Legislator Case Law & Legislation
1825/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against summary dismissal for insufficient evidence of fraud and objective liability.

Case Number 1825/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal regarding the second respondent, overturning the lower court's dismissal of the claim. The appellant argued the lower court erred by rejecting the claim as vague without properly examining evidence of fraud and objective liability under Article 8 of Law 2251/1994. The court agreed that these specific facts regarding the respondent's knowledge and the bank's risk profile required proof, ruling the dismissal procedurally flawed.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The lower court erred in dismissing a claim as vague when it failed to examine evidence regarding fraud and objective liability, requiring the appellant to prove the respondent's knowledge of risk factors.

Keywords

AI generated
objective liability fraud evidence vague claim dismissal Code of Civil Procedure banking liability appellate review insufficient proof

Cited Legislation

AI generated
Article 576 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 2251/1994
Article 559 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 14 of Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 section b of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1825/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Γ. Σ., το γένος Γ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/11/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2244/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 185/2020 του Τριμελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 12/1/2021 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 63/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 11/3/2022 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Η κρινόμενη από 12-01-2021 αίτηση αναίρεσης νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, με την από 11-3-2022 κλήση της αναιρεσείουσας, μετά την έκδοση της 63/2022 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, διέταξε τον χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο στη σειρά της, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, αν και κλητεύθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ.6740Δ'/31-3-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ... Ν. Ε. Φ.. Στον δεύτερο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί επίσης ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου, όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ.4863Δ'/22-2-2021 έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή .Επομένως, πρέπει να χωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του αναιρεσίβλητου (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

2.Με την κρινόμενη από 12.01.2021 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η ερήμην του δεύτερου αναιρεσίβλητου και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 185/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ..., η οποία, συνεκδικάζοντας τις από 25.10.2017 και από 21.01.2019 αντίθετες εφέσεις των παρισταμένων διαδίκων κατά της υπ' αριθμ. 2244/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., απέρριψε τη δεύτερη έφεση της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης, ως απαράδεκτη, ενώ δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την πρώτη έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε μεν κρίνει ορισμένη και νόμιμη την αγωγή της ως προς αμφοτέρους τους εναγομένους, αλλά απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη, κράτησε την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή απέρριψε αυτήν, λόγω αοριστίας της. Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Π., που έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552, 553, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ), να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

4.Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1284/2017).

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1849/2017, ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 719/2012). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.".

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6. 2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της Τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις Τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα Τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 128/2019,ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1028/2015,ΑΠ 1738/2013). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3587/2007,προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1849/2017,ΑΠ 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2251/1994,όπως το άρθρο 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 Ν.3587/2007.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 1228/2019,ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017). Επίσης, η ρυθμιστική εμβέλεια του εν λόγω άρθρου 8 Ν.2251/1994 καλύπτει και την αδικοπρακτική ευθύνη, στο οποίο (άρθρο) ορίζονται, μεταξύ άλλων, στις παρ.1,3 και 4, όπως οι παρ.1 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 10 παρ.1 και 3, αντίστοιχα, του Ν.3587/2007, και τα εξής, ήτοι ότι "Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή...(παρ.1), ότι " Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας(παρ.3)" και ότι " Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του...(παρ.4)", αντίστοιχα.

Επομένως, με βάση τα προεκτεθέντα, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση ευθύνης σε βάρος του παρέχοντος τραπεζικές επενδυτικές υπηρεσίες, που πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή, κατ' άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ, για να είναι αυτή ορισμένη, είναι α)η αναφορά παροχής των εν λόγω υπηρεσιών στα πλαίσια άσκησης της εν λόγω φύσεως επαγγελματικής δραστηριότητας από τον προμηθευτή(Τράπεζα), β)η υπαιτιότητα του παρέχοντος υπηρεσίες κατά την παροχή των υπηρεσιών του αυτών, η οποία τεκμαίρεται και ο παρέχων φέρει το βάρος απόδειξης της έλλειψής της(νόθος αντικειμενική ευθύνη), γ)παράνομη συμπεριφορά, δ)ζημία κατά το γενικό δίκαιο αποζημίωσης και ε) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας(ΑΠ 63/2022,ΑΠ 1284/2017).

Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.

Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 63/2022,ΑΠ 261/2020,ΑΠ 1487/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παρά το νόμο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ το πρωτόδικο δικαστήριο την είχε κρίνει ορισμένη και νόμιμη, της αοριστίας συνισταμένης στο ότι θα έπρεπε στην αγωγή να αναφέρονται επιπλέον "τα χαρακτηριστικά/ιδιότητες του επιδίκου ομολόγου, που καθιστούσαν αυτό μειωμένης διασφάλισης και ειδικότερα, τη διαβάθμιση αυτού από διεθνείς οίκους αξιολόγησης από την οποία προέκυπτε ο υψηλός κίνδυνος, η αφερεγγυότητα ή οι περιορισμένες προοπτικές επιβίωσής του, τα οποία ενώ αυτός(δεύτερος εναγόμενος-ήδη αναιρεσίβλητος) γνώριζε ή όφειλε εκ της θέσεώς του, να γνωρίζει, δεν γνωστοποίησε στην ενάγουσα - ήδη αναιρεσείουσα πριν την αγορά του, καθώς και στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρείας και της εγγυήτριας τράπεζας, που καθιστούσαν αυξημένο το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης...", στοιχεία τα οποία ελλείπουν.

Όμως από την παραδεκτή κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 8.11.2012 ένδικης αγωγής, από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από την αναιρεσείουσα-ενάγουσα και ειδικότερα ότι αυτή, μετά του ήδη αποβιώσαντος συζύγου της, ήταν από τη δεκαετία του '80 πελάτισσα της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης-εναγομένης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...." και ότι στα πλαίσια της συνεργασίας τους είχαν γνωρίσει τον υπάλληλο αυτής Α.

Π. (τότε δεύτερο εναγόμενο), που κατείχε τη θέση του συμβούλου στον τομέα ιδιωτικής τραπεζικής (private banking) και με τον οποίο είχαν αναπτύξει σχέσεις εμπιστοσύνης. Ότι περί τα τέλη του έτους 2003 αυτή και ο σύζυγος της έγιναν δέκτες επίμονων πιέσεων του προαναφερομένου υπαλλήλου της εν λόγω Τράπεζας, προκειμένου να επενδύσουν το κεφάλαιό τους, που διατηρούσαν στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς καταθέσεων στην ίδια Τράπεζα, σε ένα απολύτως ασφαλές και αποδοτικό ομόλογο εκδόσεως της Τράπεζας ....

Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2004 υποκύπτοντας στις ανωτέρω πιέσεις και διαβεβαιώσεις αποδέχθηκαν την αγορά τους ως άνω ομολόγου. Ότι προς το σκοπό αυτό συνήψαν με την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα την υπ' αριθμ. ... σύμβαση "εκτέλεσης επενδυτικών εντολών". Ότι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους απεβίωσε ο σύζυγός της, ο οποίος μέχρι τότε διαχειριζόταν την ανωτέρω επένδυση, και στη συνέχεια, κατόπιν πιέσεων και διαβεβαιώσεων Τράπεζας και ίδιου ως άνω υπαλλήλου της, στις 22-7-2005, συνήφθη εγκύρως, μεταξύ αυτής (αναιρεσείουσας) και της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, και καθ' υπόδειξη της τελευταίας, η υπ' αριθμ....

τροποποιητική σύμβαση "εκτέλεσης επενδυτικών εντολών", με αντικείμενο την εκ μέρους της Τράπεζας εκτέλεση ειδικών επενδυτικών εντολών και τη φύλαξη του χαρτοφυλακίου της, αναφορικά με τον υπ' αριθμ. ... λογαριασμό της, ο οποίος τηρείτο στην εν λόγω Τράπεζα. Ότι, στη συνέχεια, επειδή η ίδια δεν είχε τις απαιτούμενες γνώσεις να παρακολουθεί και ελέγχει την επένδυση αυτή, στις 3-3-2006, αποφάσισε να ρευστοποιήσει τον ομολογιακό τίτλο και να καταθέσει τα χρήματα σε προθεσμιακή κατάθεση σε σχετικό λογαριασμό τηρούμενο στην εν λόγω Τράπεζα.

Ότι από την πρώτη ημέρα της ρευστοποίησης του ομολόγου και της τοποθέτησης των χρημάτων σε προθεσμιακό λογαριασμό ο προαναφερόμενος τραπεζικός υπάλληλος δεύτερος αναιρεσίβλητος στο τμήμα private banking της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας δεν σταμάτησε να ασκεί σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) έντονες πιέσεις, προκειμένου να επενδύσει εκ νέου το κεφάλαιό της σε κάποιο άλλο ομόλογο.

Ότι ο τελευταίος, τελικά, της γνωστοποίησε την ύπαρξη ομολογιακού τίτλου εκδόσεως της εταιρίας "...", με την εγγύηση του πιστωτικού ιδρύματος "....", εκδόσεως την 10-2-2005 και λήξεως την 10-2-2015, και την προέτρεψε με επιμονή και φορτικότητα να επενδύσει σε αυτό το σύνολο σχεδόν του κεφαλαίου της, με τη διαβεβαίωση ότι ο εν λόγω ομολογιακός τίτλος ήταν απολύτως ασφαλής, δεν υφίστατο ενδεχόμενο απώλειας του επενδεδυμένου κεφαλαίου της και ότι η απόδοση σε τόκους θα ήταν μεγαλύτερη από αυτή της προθεσμιακής κατάθεσης, παραλείποντας, όμως, εντελώς να την ενημερώσει για τους κινδύνους της εν λόγω επένδυσης.

Ότι αυτή πείστηκε στις ανωτέρω διαβεβαιώσεις και στις 29-11-2006 επένδυσε τα χρήματά της στον άνω ομολογιακό τίτλο ("..."), κυμαινόμενου επιτοκίου, εκδόσεως την 10-2-2005 της εταιρίας " ...", με την εγγύηση του πιστωτικού ιδρύματος " ....", ονομαστικής αξίας 294.000,00 €, λήξεως την 10-2-2015, με κωδικό έκδοσης ... και αριθμό τίτλου ....

Ότι το συνολικό ποσό, το οποίο κατέβαλε για την επένδυση αυτή, το οποίο αποτελούσε το σύνολο σχεδόν των αποταμιεύσεών της, ανερχόταν στο ποσό των 300.644,51 €, το οποίο και ανέλαβε την 29-11-2006 από τον υπ' αριθμ. ... τραπεζικό της λογαριασμό που τηρούσε στην πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα. Ότι δυνάμει του εν λόγω ομολογιακού τίτλου, την 10-2-2015, ήτοι κατά τη λήξη του, θα εδικαιούτο να εισπράξει το ποσό των 300.644,51 €, ενώ, στην περίπτωση κατά την οποία θα επιθυμούσε να ρευστοποιήσει των ανωτέρω ομολογιακό τίτλο σε οποιονδήποτε χρόνο προγενέστερο της λήξης του, θα ελάμβανε την αξία, την οποία αυτό θα είχε κατά τη στιγμή της ρευστοποίησης, σύμφωνα με τις σχετικές περιοδικές οικονομικές καταστάσεις που θα της κοινοποιούσε η πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα, κατά τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης.

Ότι ενώ, στις περιοδικές αναλυτικές καταστάσεις που ελάμβανε για το ανωτέρω ομόλογο, η αξία ρευστοποίησης αυτού εμφανιζόταν μειωμένη σε σχέση με το κεφάλαιο που επενδύθηκε, ο προαναφερθείς τραπεζικός υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεύτερος αναιρεσίβλητος, τη διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας και ότι κατά τη λήξη αυτού θα ελάμβανε μετά βεβαιότητας ολόκληρο το κεφάλαιο με τους τόκους, πείθοντάς την με αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει τα χρήματά της επενδεδυμένα σε αυτό το προϊόν.

Ότι, τελικά, τον Σεπτέμβριο του έτους 2011 πληροφορήθηκε από την πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ότι ο ως άνω υπάλληλός της, δεύτερος αναιρεσίβλητος, είχε παραιτηθεί, ενώ τον Ιανουάριο του έτους 2012 έλαβε από αυτήν τριμηνιαία περιοδική οικονομική κατάσταση, με την οποία πληροφορήθηκε ότι η αξία του ως άνω ομολόγου κατά την περίοδο μεταξύ της 1-10-2011 και της 31-12-2011 αποτιμάτο σε 1.683,97 €, αν και, σύμφωνα με την αμέσως προηγούμενη περιοδική κατάσταση του χρονικού διαστήματος από 1-7-2011 έως 30-9-2011, αυτή αποτιμάτο σε 213.374,74 €.

Ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι η εκ μέρους της απόκτηση και διατήρηση του ανωτέρω ζημιογόνου επενδυτικού προϊόντος και η εξ αυτού προκληθείσα απώλεια του επενδεδυμένου κεφαλαίου της οφείλονταν αποκλειστικά και μόνο σε παράνομες, αντισυμβατικές και υπαίτιες πράξεις και παραλείψεις της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του ως άνω εξειδικευμένου προστηθέντος υπαλλήλου της,δευτέρου αναιρεσιβλήτου, καθότι οι τελευταίοι α)παρουσίασαν σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) για πρώτη φορά το προϊόν αυτό, την ύπαρξη του οποίου αγνοούσε, β) την έπεισαν να αποκτήσει τον εν λόγω ομολογιακό τίτλο αξίας 300.644,51 €, διαβεβαιώνοντάς την ότι η σχετική επένδυση των χρημάτων της ήταν απολύτως ασφαλής και επικερδής, γ) την έπεισαν να επενδύσει το συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στο εν λόγω προϊόν και δ)παρέλειψαν να την ενημερώσουν για την ανάγκη ρευστοποίησης του ως άνω ομολογιακού τίτλου πριν από την επακολουθήσασα πλήρη απώλεια της αξίας του, και επειδή, παρά την προς αυτούς διαμαρτυρία της και πρόσκληση να αποκαταστήσουν πλήρως την περιουσιακή της ζημία, ύψους 300.644, 51 €, ουδέν ποσό της έχουν καταβάλει, ζήτησε, να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, ευθυνόμενοι, κυρίως μεν, κατά τις περί αδικοπραξιών και προστασίας του καταναλωτή διατάξεις, και όπως ειδικότερα και λεπτομερώς αναλύουν στις σελίδες 13 έως και 29 της ένδικης αγωγής της, να της καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό των 300.644,51 €, άλλως το ποσό των 213.422,47 €, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, άλλως το ποσό των 213.422,47 €, με το νόμιμο τόκο, επικουρικά δε, βάσει των διατάξεων περί ενδοσυμβατικής ευθύνης, και όπως ειδικότερα αναλύει στις σελίδες 35-36 της αγωγής της, να υποχρεωθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη Τράπεζα να της καταβάλει το ποσό των 300.644,51 €, άλλως το ποσό των 213.422,47 €, νομιμότοκα, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει όλα τα γεγονότα, τα οποία σύμφωνα με τους εφαρμοστέους κανόνες δικαίου των άρθρων 288, 330, 914, 297, 298, 299, 922, 932 ΑΚ και 8 του Ν. 2251/1994 θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, της παθούσας αναιρεσείουσας από την αδικοπρακτική ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του δευτέρου αναιρεσιβλήτου προστηθέντος υπαλλήλου της και ειδικότερα επαρκή και σαφή περιγραφή των απαιτουμένων γεγονότων, μεταξύ των οποίων την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των τελευταίων, τη μείωση της περιουσίας της αναιρεσείουσας ως ζημιωθείσας και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ συμπεριφοράς των δραστών και επέλευσης της, περιουσιακού και μη χαρακτήρα, ζημίας, χωρίς να απαιτείται επιπλέον και η παράθεση των ως άνω αναφερομένων στην προσβαλλομένη απόφαση στοιχείων.

Το αν δε το επίδικο ομόλογο ήταν μειωμένης διασφάλισης και τα χαρακτηριστικά του αυτά γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, εκ της θέσεώς του, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος, προστηθείς υπάλληλος της πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, και αν τα είχε γνωστοποιήσει ή όχι στην αναιρεσείουσα πριν την αγορά του, καθώς και στοιχεία για την οικονομική κατάσταση της εκδότριας εταιρίας και της εγγυήτριας Τράπεζας, που καθιστούσαν αυξημένο το επίπεδο κινδύνου της συγκεκριμένης επένδυσης, είναι αντικείμενο απόδειξης, καθόσον τα επιπλέον αυτά στοιχεία, που αξίωσε η προσβαλλομένη, αναφέρονται στο παράνομο και το υπαίτιο της συμπεριφοράς των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, για τους οποίους υφίσταται, όπως προεκτέθηκε, κατά το άρθρο 8 του Ν.2251/1994, νόθος αντικειμενική ευθύνη, με αποτέλεσμα τα στοιχεία αυτά να τεκμαίρονται, δηλαδή υπάρχει εν προκειμένω μαχητό τεκμήριο με την ανατροπή του οποίου βαρύνονται οι τελευταίοι, οι οποίοι μπορούν να τα προβάλλουν κατ' ένσταση και να αποδείξουν την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητας.

Επομένως, το Εφετείο το οποίο, παρά την επαρκή έκθεση στην αγωγή, των προαναφερόμενων απαιτούμενων, κατ' άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ, πραγματικών περιστατικών για την ιστορική και νομική της θεμελίωση, απέρριψε αυτήν ως αόριστη, έσφαλε υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ως εκ τούτου ο δεύτερος ως άνω προβαλλόμενος σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης της έρευνας του πρώτου αναιρετικού λόγου, για πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για ευθεία παράβαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου), ως αλυσιτελούς, αφού, τυχόν, παραδοχή του θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα, με τον προαναφερθέντα, που έγινε δεκτός και, έτσι, αυτός καλύπτεται από την αναιρετική του εμβέλεια.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ).Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο δεύτερος αναιρεσίβλητος να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ) όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ.495 παρ.3 ΚΠολΔ),έχει διαταχθεί με την ως άνω 63/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 185/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ... ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Α. Π..

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον ως άνω πρώτο αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ