Supreme Court dismisses appeal for non-exhaustive interpretation error and failure to consider arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a debt dispute. The appellant argued the lower court misapplied civil code interpretation rules and ignored his claim of debt repayment, but the court found these grounds inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, the security deposit was returned to the state, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(1) and 560(5) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on an alleged error in applying interpretation rules is inadmissible if the lower court did not explicitly address such rules, and an appeal claiming failure to consider an argument is unfounded if the lower court explicitly rejected that argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1825 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1825/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου του Περσεφόνης Χαρατσιάρη.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας, υπό την επωνυμία "ΜΥΛΟΙ ΑΦΩΝ Μ. Α.Ε" που εδρεύει στην Κόρινθο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Σμυρνιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 04-06-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 457/2017 του ίδιου δικαστηρίου και οι 519/2018 καθώς και η 268/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου. Την εν μέρει αναίρεση της υπ' αριθμ. 519/2018, ήτοι καθ' ό μέρος επικύρωσε την αρίθμ. 134/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ζητεί ο αναιρεσείων με την 15-01-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ανωνύμου εταιρείας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 519/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που δίκασε κατ' έφεση την με αριθμό 457/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου επί της ασκηθείσας ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της με αριθμό 134/2015 διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής πορείας, όπως αυτή επισκοπείται παραδεκτά κατ' άρθρα 561 παρ 2 ΚΠολΔ από το σύνολο των διαδικαστικών εγγράφων.
Η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία 'ΜΥΛΟΙ ΑΦΩΝ Μ. ΑΕ' υπέβαλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου κατά του ήδη αναιρεσείοντος Ι. Κ. αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής, η οποία έγινε δεκτή και διατάχθηκε ο καθού η αίτηση ήδη αναιρεσείων να της καταβάλλει νομιμότοκα το ποσό των 7.718,20 ευρώ, που της όφειλε [μετ' αφαίρεση από το συνολικό ποσό των 8.179,72 ευρώ του ήδη καταβληθέντος ποσού των 411,52 ευρώ] με βάση τα εκδοθέντα από αυτήν επ' ονόματι του καθού τιμολόγια- δελτία αποστολής των αναφερόμενων σε αυτά προϊόντων, τα οποία στην αναγραφόμενη σε έκαστο εξ αυτών ημερομηνία, απεστάλησαν και παραδόθηκαν στον καθού, ο οποίος τα παρέλαβε.
Κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής ο καθού ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου την από 4.6.2015 ανακοπή, αιτούμενος την ακύρωση αυτής. Επί της εν λόγω ανακοπής εξεδόθη η με αριθμό 457/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, η οποία απέρριψε αυτή και επικύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.
Κατά της εν λόγω απόφασης ο καθού η διαταγή πληρωμής- ανακόπτων ήδη αναιρεσείων άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου την από 23.7.2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 519/2018 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 268/2019 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, εξαφανίστηκε η με αριθμό 457/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, ακυρώθηκε εν μέρει η με αριθμό 134/2015 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Κορίνθου κατά το ποσό των 6.517,11 ευρώ και επικυρώθηκε η εν λόγω διαταγή πληρωμής κατά το ποσό των 1.201,09 ευρώ. 2.
Κατά το άρθρο 624 παρ. 1 ΚΠολΔ, η έκδοση διαταγής πληρωμής μπορεί να ζητηθεί μόνο αν η απαίτηση δεν εξαρτάται από αίρεση, προθεσμία, όρο ή αντιπαροχή και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που οφείλεται είναι ορισμένο. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 623 ιδίου κώδικα, συνάγεται, ότι για την έκδοση διαταγής πληρωμής προϋποτίθεται ότι η , αξίωση είναι γεννημένη και βέβαιη.
Ωστόσο, το ενδεχόμενο προβολής ενστάσεων κατά της απαίτησης, είτε καταχρηστικών (εφόσον τα σχετικά δικαιοκωλυτικά ή δικαιοφθόρα γεγονότα δεν προκύπτουν από τα υποβαλλόμενα στο δικαστή στοιχεία), είτε γνησίων, δεν αφορά την απαιτούμενη κατά την παράγραφο 1 του άνω άρθρου 624 βεβαιότητα της αξίωσης και συνεπώς δεν αναιρεί τη δυνατότητα έκδοσης διαταγής πληρωμής, αφού την έκδοση αυτής δεν εμποδίζει οποιαδήποτε ένσταση, που μπορεί να επικαλεσθεί ο οφειλέτης (ΑΠ 1772/2022, ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 (γ), (δ) ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάσταση του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνον τίτλος εκτελεστός (άρθρ. 631 και 904 παρ. 1ε ΚΠολΔ), δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.
Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσόν και ποιόν (ΑΠ 123/2023, ΑΠ 1769/2022, ΑΠ 1006/2022).
Η απαίτηση είναι εκκαθαρισμένη και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 696/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1349/2013). Εάν η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη, ο δικαστής οφείλει, κατ' άρθρο 628 ΚΠολΔ, να μην εκδώσει διαταγή πληρωμής, εάν δε παρά την έλλειψη της διαδικαστικής αυτής προϋπόθεσης, εκδοθεί διαταγή πληρωμής, τότε αυτή ακυρώνεται ύστερα από ανακοπή του οφειλέτη κατά τα άρθρα 632 και 633 αυτού (ΑΠ 1133/2022, ΑΠ 149/2022), καθόσον λόγους ανακοπής μπορούν να αποτελέσουν όλες οι ενστάσεις που αναφέρονται στην έλλειψη προϋποθέσεων, που τίθενται από τα άρθρα 623 και 624 ΚΠολΔ για την έκδοση της διαταγής πληρωμής καθώς και όσες αναφέρονται στη μη ισχύ του δικαιώματος που επικαλείται ο δανειστής και βεβαιώνεται με τη διαταγή πληρωμής.
Οι προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ έχουν δικονομικό χαρακτήρα, εφόσον ρυθμίζουν την διαδικαστική πορεία και τις προϋποθέσεις για την έκδοση και το περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής ,η δε παραβίαση τους ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο, γιατί το Δικαστήριο παρά τον νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα (ΑΠ 62/2024, ΑΠ 196/2020) και δεν αποτελούν αντικείμενο παραβίασης, ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.. [ΟλΑΠ 10/1997, ΑΠ 1671/2024, ΑΠ 1117/2024, ΑΠ 62/2024].
Περαιτέρω σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους σ' αυτή έξι λόγους, μεταξύ των οποίων, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου [αριθμός 1 που ταυτίζεται με αυτόν του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ] και η έλλειψη νόμιμης βάσης [αριθμός 6 που ταυτίζεται με αυτόν του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ], ενώ δεν περιλαμβάνεται σ' αυτούς ο λόγος του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ περί της παρά το νόμο κήρυξης της ακυρότητας ή μη κήρυξης της ακυρότητας.
Στην προκειμένη περίπτωση ο καθού η διαταγή πληρωμής, ανακόπτων και ήδη αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που εκδόθηκε επί εφέσεως κατά απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, τις από τον αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλειες, που συνίστανται στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 623, 624, ΚΠολΔ, για τη μη ακύρωση της ένδικης διαταγής πληρωμής λόγω έλλειψης των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της. Η παραβίαση, όμως, των ανωτέρω δικονομικών κανόνων, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη, δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αλλά λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος, όμως, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους από το άρθρο 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης και επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται, πέραν της συγκεκριμένης διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται με πληρότητα και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1037/2023).
Επίσης για να είναι ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), πρέπει να αναφέρονται, μεταξύ άλλων, έστω συνοπτικά αλλά με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέστηκε η επικαλούμενη παράβαση, ήτοι να εκτίθενται σαφώς και τα πραγματικά γεγονότα, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας με την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού πλήρη και να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, να γίνεται δηλαδή, εξειδίκευση του σφάλματος (ΑΠ 325/2022), με τον καθορισμό του ποια είναι η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει ή, ότι η ανεπάρκεια αιτιολογιών, ποιό δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους (ΑΠ 1038/2020, ΑΠ 1778/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, επικαλείται πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ., τόσο της πρωτοβάθμιας όσο και της προσβαλλόμενης απόφασης, που συνίστανται στην ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416,418,419,422 του ΑΚ Οι ανωτέρω λόγοι κατά το μέρος που αφορούν στην πρωτοβάθμια απόφαση είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον με την αναίρεση ελέγχεται η νομική ορθότητα μόνο της τελεσίδικης απόφασης.
Περαιτέρω από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα ακόλουθα παρά το γεγονός ότι έγιναν απόπειρες να επιλυθεί η επίδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, τελικώς δεν επετεύχθη συμφωνία τους για την διευκόλυνση του ανακόπτοντος με την καταβολή των οφειλόμενων από αυτόν χρημάτων σε δόσεις, συμφωνία για την οποία, εν πάση περιπτώσει, άξιο μνείας είναι, ότι ουδέν στοιχείο προσδιοριστικό αυτής [αριθμός δόσεων, ποσά κλπ] διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της ανακοπής, ούτε εξ' άλλου, αποδείχθηκε, ότι οι επικαλούμενες από τον ανακόπτοντα καταβολές χρηματικών ποσών αφορούσαν τα τιμολόγια για τα οποία εγκύρως, κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, πολύ περισσότερο αφού στο δικόγραφο της ανακοπής ουδεμία εκ των επικαλούμενων καταβολών αντιστοιχείται προς συγκεκριμένο τιμολόγιο' Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο έκρινε επί της ουσίας μόνο για την ερειδόμενη στο άρθρο 416 ΑΚ προταθείσα από τον ανακόπτοντα - εκκαλούντα ήδη αναιρεσείοντα ένσταση εξόφλησης δια καταβολής και ουδόλως επί των λοιπών διατάξεων των άρθρων 418,419 και 422 ΑΚ και επομένως ως προς αυτές οι αναφερόμενες από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι.
Περαιτέρω με τους ανωτέρω λόγους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση του άρθρου 416 ΑΚ, επικαλούμενος ότι παρ' ότι απέδειξε την ολοσχερή εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, προσκομίζοντας και τις σχετικές αποδείξεις, το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του και τα προσκομιζόμενα απ' αυτόν αποδεικτικά μέσα.
Πλην, όμως οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι πρωτίστως ως αόριστοι, καθόσον ο αναιρεσείων δεν εκθέτει το νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 416 ΑΚ καθώς και σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Εξάλλου οι ανωτέρω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες κατ' άρθρο 561 παρ 1 ΚΠολΔ ως αναφερόμενες στην ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων.
Επίσης ο δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, που συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, καθόσον ουδόλως αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ανωτέρω κανόνες παρ' ότι είχε διαπιστώσει αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ή καίτοι δεν είχε διαπιστώσει κενό παρά ταύτα προσέφυγε σε αυτούς. [ΑΠ 1520/2023].
4. Κατά το εδάφιο 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης . Δεν αποτελούν "πράγματα" τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560ΚΠολΔ πλημμέλεια, η οποία συνίσταται στη μη λήψη υπόψιν από το δικαστήριο της ουσίας του ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ισχυρισμού του περί εξόφλησης της οφειλής του με την καταβολή αυτής στην αναιρεσίβλητη. Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον υπό την προαναφερθείσα επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε ουσία αβάσιμο. Επίσης ο ανωτέρω λόγος με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε για την απόδειξη της εξόφλησης της οφειλής του, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα αποδεικτικά μέσα δεν εμπίπτουν στην έννοια του πράγματος.
5. Ελλείποντος άλλου λόγου αναίρεσης προς εξέταση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η απόδοση στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου [άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ] και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις [άρθρα 176,183 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.1.2020 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 519/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου
Διατάσσει την απόδοση στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, το ύφος των οποίων ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια [2.700] ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαρτίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ