικόν μέρος ... Εις την θυγατέραν μου Ε. (δεύτερη ενάγουσα) αφήνω α) εν δωμάτιο μετά της κουζίνας εκ της άνω οικίας της κειμένης εντός του χωρίου ... ... Εις την σύζυγόν μου Α. ...

το δικαίωμα οικήσεως εφ’ όρου ζωής της εν τη άνω Σελιανιτίκοις οικίαν μου..." Κατά την αληθή βούληση και ερμηνεία αυτής όπως και μόνο διατυπώνεται με τις ανωτέρω διατάξεις , συνάγεται ότι το ανατολικό μέρος της οικίας μετά της περιοχής αυτού κατέλιπεν στην εναγόμενη . Η ασάφεια του όρου "μετά της περιοχής της" δηλαδή αν αφορά την περιοχή της οικίας ή την περιοχή του ανατολικού μέρους της οικίας, αίρεται διότι ο διαθέτης ομιλεί και περιορίζει την βούληση διαθέσεώς του στο ανατολικό μέρος της οικίας.

Για το υπόλοιπο δυτικό μέρος της οικίας δεν περιέχεται διάταξη στη διαθήκη και συνεπώς γι’ αυτό εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Κληρονόμοι αυτού υπήρξαν οι διάδικοι και η σύζυγός του Α. χήρα Ν. Δ. κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη . Η τελευταία, ενεργώντας για τον εαυτό της και ως επίτροπος των ανηλίκων τότε διαδίκων, δυνάμει της .../1976 νομίμως μεταγραφείσης δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αιγίου Ι.-Ε.

Γ., προέβη σε αποδοχή του επιδίκου-διανεμητέου κατά τα άνω ποσοστά . Επίσης οι διάδικοι και η μητέρα τους προέβησαν σε δήλωση αποδοχής κληρονομίας του πατέρα και συζύγου τους, όσον αφορά το επίδικο, με την νομίμως μεταγραφείσα υπ’ αριθ. .../31-8-1987 πράξη του συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Γ.. Περαιτέρω με το .../25-9-2003 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Πατρών Π.

Α. που νόμιμα μεταγράφηκε η Α. Δ. μεταβίβασε στις ενάγουσες το ποσοστό της από 1/8 εξ αδιαιρέτου σε κάθε μία στο επίδικο. Έτσι οι διάδικοι κατέστησαν συγκύριες αυτού κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου κάθε μία των εναγουσών και 2/8 εξ αδιαιρέτου η εναγομένη....". Με τον πρώτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται η από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δεν συμμορφώθηκε προς την προαναφερόμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και δεν προσέφυγε στους κανόνες των διατάξεων 173 και 1781 επ.

ΑΚ, ερμηνεύοντας αυθαίρετα τη διαθήκη ως προς τον κρίσιμο όρο "περιοχή της οικίας". Όπως όμως προκύπτει από το προπαρατεθέν κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, κατά την επανεξέταση της ένδικης υπόθεσης, δέχθηκε μεν την ύπαρξη ασάφειας και εντεύθεν αμφιβολίας ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη αναφορικά με την ταυτότητα του ακινήτου που κατέλειπε στην αναιρεσείουσα, αλλ’ αναζήτησε την αληθινή βούληση τούτου, χωρίς προσήλωση στις λέξεις ως προς τον κρίσιμο όρο του περιεχομένου της διαθήκης του που αναφέρεται στην "περιοχή της οικίας".

Ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την έφεση και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη η κατά της αναιρεσείουσας αγωγή των αρχικώς εναγουσών αδελφών της περί διανομής του επιδίκου ακινήτου, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 173 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε συνοπτικές μεν, πλήρεις όμως, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τον επαρκή προσδιορισμό του ανατολικού τμήματος της επίδικης οικίας μετά της περιοχής της, που ο δικαιοπάροχος των αρχικώς αντιδίκων αδελφών, πατέρας τους Ν.

Δ., κατέλειπε στην αναιρεσείουσα (εναγομένη), οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τους, κατ’ ορθήν εκτίμηση, αριθμούς 1 (τέταρτος) και 19 (δεύτερος και έβδομος) του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Τέλος, οι τέταρτος και έβδομος λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 έως 120, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται σ` αυτόν: 1) ο συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, 2) οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση και 3) το αποδιδόμενο στο δικαστήριο σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ ΑΠ 32/1996, 27/1998, ΑΠ 495/2010).

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η μομφή ότι "παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και δέχθηκε ότι δήθεν η μητέρα των διαδίκων ήταν συγκύρια επί του επιδίκου κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου...., ενώ αν εφήρμοζε τον προσήκοντα κανόνα δικαίου θα κατέληγε στο σωστό συμπέρασμα ότι εκείνη ουδεμία κυριότητα ή συγκυριότητα είχε επί του επιδίκου".

Εφόσον, όμως, δεν προσδιορίζονται με το αναιρετήριο ποιοι κανόνες ουσιαστικού δικαίου φέρονται να παραβιάσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση και ποιο το αποδιδόμενο στο Εφετείο σφάλμα περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή των κανόνων αυτών, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος. Ο από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 881/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν καθίσταται αναμφίβολο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα, ήτοι: α) το υπ’ αριθ. .../1974 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Α.

Κ. και του συνημμένου τοπογραφικού διαγράμματος, β) την ...-3-2002 έκθεση πραγματογνωμοσύνης μετά του σχετικού τοπογραφικού διαγράμματος του διορισθέντος με την υπ’ αριθ. 417/2001 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών πραγματογνώμονος Ν. Γ., γ) την από 6-4-1998 με αριθ. κατάθεσης .../1998 αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, δ) τις υπ’ αριθ. .../29-10-1976, .../21-12-1976, .../21-12-1976, .../21-12-1976 και .../21-12-1976 πράξεις αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αιγίου Ι.

Γ. και ε) το υπ’ αριθ. .../4-9-1987 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Γ. Γ.. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία η αναιρεσείουσα διατείνεται ότι νομότυπα προσεκόμισε, εφόσον μάλιστα σ’ αυτήν (απόφαση) αναφέρεται αυτολεξεί: ".....και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι...", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης ενός εκάστου των αποδεικτικών τούτων μέσων.

Συνεπώς, ο τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τον αριθμό 11 (όχι και 8) του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 484/ 2011).

Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προβάλλεται η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ’ αριθ. .../1976 δημόσιας διαθήκης του Ν. Δ. του Β. ενώπιον του συμβολαιογράφου Ερινεού Δ. Μ.. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος που ανάγεται στην ανάγνωση της προαναφερόμενης διαθήκης, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνονται στο κείμενό της, αλλά από το περιεχόμενό της, το οποίο σωστά διέγνωσε, εκτίμησε τη διαθήκη διαφορετικά από την αναιρεσείουσα και συνήγαγε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η τελευταία θεωρεί ορθό.

Σημειώνεται ότι οι προτάσεις της αναιρεσείουσας κατετέθησαν εκπροθέσμως, στις 2-10-2017, δηλονότι δυο ημέρες πριν από τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι δε προβαλλόμενοι σ’ αυτές ισχυρισμοί είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι και δεν λαμβάνονται υπόψη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11-6-2015 αίτηση της Β. Δ. του Ν. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 18/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ