Supreme Court allows appeal against appellate court for insufficient reasoning on liability and breach of duty.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision of 7106/2005. The appellate court had found the insurance agent not liable despite evidence suggesting he acted on behalf of the insurance companies using their branding. The court ruled the lower judgment contained contradictory and insufficient reasoning regarding the agent's status and the companies' liability under the relevant civil code provisions. Consequently, the appeal was granted, the case remitted to the appellate court for retrial, and the defendants were ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a judgment if it contains contradictory or insufficient reasoning on facts or legal characterization that has a decisive impact on the outcome, particularly when the lower court fails to adequately establish the necessary conditions for liability or the specific role of an agent.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1826 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1826/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Κ. του Θ., κατοίκου ... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Χριστοφοράτο.
Των αναιρεσιβλήτων: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALICO EUROBANK Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων κεφαλαίων", ήδη "ALICO AIG Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως κεφαλαίων", η οποία έχει την έδρα της στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΛΑΙΦ ΙΝΣΙΟΥΡΑΝΣ ΚΟΜΠΑΝΥ Αμερικανική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία" (και το διακριτικό τίτλο ALICO AIG LIFE), η οποία έχει την έδρα της στις …και εκπροσωπείται νόμιμα, είναι δε εγκατεστημένη στην Ελλάδα. Η πρώτη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Αλεξίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γ. Μπούρα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3607/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 7106/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-8-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της δεύτερης αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 193/2010).
Εξ άλλου, από τι διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298 Α.Κ. προκύπτει, ότι προϋπόθεση της ευθύνης προς αποζημίωση, η οποία προήλθε από υπαίτια και παράνομη πράξη ή παράλειψη είναι και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Τέτοια συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη, κατά τον χρόνο και υπό τους όρους κατά τους οποίους έλαβε χώραν, ήταν ικανή κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει και επέφερε πράγματι την ζημία.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 922 Α.Κ.: "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία την οποία ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Είναι δε προστηθείς, εκείνος ο οποίος με την βούληση του προστήσαντος απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές τούτου ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται.
Η υπόθεση, στην οποία ο προστηθείς απασχολείται, μπορεί να αποτελεί εκπλήρωση ενοχικής υποχρεώσεως του προστήσαντος έναντι τρίτου και είναι αδιάφορος ο τρόπος παροχής των οδηγιών και εντολών του προστήσαντος. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, η ενέργεια του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σε αυτόν υπηρεσίας ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής.
Η κατάχρηση υπηρεσίας υπάρχει, όταν η ζημιογόνος πράξη ετελέσθη καθ' υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων του προστηθέντος και κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών του προστήσαντος, όμως μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της ανατεθείσης στον προστηθέντα υπηρεσίας υφίσταται εσωτερική συνάφεια, υπό την έννοια ότι η εν λόγω πράξη δεν μπορούσε να υπάρξει χωρίς την πρόστηση.
Δηλαδή ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον προστηθέντα λόγω ακριβώς της ένεκα της προστήσεως θέσεώς του αυτής, των ευκαιριών τις οποίες η πρόστηση έδωσε σε αυτόν για χρησιμοποίηση για άλλον σκοπό των τεθέντων στην διάθεσή του μέσων και εν γένει όταν η υπηρεσία του προστηθέντος απετέλεσε το αναγκαίο μέσον προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξεως.
Από την ίδια διάταξη (922 Α.Κ.) προκύπτει, ότι εάν ο προστήσας παρέσχε την εξουσία στον προστηθέντα να χρησιμοποιεί τρίτους (υποπροστηθέντες) στην διεκπεραίωση της υποθέσεώς του, αυτός (αρχικώς προστήσας) ευθύνεται και για τις αδικοπραξίες του υποπροστηθέντος, χωρίς να προσαπαιτείται να ασκεί έλεγχο ή να δίνει οδηγίες και εντολές σε αυτόν.
Τέλος, με το άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 1969/1991, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 Π.Δ. 433/1993, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 113 παρ.5 Ν. 2533/1997 και ίσχυσε μέχρι της 2-11-2004, ότε καταργήθηκε με το άρθρο 47 παρ. 2, 3 Ν. 3283/2004, έκτοτε δε ισχύει η ομοίου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 15 παρ. 4 του τελευταίου νόμου, ορίζεται: "Η ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως μπορεί να διαθέτει τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου και μέσω αντιπροσώπων της.
Δύνανται να ενεργούν ως αντιπρόσωποι μόνον Τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι οι εταιρίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου κινητών αξιών μπορούν να διαθέτουν τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων είτε οι ίδιες απ' ευθείας είτε μέσω αντιπροσώπων τους.
Ως αντιπρόσωποί τους όμως μπορούν να ενεργούν μόνον τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρίες και επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ). Εντεύθεν, κατ' αντιδιαστολή έπεται ότι δεν συγχωρείται η εκπροσώπηση των εν λόγω εταιριών από φυσικά πρόσωπα. Τούτο βεβαίως δεν σημαίνει ότι τα πρόσωπα αυτά αποκλείονται οπωσδήποτε από το δίκτυο διάθεσης των τίτλων.
Απλώς η ανάμειξή τους δεν επιτρέπεται να γίνει κατ' εκπροσώπηση της εταιρίας διαχείρισης, αφού τούτο αντίκειται στην ανωτέρω δημοσίας τάξεως διάταξη του άρθρου 20 παρ. 4 ν. 1969/1991.
Συνεπώς, η τελευταία δεν ευθύνεται συμβατικώς έναντι του τρίτου, που συνήψε σύμβαση αγοράς τέτοιων τίτλων με φυσικό πρόσωπο, ευθύνεται όμως κατά το άρθρο 922 Α.Κ., εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω αναφερόμενες προϋποθέσεις του (Α.Π. 1785/2007) Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η πρώτη των εναγομένων είναι Ανώνυμη Εταιρία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ) και, στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, διαθέτει μερίδα αμοιβαίων κεφαλαίων σε υποψήφιους αγοραστές-επενδυτές.
Ως προς τον τρόπο διαθέσεως μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου της στο επενδυτικό κοινό, χρησιμοποιεί και το δίκτυο των εταιριών που συμμετέχουν στο μετοχικό της κεφάλαιο, ανάμεσα στις οποίες είναι και η δεύτερη των εναγόμενων, Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία, που έχει ως αντικείμενό της, ασφαλίσεις του κλάδου ζωής και προσωπικών ατυχημάτων.
Η τελευταία, στα πλαίσια των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων της συνεργαζόταν κατά το έτος 1999 με διάφορους ασφαλιστικούς πράκτορες, μεταξύ των οποίων και ο Γ. Ι. Β., με τον οποίο είχε καταρτίσει την από 21-10-1983 έγγραφη σύμβαση πρακτορεύσεως. Όπως δε προκύπτει από τη μετ' επικλήσεως από τη δεύτερη των εναγομένων προσκομιζόμενη σύμβαση αυτή, στον 8° όρο των συνημμένων σε αυτή εντύπων γενικών όρων της, ορίζεται ότι ο άνω πράκτοράς της ενεργεί ως ελεύθερος επαγγελματίας, δυνάμενος να επιλέγει κατά την κρίση του, τους συνεργάτες του ασφαλειομεσίτες και τους πελάτες τους οποίους επιδιώκει να ασφαλίσει.
Με τη σύμβαση αυτή η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία παρείχε στον αντισυμβαλλόμενο πράκτορά της την εξουσιοδότηση προς διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων, έναντι προμήθειας, χωρίς αυτός να αποκτά εξουσία να δεσμεύει την εταιρία με οποιοδήποτε συμβόλαιο ή συμφωνία ή να αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη ή χρέος για λογαριασμό της εταιρίας (όρος 3ος συμβάσεως).
υποχρεούμενος κάθε ποσό που θα εισπράττει ο ίδιος ή συνεργάτης του για λογαριασμό της εταιρίας, να το αποστέλει μέσω Τράπεζας την επομένη της εισπράξεώς του ημέρα στην εταιρία (5° όρος), ενεργώντας όλες αυτές τις πράξεις, ως ελεύθερος κατά τα άνω επαγγελματίας και χωρίς δικαίωμα εκπροσωπήσεως της εταιρίας χωρίς κανένας όρος της παρούσας συμβάσεως να μπορεί να θεωρηθεί ότι με τη σχέση αυτήν συνιστάται έμμισθη σχέση μεταξύ της εταιρίας και του πράκτορα (8ος όρος).
Έτσι, από το χρόνο της καταρτίσεως της συμβάσεως αυτής, ο Γ. Β. μεσολαβούσε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της δεύτερης των εναγομένων εταιρίας και είχε αναπτύξει μεγάλη δραστηριότητα. Στα πλαίσια της σχέσεως αυτής είχε συστήσει ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία " …." με ομόρρυθμο εταίρο τον ίδιο, διατηρούσε δε γραφείο της εταιρίας του στη ...
αρ …, στην ..., όπου απασχολούσε και προσωπικό. Με την πάροδο του χρόνου, ο εν λόγω, Γ. Β. απέκτησε μεγάλη φήμη ως ασφαλιστικός πράκτορας και είχε ευρύ κύκλο πελατών. Εκμεταλλευόμενος δε τη φήμη του αυτή από τις αρχές του έτους 1998, εμφανιζόταν ως διευθυντής της δεύτερης των εναγομένων ασφαλιστικής εταιρίας και, ισχυριζόμενος ότι ενεργεί για λογαριασμό της και μέσα στα πλαίσια των εξουσιών που η τελευταία του είχε αναθέσει, έπειθε πολλούς πελάτες του να του εμπιστευθούν χρηματικά ποσά για να τα επενδύσει σε αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η πρώτη των εναγομένων εταιρία.
Τα ιδιοποιήθηκε όμως ο ίδιος παράνομα και, για τις πράξεις του αυτές, με το 3548/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Αθηνών με τις κατηγορίες τις κατ' εξακολούθηση τελέσεως υπεξαιρέσεως αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, απάτης κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και πλαστογραφίας με χρήση.
Κατά το έτος 1999, ο ενάγων, που διατηρούσε προηγούμενη επαγγελματική σχέση με το Γ. Β., έχοντας ο τελευταίος μεσολαβήσει στην κατάρτιση ασφαλιστικής συμβάσεως μεταξύ του πρώτου και της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, ήλθε σε νέα συναλλακτική επαφή μαζί του και του εκδήλωσε την πρόθεσή του να επενδύσει διαθέσιμα κεφάλαιά του.
Ο εν λόγω, Γ. Β., του παρέστησε ότι τα αμοιβαία κεφάλαια που διαχειριζόταν η πρώτη των εναγομένων εταιρία ήταν κερδοφόρα με μεγάλη ετήσια απόδοση του κεφαλαίου και ότι η επένδυση σε αυτά θα ήταν κερδοφόρα. Έτσι, τον έπεισε και συμφώνησαν να επενδύσει αρχικά το ποσό των 11.916.870 δραχμών αγοράζοντας μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων με διάρκεια από 30-6-1999 έως 30-9-1999, στον οποίο και κατέβαλε στις 30-6-1999 το άνω ποσό.
Στη συνέχεια, συμφώνησαν να επενδύσει το ποσό των 21.166.265 δραχμών, για αγορά επίσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, με διάρκεια από 30-7-1999 μέχρι 30-12-1999, κατέβαλε δε σε αυτόν στις 30-7-1999 το άνω ποσό. Η μέση ετήσια απόδοση των άνω επενδύσεων συμφωνήθηκε σε 0,75% για κάθε μήνα και τα χρηματικά ποσά που θα αποδίδονταν κατά τη λήξη κάθε επενδύσεως στον ενάγοντα, ανέρχονταν σε 12.185.000 και 21.960.000 δραχμές αντίστοιχα.
Για τις πράξεις αυτές ο εν λόγω, Γ. Β. χορήγησε στον ενάγοντα τις μετ' επικλήσεως από τον τελευταίο, σε ακριβές φωτοτυπικό αντίγραφο, προσκομιζόμενες από 30/6 και 30/7/1999 βεβαιώσεις, που έχουν συνταχθεί σε έντυπο, στο οποίο αναγράφεται ως επωνυμία ξενόγλωσσα η λέξη "ΑΛΙΚΟ", που περιλαμβάνεται στην επωνυμία και το διακριτικό τίτλο των εναγομένων, αντίστοιχα και, δίπλα στη λέξη αυτή έχει τεθεί με σφραγίδα: " …" και ακολουθούν τα τηλέφωνα του γραφείου της εταιρίας του.
Στο κείμενο των βεβαιώσεων αυτών αναφέρεται επακριβώς: "Δια της παρούσης βεβαιώνω ότι κατόπιν εντολής του Κ. Κ. (δηλ. του ενάγοντος-ακολουθούν τα στοιχεία του), αναλαμβάνω την διαχείρησιν του ποσού των δραχμών 12.185.000 (και στη δεύτερη βεβαίωση, 21.960.000) στη λήξη, μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων-Μετοχών. Η χρονική διάρκεια της διαχείρισης των χρημάτων θα είναι από σήμερα 30-6-99 έως 30-9-99 (αντίστοιχα για τη δεύτερη 30-7-99 έως 30-12-99).
Μέση ετήσια απόδοση διαχείρισης, η συμφωνηθείσα. Ημερομηνία 30-6-1 999 (και στη δεύτερη 30-7-1999). Ο βεβαιών-Γ. Β. Διευθυντής", ακολουθούν δε (σε κάθε βεβαίωση), αφενός η υπογραφή του και, ξενόγλωσσα, αλλά και στην Ελληνική γλώσσα, σφραγίδες με το όνομά του και το αντικείμενο της απασχολήσεώς του (ασφαλιστικές επιχειρήσεις), αφετέρου η διεύθυνση και τα τηλέφωνα των γραφείων της άνω επιχειρήσεώς του.
Όπως προκύπτει από το κείμενο των άνω βεβαιώσεων, πουθενά άμεσα ή έμμεσα, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στις εναγόμενες εταιρίες, αλλά δηλώνεται ρητά ότι ο Γ. Β. αναλαμβάνει να διαχειριστεί ο ίδιος τα αναφερόμενα στις βεβαιώσεις χρήματα, μέσω Αμοιβαίων Κεφαλαίων-Μετοχών που κατά την κρίση του. θα ήταν οι περισσότερο κερδοφόρες.
Κατά συνέπεια, από τα παραπάνω, σε συνδυασμό προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων συναλλάχθηκε προσωπικά με το Γ. Β., προς επένδυση των χρημάτων του. Ο πρώτος ισχυρίζεται ότι τα άνω ποσά κατέβαλε στο Γ. Β. σε εκτέλεση αντίστοιχων συμβάσεων, με αυτόν για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, χωρίς όμως να κατονομάζει ποια ήταν τα κεφάλαια αυτά.
Επίσης, ότι υπέγραψε δύο (2) αντίστοιχες έντυπες αιτήσεις συμμετοχής του στα αμοιβαία κεφάλαια της πρώτης εναγομένης. Όμως, ο τελευταίος των ισχυρισμών του δεν αποδεικνύεται από τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομιστεί και ειδικότερα, από το αντίγραφο των άνω αιτήσεων. Αποδείχθηκε δε, ότι τα χρήματα αυτά δεν παραδόθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σε κάποια από τις εναγόμενες εταιρίες, ούτε κατατέθηκαν αυτά στη Θεματοφύλακα των αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης από αυτές, ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την Επωνυμία "EFG EUROBANK" ή ότι αγοράστηκαν στο όνομα του ενάγοντος αντίστοιχοι τίτλοι ή ότι συμμετείχε αυτός σε αμοιβαίο κεφάλαιο.
Επίσης, αβάσιμα ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ο εν λόγω, Γ. Β., εκτός από ασφαλιστικός πράκτορας της δεύτερης εναγομένης δυνάμει σχετικής συμβάσεως με αυτήν, ήταν εξουσιοδοτημένος να διαθέτει μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγομένης σε υποψήφιους αγοραστές-μεριδούχους. Ότι ήταν εφοδιασμένος με σχετικό πιστοποιητικό συνεργασίας και ότι ο τελευταίος ενεργούσε για λογαριασμό και της πρώτης εναγομένης δυνάμει των συμβάσεων συνεργασίας που είχαν συναφθεί, τόσο μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, όσο και στη συνέχεια μεταξύ της δεύτερης εναγόμενης και του Γ.
Β., καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι καταρτίστηκαν τέτοιες συμβάσεις, από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσκομιστεί. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία είχε αναθέσει στο άνω πρόσωπο και τη μεσολάβηση προς σύναψη συμβάσεων πωλήσεως μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της πρώτης εναγόμενης και την είσπραξη χρημάτων από τους ενδιαφερόμενους για τέτοιες τοποθετήσεις χρημάτων επενδυτές, αφού εκτός από την αόριστη προς τούτο αναφορά του κατά πρόταση αυτής πρωτόδικα εξετασθέντος μάρτυρά του, καθώς και του ένορκα βεβαιώσαντος μάρτυρά του, δεν προσκομίζεται άλλο έγγραφο στοιχείο για την κατάρτιση τέτοιας συμβάσεως.
Δεν θα μπορούσε άλλωστε η ίδια (πρώτη εναγομένη) να πράξει αυτό, καθόσον αυτή δεν υπήρξε ποτέ εταιρία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων. Αλλά, ούτε και ως αντιπρόσωπος της πρώτης εναγομένης θα μπορούσε να του χορηγήσει σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα, αφού κατ' άρθρο 20 παρ. 4 Ν. 1969/1991, οι δυνατότητές της εξαντλούντο στη διαμεσολάβηση προς διάθεση των άνω αμοιβαίων κεφαλαίων.
Αντίθετα, από το περιεχόμενο της πιο πάνω από 21-10-1983 συμβάσεως πρακτορεύσεως μεταξύ αυτής με το Γ. Β., προκύπτει ότι οι εμπορικές τους σχέσεις καθορίζονταν ρητά με την άνω σύμβαση και οι αρμοδιότητες του τελευταίου περιορίζονταν μόνο στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων με τρίτους για λογαριασμό της.
Μάλιστα δε η σύμβαση αυτή λύθηκε με καταγγελία της ως άνω εναγομένης στις 3-12-1999, μόλις αυτή πληροφορήθηκε τις κατά τα άνω παράνομες δραστηριότητες του ασφαλιστικού της πράκτορα. Με βάση τα παραπάνω, δεν αποδείχθηκε ότι ο Γ. Β. εισπράττοντας από τον ενάγοντα τα άνω χρηματικά ποσά για επένδυσή τους σε αμοιβαία κεφάλαια, ενέργησε ως προστηθείς της πρώτης εναγομένης εταιρίας.
Επίσης δε, το άνω πρόσωπο σχετικά με τη δεύτερη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία και την είσπραξη από αυτόν χρημάτων από τον ενάγοντα για τον προεκτεθέντα σκοπό, από τα αυτά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι δεν ενέργησε στα πλαίσια σχετικής ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας ή έστω κατάχρηση αυτής, υπερβαίνοντας τα αντίστοιχα καθήκοντά του με την είσπραξη των άνω χρηματικών ποσών για αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, αφού η είσπραξη αυτή δεν τελούσε σε αιτιώδη σχέση με τα καθήκοντα που του είχε η εναγομένη αυτή αναθέσει και ήταν ξένη με τη συμφωνημένη παροχή σε αυτή ασφαλιστικών υπηρεσιών.
Κατά συνέπεια, το πιο πάνω πρόσωπο δεν ενέργησε ως προστηθείς ούτε της δεύτερης των εναγομένων εταιριών...". Ακολούθως δε το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 6544/2003 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή του.
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον παραβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 922 Α.Κ. περί της ευθύνης του προστήσαντος. Ειδικότερα, ενώ δέχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη είναι ανώνυμη εταιρία διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων (Α.Ε.Δ.Α.Κ.) και στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής διαθέτει αμοιβαία κεφάλαια σε αγοραστές - επενδυτές, ότι προς τούτο χρησιμοποιεί και το δίκτυο των μετεχόντων στο μετοχικό κεφάλαιό της επενδυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, ότι η τελευταία στα πλαίσια των ασφαλιστικών δραστηριοτήτων της συνεργάζετο με τον ασφαλιστικό πράκτορά της Γ.
Β., ο οποίος συνεδέετο μαζί της με σύμβαση πρακτορεύσεως, μεσολαβούσε στην κατάρτιση ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό της και, εκμεταλλευόμενος την φήμη του, ενεφανίζετο στους πελάτες ως διευθυντής της και ότι οι χορηγηθείσες στον ενάγοντα - αναιρεσείοντα από εκείνον (Γ. Β.) με ημερομηνίες 30-6-1999 και 30-7-1999 βεβαιώσεις έχουν συνταγεί "σε έντυπο, στο οποίο αναγράφεται ως επωνυμία ξενόγλωσσα η λέξη "ALICO" που περιλαμβάνεται στην επωνυμία και στον διακριτικό τίτλο των εναγομένων", εν τούτοις κατέληξε το Εφετείο, ότι ο Γ.
Β. δεν ενήργησσε ως προστηθείς (ή υποπροστηθείς) των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων εταιριών. Περαιτέρω δε το Εφετείο δεν αιτιολόγησε επαρκώς 1) γιατί οι ενέργειες του Γ. Β. εις βάρος του ενάγοντος δεν έγιναν κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σε αυτόν από την ασφαλιστική εταιρία υπηρεσίας ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής ή κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, την στιγμή μάλιστα κατά την οποία αυτός είχε την δυνατότητα να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές του έντυπα, στα οποία ανεγράφετο η λέξη "ALICO", η οποία περιλαμβάνεται στην επωνυμία και στον διακριτικό τίτλο των εναγομένων εταιριών, 2) γιατί η εκτέλεση των εις βάρος του ενάγοντος πράξεων του Γ.
Β. δεν κατέστη δυνατή σε αυτόν ακριβώς λόγω της θέσεώς του και των ευκαιριών τις οποίες η θέση του έδωσε σε αυτόν και εν τέλει, 3) γιατί η υπηρεσία του Γ. Β. ως ασφαλιστικού πράκτορος της δεύτερης εναγομένης δεν απετέλεσε το αναγκαίο μέσον προς επιχείρηση των ζημιογόνων πράξεών του. Επομένως, ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος.
Ακολούθως, παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει κατά παραδοχήν ως βασίμου του δευτέρου λόγου αναιρέσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Εφετείο, το οποίο εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' άριθμ. 7106/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ