Legislator Case Law & Legislation
1826/2016 AI generated

Supreme Court quashes lower court verdict for lack of specific reasoning and legal basis in fraud case.

Case Number 1826/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court granted the appeal against a Lamia court verdict regarding false certification, finding the lower court's reasoning insufficient and contradictory. The appellant argued the judgment failed to address witness testimony and lacked a clear legal basis for the conviction. Consequently, the court set aside the original decision and remanded the case for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 242, 46 of the Penal Code; Articles 93(3) of the Constitution and 139 of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment must provide specific and detailed reasoning; failure to do so, or contradictions between the reasoning and the operative part, constitutes grounds for annulment.

Keywords

AI generated
false certification lack of reasoning legal basis remand for retrial contradictory judgment accomplice liability witness testimony

Cited Legislation

AI generated
Article 242 of the Penal Code
Article 46 of the Penal Code
Article 93(3) of the Constitution
Article 139 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1826 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1826/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 58/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.

Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ. .../15-6-2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του 1ου λόγου αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 14-6-2016 (αριθμ. πρωτ. .../15-6-2016) αίτηση της Σ. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 58/16-2-2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λαμίας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Κατά την έννοια του άρθρου 242 παρ. 1 του Π.Κ., για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που είναι έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτείται: α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13α’ και 263 Α του Π.Κ., αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπο για την σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 γ’ του Π.Κ και δη δημόσιο, κατά την έννοια του άρθρου 438 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή έγγραφο που συντάσσεται από καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο δημόσιο υπάλληλο και έχει πλήρη αποδεικτική δύναμη έναντι όλων για κάθε γεγονός που βεβαιώνεται σ’ αυτό, γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών πραγματικών περιστατικών, τα οποία μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνα που αφορούν στη γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης και δ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και στη θέληση του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 περ. β του ΠΚ με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι για την ύπαρξη άμεσης συνέργειας στην τελούμενη παρ’ άλλου αξιόποινη πράξη απαιτείται παροχή άμεσης συνδρομής από το δράστη στον αυτουργό κατά την τέλεση και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κύριας πράξης και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή, δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που τελέστηκε.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ" αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε, περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή είτε πρόκειται για καταδικαστική είτε για αθωωτική απόφαση, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό, της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά εξ’ αυτών κατ’ επιλογήν.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει και εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι προέκυψαν, στην αληθή έννοια του αλλά και όταν η σχετική διάταξη παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, διότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης με αριθμ. 58/2016 απόφασης, το Τριμελές Εφετείο Λαμίας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχτηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα, που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει (εξετασθέντες μάρτυρες, έγγραφα που αναγνώσθηκαν, πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης και απολογία κατηγορουμένης), αποδείχτηκαν, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : "Η κατηγορούμενη Σ.

Μ. εργαζόταν ως δημοτική υπάλληλος από το έτος 1993 και από το έτος 2005 ορίσθηκε από το δήμαρχο ... υπάλληλος στο τμήμα εξυπηρέτησης αλλοδαπών του Δήμου ... Φθιώτιδας. Καθήκον της ήταν να παραλαμβάνει από την Περιφέρεια Φθιώτιδας και μετέπειτα Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, ασυμπλήρωτα αριθμημένα έντυπα βεβαιώσεων καταθέσεων αιτήσεων για έκδοση αδειών διαμονής αλλοδαπών, τα οποία θα συμπλήρωνε, αφού θα παραλάμβανε αιτήσεις με τα σχετικά δικαιολογητικά των αλλοδαπών και θα τα παρέδιδε σε αυτούς και εν συνεχεία θα παρέδιδε τις αιτήσεις με τα δικαιολογητικά στην άνω Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδας προς έλεγχο, εντός δεκαπέντε ημερών.

Για την παραλαβή και παράδοση των άνω ασυμπλήρωτων αριθμημένων εντύπων βεβαιώσεων ο αρμόδιος υπάλληλος της υπηρεσίας αυτής κατέγραψε χειρόγραφα την παράδοση των εντύπων βεβαιώσεων και η κατηγορούμενη έθετε την υπογραφή της για την παραλαβή. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη υπάλληλος του άνω Δήμου που είχε ορισθεί για την παραλαβή, διαχείριση και έκδοση των βεβαιώσεων αυτών.

Πριν την έκδοση της βεβαίωσης όφειλε να καταχωρεί τα στοιχεία ηλεκτρονικά, με είσοδο στο σύστημα με τον ατομικό κωδικό της. Χωρίς τον κωδικό αυτό δεν ήταν δυνατή η σχετική εργασία. Στην προκειμένη περίπτο3ση η κατηγορούμενη εξέδωσε με πρόθεση, τις κατωτέρω βεβαιώσεις: τις υπ’ αριθμ. ... εντύπου (που είχε περιέλθει στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο) την από 13.3.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός - υπήκοος Πακιστάν M.

N. του R. A. και της B. Α B., επί εντύπου βεβαιώσεως, που ναι μεν δεν περιλαμβάνεται σε αυτές που παρέλαβε από την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας- Στερεάς Ελλάδας και βρέθηκε στα χέρια της με άγνωστο τρόπο και χρησιμοποιήθηκε από την κατηγορούμενη όπως και οι άλλες που περιλαμβάνονται στις παραληφθείσες, στις οποίες ανέγραψε ψευδώς ότι οι σε αυτές αναγραφόμενοι αλλοδαποί κατέθεσαν στην υπηρεσία της αιτήσεις, συνοδευόμενες από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για ανανέωση της άδειας παραμονής τους στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν υποβάλει αντίγραφο προηγούμενης ισχύουσας άδειας διαμονής, αφού δεν διέθεταν τέτοια άδεια και ότι οι αλλοδαποί αυτοί ήταν κάτοικοι του Δήμου ..., παρότι δεν κατοικούσαν εκεί και δεν είχαν δηλώσει συγκεκριμένη διεύθυνση και η ενέργεια της αυτή στόχευε στη νομιμοποίηση της έως τότε παράνομης διαμονής τους στην Ελλάδα, αφού τους εφοδίασε με αποδεικτικό έγγραφο νόμιμης παραμονής, που θα το επιδείκνυαν σε κάθε σχετικό έλεγχο των αστυνομικών αρχών.

Η κατηγορούμενη, χωρίς να προβάλλει κάποια πειστική εξήγηση για το πως μπορεί να εκδόθηκαν οι βεβαιώσεις χωρίς τη συμμετοχή της, αρνείται την τέλεση της άνω πράξης ισχυριζόμενη ότι τελέσθηκε από τρίτους και υποβάλλει αίτημα πραγματογνωμοσύνης ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της και των εντύπων βεβαιώσεων.

Ωστόσο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως αυτό προεκτέθηκε, αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση η τέλεση της πράξης (ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση) από την ίδια, δεδομένου ότι όλες οι βεβαιώσεις έχουν παραληφθεί από την ίδια, η οποία ήταν και η μόνη που εισήλθε με τον κωδικό της στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης των στοιχείων των αλλοδαπών.

Κατά την απολογία της, ανέφερε ότι τον κωδικό της τον γνώριζαν ο δήμαρχος και οι αντιδήμαρχοι και ότι έχει υποψίες για κάποια άτομα, αναφέροντας ότι εργάζονταν στο Δήμο συνολικά με την ίδια τρεις υπάλληλοι και επιπλέον χωρίς σύμβαση με πρόγραμμα stage οι Ζ. και Κ., χωρίς να αναφέρει πως της δημιουργήθηκαν οι υποψίες αυτές και πως μπορεί να τέλεσαν τα άτομα αυτά, τις συγκεκριμένες πράξεις, δεδομένου και του ότι ήταν η μόνη που εξέδιδε τις βεβαιώσεις για τους αλλοδαπούς και η μόνη που τις είχε παραλάβει και είχε την ευθύνη για τη φύλαξη τους, ενώ κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι υπήρξαν υπόνοιες για τα άνω άτομα, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανάμειξη τους.

Επιπλέον, αρνείται τις υπογραφές της σε όλες τις βεβαιώσεις, καθώς και τη γνησιότητα, ως εντύπων, των βεβαιώσεων, επικαλούμενη και σχετική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, ως προς την υπογραφή της, σε άλλες βεβαιώσεις της ίδιας. Πράγματι στην πραγματογνωμοσύνη εκείνη ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Κ.

Κ. εκτίμησε ότι οι υπογραφές δεν έχουν χαραχθεί από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης. Όπως προεκτέθηκε η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που παραλάμβανε τις ασυμπλήρωτες βεβαιώσεις και είχε την ευθύνη για τη φύλαξη τους, η μόνη που παραλάμβανε τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, τα οποία έλεγχε για την πληρότητα και ορθότητα τους και αποφάσιζε ποιες βεβαιώσεις έπρεπε να χορηγηθούν στους αλλοδαπούς για την εξασφάλιση της νόμιμης παραμονής τους και είχε τον έλεγχο όλης της διαδικασίας και ήταν αυτή που εξέδωσε και τις βεβαιώσεις, που αναφέρονται κατωτέρω.

Η υπογραφή, που ήταν αναγκαίο να τεθεί, στις βεβαιώσεις αυτές, παρότι ομοιάζει με μονογραφή της δεν είναι απολύτως όμοια με τη δική της και έχει τεθεί είτε από την ίδια, κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη, η ταυτότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία.

Κατά συνέπεια η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν θα συνεισέφερε στην απόδειξη διότι γίνεται δεκτό ότι η υπογραφή της κατηγορούμενης δεν είναι αυτή που έχει θέσει ως δείγμα ενώπιον του πραγματογνώμονα στην πραγματογνωμοσύνη που επικαλείται αλλά απομίμηση της και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.

Οι βεβαιώσεις ως έγγραφα περιλαμβάνονται σε εκείνες που είχε παραλάβει και δεν αμφισβητήθηκε από όσους διενήργησαν τον έλεγχο τους ότι είναι οι πρωτότυπες, ενώ εάν δεν είχαν συμπληρωθεί θα έπρεπε η κατηγορούμενη να τις είχε επιστρέψει. Η κατηγορούμενη, όμως, από τις 1250 έντυπες βεβαιώσεις που είχε παραλάβει είχε εισαγάγει στο ηλεκτρονικό σύστημα τις 900 και τις υπόλοιπες 350 δεν τις επέστρεψε ποτέ, ενώ και αυτές που είχε εισαγάγει δεν τις είχε χρησιμοποιήσει κατ’ αύξοντα αριθμό, όπως ήταν υποχρεωμένη, ώστε να είναι δυνατός ο άμεσος εντοπισμός τυχόν έλλειψης κάποιας εξ αυτών.

Η κατηγορούμενη αρνείται την κατηγορία, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει και να πείσει το Δικαστήριο πώς οι έντυπες βεβαιώσεις βρέθηκαν στα χέρια τρίτου που υπέγραψε, κατά τους ισχυρισμούς της, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, ενώ την αποκλειστική ευθύνη για τη φύλαξη τους είχε η ίδια, ισχυριζόμενη ότι την έλλειψη τους ουδέποτε την αντιλήφθηκε και πώς τέθηκε η σφραγίδα του Δήμου στις βεβαιώσεις, την έλλειψη της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν γνώριζε η ίδια αλλά την άκουσε από το δήμαρχο και τότε την κατήγγειλε.

Ισχυριζόμενη ότι υποψιάζεται κάποια άτομα ανέφερε όλα τα άτομα που εργάζονταν το επίδικο διάστημα στο Δήμο (δύο πλέον αυτής υπάλληλοι και δύο με πρόγραμμα stage) και το δήμαρχο και τους αντιδημάρχους. Προς στήριξη των υποψιών της ανέφερε ότι της έκανε εντύπωση ότι ένα παράβολο δεν το έκοψε ο ταμίας αλλά η Κ. (εργαζόμενη με πρόγραμμα stage) χωρίς αυτό να το συνδέει με την κατηγορία εναντίον της και ότι βεβαιώσεις με το όνομα της έβγαιναν και μεταγενέστερα, σκοπεύοντας προφανώς στη δημιουργία κλίματος αμφιβολίας περί του υποκειμένου των αδικημάτων.

Επομένως, εφόσον οι ενδείξεις περί της ενοχής της κατηγορουμένης, που υπήρχαν κατά την παραπομπή της για να δικασθεί για την πράξη αυτή, όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, προς συμπλήρωση του σκεπτικού της, μετατράπηκαν σε αποδείξεις και το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή της, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη και να της αναγνωρισθεί όπως και πρωτόδικα η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε’ ΠΚ, λόγω του ότι μετά την τέλεση της πράξης της συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: "Στο ... Φθιώτιδας, την 13η.3.2009, ενώ ήταν υπάλληλος ασκούσα δημοτική υπηρεσία, που στα καθήκοντα της αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος του Γραφείου αλλοδαπών του Δήμου ...

Φθιώτιδας, έχουσα καθήκον αφενός τη λήψη των αιτήσεων αλλοδαπών και των σχετικών δικαιολογητικών τους για τη χορήγηση αδείας διαμονής τους στην Ελλάδα ή για την ανανέωση της ήδη εκδοθείσας στο όνομα τους αδείας, και αφετέρου την έκδοση βεβαιώσεων για τα ανωτέρω, εξέδωσε με πρόθεση επί του υπ’ αριθμ. ...

εντύπου (που είχε περιέλθει στην κατοχή της με άγνωστο τρόπο) την από 13.3.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός - υπήκοος Πακιστάν M. N. του R. A. και της B. A B., κατέθεσε στην υπηρεσία της εμπροθέσμως την υπ’ αριθμ. πρωτ. ...13.3.2009 αίτηση του για την ανανέωση της αδείας διαμονής του στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, καθώς και τα σχετικά - πλήρη -δικαιολογητικά του, ενώ γνώριζε ότι ο ανωτέρω αλλοδαπός δεν είχε υποβάλλει την προαναφερθείσα αίτηση, ούτε είχε καταθέσει τα ανωτέρω δικαιολογητικά (που δε τα διέθετε), ενήργησε δε κατά τον τρόπο αυτό προκειμένου να καταστήσει νόμιμη τη (μέχρι τότε παράνομη) διαμονή του στην Ελλάδα εφοδιάζοντας τον με αποδεικτικό αυτής (της νόμιμης διαμονής) έγγραφο, για να το επιδεικνύει σε κάθε έλεγχο του από τις αστυνομικές αρχές, τη δε 13η.10.2011, στο Αιγάλεω Αττικής, έχοντας παραδώσει την υπ’ αριθμ. ...

βεβαίωση στον προαναφερθέντα αλλοδαπό για τον ανωτέρω σκοπό, με πρόθεση του παρέσχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της χρήσεως της ανωτέρω ψευδούς βεβαιώσεως, που εκείνος τέλεσε επιδεικνύοντας τη (εν γνώσει του ψεύδους της) σε αστυνομικούς του Τμήματος Αλλοδαπών Δυτικής Αττικής κατά τη διάρκεια ελέγχου του εκεί για τη νομιμότητα της παραμονής του στη χώρα, καθιστώντας δυνατή την τέλεση της".

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην απόφαση του την από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία στην προκειμένη περίπτωση παρίσταται ελλιπής και εμφανίζουσα ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά. Ειδικότερα : α) Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης γίνεται δεκτό ότι η υπογραφή στην επίδικη βεβαίωση "...έχει τεθεί είτε από την ίδια την κατηγορουμένη κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής, είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη...".

Η αιτιολογία όμως αυτή, αναφορικά με κρίσιμο περιστατικό για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρου 242 ΠΚ, για το οποίο καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, αφενός μεν είναι ενδοιαστική (είτε-είτε), αφετέρου δε έρχεται σε αντίφαση με τα αναφερόμενα στο διατακτικό ότι η αναιρεσείουσα ήταν αυτή που εξέδωσε (άρα υπέγραψε) την επίμαχη ψευδή βεβαίωση, β) Παρά την αναφορά στο προοίμιο του σκεπτικού ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα μνημονευόμενα κατ’ είδος αποδεικτικά μέσα, από τις παραδοχές του σκεπτικού της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με βεβαιότητα ότι δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη η κατάθεση του μάρτυρα Γ.

Τ., ο οποίος κατέθεσε για την αναιρεσείουσα ότι "Δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά

υπήρξαν υπάλληλοι που μπορούσαν να το κάνουν αυτό, όπως ο Γραμματέας ο Κ. και Ζ., αυτοί το κάνανε...... Ωστόσο, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης γίνεται δεκτό ότι "...κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι υπήρξαν υπόνοιες για τα άνω άτομα", παραδοχή από την οποία προκύπτει αναμφίβολα ότι η κατάθεση του άνω μάρτυρα δεν λήφθηκε καθόλου υπόψη, αφού το Δικαστήριο, καίτοι οδηγείται σε συμπέρασμα αντίθετο με την κατάθεση του, ουδόλως αιτιολογεί την κρίση του αυτή και γ) αναφορικά με την πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης, για την οποία επίσης κηρύχθηκε ένοχη η αναιρεσείουσα, δεν διευκρινίζεται αν αυτή προσέφερε και με ποιόν τρόπο αποφασιστικής σημασίας υποστήριξη στον αυτουργό της πράξης αυτής κατά τη διάρκεια της τέλεσης της στις 13-10-2011, δεδομένου ότι η εκ μέρους της έκδοση της επίμαχης ψευδούς βεβαίωσης φέρεται τελεσθείσα σε προγενέστερο χρόνο (13-3-2009).

Με βάση τα παραπάνω, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, δεύτερος κατά τα δύο πρώτα σκέλη του και ο τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, συνακόλουθα δε, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 του ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμό 58/16-2-2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Λαμίας. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ