Legislator Case Law & Legislation
1825/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against eviction order, remands case for retrial due to erroneous application of Article 281 of the Civil Code.

Case Number 1825/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the first ground of appeal regarding the erroneous application of Article 281 of the Civil Code by the Second Instance Court. The appellant argued that the lower court incorrectly accepted the assumption of abuse of right to issue an eviction order despite the tenant's repeated default. The court found that the tenant's failure to pay rent justified the eviction order, rendering the lower court's reasoning legally flawed and necessitating a retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code; The court held that a lower court's acceptance of an abuse of right assumption regarding eviction proceedings is erroneous when the tenant's repeated default objectively justifies the issuance of an eviction order.

Keywords

AI generated
abuse of right eviction order Civil Code Article 281 appeal admissibility remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 576(2)(a) and (g) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1825/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Βρυσηίδα Θωμάτου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ταλιαμπέ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδρονίκη Μαυρομάτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/3/2018 ανακοπή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15775/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1777/2019 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/12/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη με αριθμό .../30-11-2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Ε. Θ., και τις κάτω απ' αυτήν, από 30-11-2020 απόδειξη παραλαβής εγγράφου του αξιωματικού υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Κηφισιάς και από 1-12-2020 βεβαίωση παραλαβής της ταχυδρομικής υπαλλήλου, Π.

Χ., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της από 19-12-2020 αίτησης αναίρεσης, κατά της 1777/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Α1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (24-1-2022), καθώς και κλήση του αναιρεσείοντος προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την τελευταία, με θυροκόλληση, στην έδρα της.

Αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία της άνω αναιρεσίβλητης, σαν να ήταν παρούσα (αρθρ. 568 παρ. 4, 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση, από 19-12-2019 (αρ. καταθ. 408/19-12-2019) αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με αριθμό 1777/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας την από 29-11-2018 έφεση των ανακοπτουσών, ήδη αναιρεσίβλητων, κατά της 15775/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 21-3-2018 ανακοπή τους, κατά της με αριθμό 3383/2018 διαταγής απόδοσης της χρήσης μισθίου και πληρωμής μισθωμάτων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και είχε επικυρώσει την άνω διαταγή, δέχθηκε την έφεση, ακολούθως δε εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε την απόδοση της χρήσης του μισθίου και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την ανακοπτόμενη διαταγή, κατά το μέρος αυτό.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001). Το γεγονός, ότι η άσκηση του δικαιώματος επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να επιδιώξει την ικανοποίησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 1188/2021, ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Η διακρίβωση δε των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 267/2021). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής, ανακοπής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 323/2021, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσίβλητες με το δεύτερο λόγο της ανακοπής τους, τον οποίο επανέφεραν στο Εφετείο με το δεύτερο λόγο της έφεσής τους, πρόβαλαν τον ισχυρισμό, ότι η αναιρεσείουσα κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, επεδίωξε την αποβολή τους από το μίσθιο πρατήριο, επικαλούμενες προς στήριξη της ένστασής τους αυτής, τα εξής:

α) Η πρώτη από αυτές, αν και έως το έτος 2015 ήταν κερδοφόρος, παρουσίασε στη συνέχεια, λόγω της γνωστής σε όλους οικονομικής κρίσης, ύφεση και έντονο πρόβλημα ρευστότητας που την ανάγκασε να οδηγηθεί σε διαδικασία εξυγίανσης. β) Το σύνολο των οφειλόµενων µισθωµάτων, στα οποία στηρίζει την επανειληµµένη δυστροπία η καθής η ανακοπή, ήτοι Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2016, τµήµα του Μαΐου 2017, Ιουνίου 2017, Ιουλίου 2017, καθώς και τα τέλη ύδρευσης, εξοφλήθηκαν, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανακοπή, όπως εξοφλήθηκαν και τα µισθώματα µηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018 στις 7-2-2018 και 5-3-2018 αντίστοιχα, τα οποία η πρώτη από αυτές διατάχθηκε µε την ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής να καταβάλει.

γ) Η πρώτη ανακόπτουσα δαπάνησε ποσό 150.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ για τον εξωραϊσμό του µισθίου, δαπάνες οι οποίες συμφωνήθηκε να αποσβεστούν κατά ποσοστό 6,25% ετησίως κατά τη δεκαεξαετή διάρκεια της μίσθωσης, µε αποτέλεσµα σε περίπτωση ?ξωσής της, να απωλέσει ποσοστό 43,75% από τα χρήματα που δαπάνησε. δ) Το πρατήριο το έχει υπομισθώσει στον πρατηριούχο Β.

Γ. µε την από 7-3-2013 σύμβαση υπομίσθωσης - αποκλειστικής εμπορικής συνεργασίας - χρησιδανείου εξοπλισμού, για το χρονικό διάστηµα από 13-3-2013 έως 31-7-2021, ώστε αν αποβληθεί η ίδια, θα αποβληθεί και ο υπομισθωτής, µε αποτέλεσµα να υφίσταται κίνδυνος να στραφεί σε βάρος της για την αποκατάσταση της ζηµίας του, ενώ θα απωλεσθούν και πέντε θέσεις εργασίας.

ε) Η καθής η ανακοπή γνωρίζει ότι η δεύτερη από αυτές στην οποία έχει πλέον μεταβιβαστεί η επίδικη μισθωτική σχέση είναι απολύτως φερέγγυα. Και, ότι, στ) η καθής η ανακοπή δημιούργησε σ' αυτές την πεποίθηση, ότι δεν θα επιδιώξει την αποβολή από το μίσθιο της πρώτης από αυτές, όπως τούτο συνάγεται από το συνδυασμό των παραπάνω περιστατικών.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "............. Με την ήδη ανακοπτόµενη, 3283/28-2-2018 Διαταγή, η πρώτη των καθών η αίτηση - ανακόπτουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) υποχρεώθηκε να αποδώσει στην αιτούσα - καθής η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσα) ελεύθερη τη χρήση του µισθίου, που είχε εκµισθωθεί, δυνάµει του μεταξύ τους από 21-1-2009 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, και συγκεκριµένα, α) ενός τµήµατος 1.836,60 τ.µ εκ του µε αριθµό (01) οικοπέδου, συνολικής έκτασης 4.036,21 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριµένου σχεδίου της πόλης Χρυσούπολης του Δήμου Νέστου/Καβάλας, στο Οικοδομικό Τετράγωνο Γ 328, µε πρόσοψη στις οδούς Λασκαράτου, Καραμανλή και πεζοδρόµου, β) µαζί µε τα επ' αυτού κτίσματα, συστατικά και παραρτήματα, ήτοι κτίριο 82,12 τ.µ.

αποτελούμενο από δύο αποχωρητήρια, ένα αποχωρητήριο Α.Μ.Ε.Α., ένα αποχωρητήριο προσωπικού και προθάλαμο, χώρο 10 τ.μ. µε ονομασία χώρος προσωπικού, χώρο 7 τ.µ. µε ονομασία αποθήκη - μηχανοστάσιο, στέγαστρο διαστάσεων 18Χ10 µ. και 6Χ6 µ., νησίδες αντλιών καυσίµου, δεξαμενές καυσίµου, ελαιολασποσυλλέκτες, στεγανές δεξαμενές δύο διαμερισμάτων, βόθρο, υποδοµή αποχέτευσης, χώρο πλυντηρίου και λιπαντηρίου αυτοκινήτων και στεγασµένων θέσεων στάθµευσης αυτοκινήτων, απάντων των ανωτέρω αποτελούντων ένα πλήρες και οργανωμένο πρατήριο υγρών καυσίμων, µε πλυντήριο, λιπαντήριο και μίνι μάρκετ, λόγω καθυστέρησης καταβολής µισθωμάτων από επανειληµμµένη δυστροπία, καθώς και να καταβάλει σε αυτήν συνολικό ποσό 5.522,83 ευρώ, για επιδικασθέν κεφάλαιο, επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη κλπ έξοδα, λόγω µη καταβολής των µισθωµάτων των µηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018.

Αποδείχθηκαν, όµως περαιτέρω και τα εξής: Η µισθώτρια - πρώτη ανακόπτουσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) εξόφλησε τελικά τους οφειλόµενους μισθωτικούς µήνες Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2016, στις 07.03.2016 και 10.03.2016 αντίστοιχα, τµήµα του μισθώματος Μαΐου 2017, στις 29.05.2017 και το υπόλοιπο μαζί µε τα µισθώματα µηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2017 στις 27.07.2017, καθώς και τα οφειλόμενα τέλη ύδρευσης, στις 21.02.2017.

Αποδείχθηκε, ακόµη ότι η πρώτη ανακόπτουσα (πρώτη αναιρεσίβλητη) κατέθεσε στις 28.06.2017 στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, τη µε αριθµό έκθεσης κατάθεσης 55204/589/2017 αίτηση άµεσης επικύρωσης συμφωνίας και μεταβίβασης επιχείρησης, σύμφωνα µε τα άρθρα 106β επ. και 106 θ (ήδη 106 δ) του ν. 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, επί της οποίας εκδόθηκε η µε αριθµό 109/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικύρωσε την από 18.06.2017 συμφωνία εξυγίανσης - μεταβίβασης επιχείρησης από την πρώτη αιτούσα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) προς τη δεύτερη (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη).

Η παραπάνω απόφαση δημοσιεύθηκε νόµιµα σε περίληψη στο ΓΕΜΗ την 02-02-2018. Σύμφωνα, µε το άρθρο 11 παρ. 1 της ως άνω συμφωνίας εξυγίανσης, µαζί µε το µεταβιβαζόμενο ενεργητικό, μεταβιβάζονται από την πρώτη αιτούσα προς την δεύτερη, οι κύριες µισθώσεις των πρατηρίων, ενώ σύμφωνα µε το άρθρο 13 παρ. 1 και 2 αυτής, οι ενεργείς κατά την 31.03.2017 µισθωτικές σχέσεις της πρώτης αιτούσας, ήτοι οι εμπορικές µισθώσεις και οι υπομισθώσεις, οι οποίες περιγράφονται και απεικονίζονται στο παράρτημα 9, όπως και η επίδικη μίσθωση µε την καθ' ης η ανακοπή (αναιρεσείουσα), καθώς και τα δικαιώµατα και οι υποχρεώσεις της πρώτης (τότε) αιτούσας που απορρέουν καθ' οιονδήποτε τρόπο έναντι των εκµισθωτών σε σχέση µε τα λειτουργούντα κατά την υπογραφή της συμφωνίας ή και κατά την ηµεροµηνία ολοκλήρωσης της συναλλαγής καταστήματα του δικτύου (πρατήρια) µεταβιβάστηκαν στην δεύτερη (τότε) αιτούσα, κατά τις διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.

Με την παρ. 5 του άρθρου 13 της ως άνω συμφωνίας, στην δεύτερη (τότε) αιτούσα μεταβιβάστηκε και μεταφέρθηκε το σύνολο των υποχρεώσεων της πρώτης προς τους εκµισθωτές, οι συμβάσεις των οποίων μεταφέρθηκαν στη δεύτερη κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 13 της συμφωνίας. Επιπροσθέτως, µε το άρθρο 24 παρ. 5 της ως άνω συμφωνίας, συμφωνήθηκε η αναστολή των ατομικών διώξεων του συνόλου των πιστωτών αναφορικά µε απαιτήσεις κατά της πρώτης αιτούσας και της δεύτερης για χρονικό διάστηµα τριών μηνών από την ηµεροµηνία έκδοσης της δικαστικής απόφασης.

Μετά από αυτό, η δεύτερη ανακόπτουσα (δεύτερη αναιρεσίβλητη) που είχε υπεισέλθει στη µισθωτική σχέση, κατέθεσε τα µισθώματα των µηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 2018, στις 7-2 και 2-3-2018, αντίστοιχα. Αποδείχθηκε, ακόµη, ότι η πρώτη ανακόπτουσα ήταν µέχρι το έτος 2015 κερδοφόρος, στη συνέχεια, όµως, λόγω της γνωστής σε όλους οικονοµικής κρίσης που έπληξε τη χώρα και τον κλάδο της επιχείρησής της, παρουσίασε, χωρίς δική της υπαιτιότητα, έντονο οικονομικό πρόβλημα ρευστότητας, που την ανάγκασε να οδηγηθεί σε διαδικασία εξυγίανσης.

Στην οικονομική αυτή δυσχέρεια της πρώτης ανακόπτουσας και όχι σε δυστροπία της, οφείλεται η καθυστέρηση καταβολής των µισθωµάτων των µηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2016, τµήµατος του Μαΐου 2017, Ιουνίου 2017, Ιουλίου 2017, καθώς και των τελών ύδρευσης, που πάντως έστω και καθυστερημένα εξοφλήθηκαν στο σύνολό τους, όπως εξοφλήθηκαν και τα µισθώματα των µηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018, στις 07.02.2018 και 05.03.2018 αντίστοιχα, τα οποία η πρώτη διατάχθηκε µε την ανακοπτόµενη διαταγή πληρωμής να καταβάλει.

Η ελάχιστη καθυστέρηση στην καταβολή των τελευταίων αυτών µισθωµάτων οφείλεται στο ότι μόλις τότε επικυρώθηκε η συμφωνία εξυγίανσης - μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης ανακόπτουσας στη δεύτερη και υπεισήλθε στη µισθωτική σχέση η τελευταία, η οποία είναι φερέγγυα και οικονομικά εύρωστη. Τα παραπάνω, δηλαδή οι χωρίς δική της υπαιτιότητα οικονομικές δυσχέρειες της πρώτης ανακόπτουσας και η εξαιτίας αυτών καθυστέρηση καταβολής των µισθωµάτων, αλλά και η επικείµενη εξόφλησή της από την δεύτερη ανακόπτουσα, που θα διαδεχόταν την πρώτη, και των τελευταίων µισθωµάτων, τελούσαν σε γνώση της καθής η ανακοπή κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης διαταγής.

Περαιτέρω, η πρώτη ανακόπτουσα δαπάνησε ποσό περίπου 150.000 Ευρώ για τον εξωραϊσµό του µισθίου, δαπάνες που συμφωνήθηκε να αποσβεστούν κατά τη δεκαεξαετή διάρκεια της μίσθωσης. Έτσι, σε περίπτωση απόδοσης του µισθίου θα υποστεί η πρώτη ανακόπτουσα, αλλά και η δεύτερη που την διαδέχθηκε, τεράστια οικονομική ζημία, αφού θα απωλεσθεί σηµαντικό µέρος των χρημάτων που δαπανήθηκαν.

Και το γεγονός αυτό τελούσε σε γνώση της καθ' ης η ανακοπή κατά την έκδοση της προσβαλλομενης Διαταγής. Επιπλέον, το µίσθιο πρατήριο έχει πλέον υπομισθωθεί περαιτέρω στον πρατηριούχο Β. Γ., µε την από 07.03.2013 σύμβαση μίσθωσης για το χρονικό διάστηµα από 13.03.2013 έως 31.07.2021, ώστε σε περίπτωση απόδοσής του θα αποβληθεί και ο υπομισθωτής αυτός, µε αποτέλεσμα να υφίσταται κίνδυνος να στραφεί σε βάρος της δεύτερης ανακόπτουσας για την αποκατάσταση της ζημίας του που θα υποστεί, μεταξύ άλλων και από την ικανοποίηση των εργατικών αξιώσεων των πέντε εργαζομένων που απασχολεί.

Υπό τα παραπάνω δεδοµένα, σε συνδυασμό και µε το ότι η καθ' ης η ανακοπή ανεχόταν επί σειρά ετών την καθυστέρηση της καταβολής των µισθωµάτων από την πρώτη ανακόπτουσα, ακριβώς επειδή γνώριζε τη δυσχερή οικονομική κατάσταση στην οποία εκείνη είχε ανυπαίτια περιέλθει, αλλά και αναμένοντας, στη συνέχεια, και την εξεύρεση οικονοµικής λύσης µε την εξυγίανση - μεταβίβαση της επιχείρησης στην δεύτερη ανακόπτουσα, κάτι που τελικώς έγινε και επετεύχθη η έστω και καθυστερημένη εξόφληση όλων των µισθωµάτων, για τα οποία η καθής η ανακοπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη Διαταγή, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι στην πρώτη ανακόπτουσα (και εμμέσως και στη διάδοχό της δεύτερη ανακόπτουσα), δημιουργήθηκε η εύλογη πεποίθηση ότι η καθ' ης η ανακοπή δεν θα ασκήσει το δικαίωμά της για απόδοση του µισθίου, γεγονός που σε συνδυασμό µε την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε και τις λοιπές περιστάσεις που μεσολάβησαν παριστά την άσκηση του δικαιώματός της αυτού, που αναμφίβολα έχει δυσµενέστατες επιπτώσεις για αμφότερες τις ανακόπτουσες, µη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεµένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας, δηλαδή ως καταχρηστική σύμφωνα µε τις νοµικές σκέψεις που προεκτέθηκαν.

Πρέπει, επομένως, κατά ουσιαστική παραδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη Διαταγή, κατά το µέρος της που αφορά την απόδοση του ένδικου µισθίου.....". Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε ως βάσιμο το σχετικό λόγο έφεσης των ανακοπτουσών οφειλετών και ήδη αναιρεσίβλητων και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε τα αντίθετα, δέχθηκε τον αντίστοιχο δεύτερο λόγο της ανακοπής και ακύρωσε τη διαταγή κατά το μέρος που αφορούσε την απόδοση του μισθίου, λόγω αντίθεσης της έκδοσής της, στο άρθρο 281 ΑΚ.

Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, δέχθηκε ότι η ενέργεια της αναιρεσείουσας να επιδιώξει την απόδοση της χρήσης του μισθίου πρατηρίου με την ένδικη Διαταγή, λόγω επανειλημμένης δυστροπίας περί την καταβολή μισθωμάτων, ήταν αντίθετη στο 281 ΑΚ. Με αυτά, όμως, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, οι προϋποθέσεις εφαρμογής της οποίας δεν συνέτρεχαν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν κρίνονται ικανά να δημιουργήσουν ευλόγως στις ανακόπτουσες - αναιρεσίβλητες την πεποίθηση ότι η καθής η ανακοπή - αναιρεσείουσα δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά της, από τη σύμβαση μίσθωσης κατ' αυτών.

Και τούτο διότι, το Εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του καταφάσκει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, για την επιδίωξη ικανοποίησης της αξίωσής της προς απόδοση της χρήσης του μισθίου ακινήτου, λόγω επανειλημμένης δυστροπίας περί την καταβολή των μισθωμάτων, μέσω της ένδικης διαταγής απόδοσης, στις παραδοχές:

α) Περί έντονου οικονομικού προβλήματος ρευστότητας της πρώτης ανακόπτουσας από το έτος 2015 και εφεξής, λόγω της οικονομικής κρίσης που έπληξε τη χώρα μας και τον κλάδο της επιχείρησής της, γεγονός που την ανάγκασε να οδηγηθεί σε διαδικασία εξυγίανσης. β) Στη μεταγενέστερη καταβολή των μισθωμάτων των μηνών, Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2016, τμήματος του μισθώματος Μαϊου 2017, των μισθωμάτων των μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2017 και των τελών ύδρευσης, που έλαβε χώρα πριν την έκδοση της ένδικης διαταγής απόδοσης του μισθίου από την πρώτη ανακόπτουσα και των επίδικων μισθωμάτων των μηνών Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου 2018, που έλαβε χώρα μετά την έκδοση της ένδικης διαταγής από τη δεύτερη ανακόπτουσα.

γ) Στην απώλεια σημαντικού ύψους των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκε η πρώτη ανακόπτουσα, για τον εξωραϊσμό του μίσθιου πρατηρίου, η απόσβεση των οποίων συμφωνήθηκε σταδιακά κατά τη δεκαεξή διάρκεια της μίσθωσης. δ) Στις δυσμενείς συνέπειες που θα επέλθουν στη δεύτερη ανακόπτουσα από τη λήξη της υπομίσθωσης, λόγω του κινδύνου να στραφεί ο υπομισθωτής σε βάρος της αξιώνοντας αποζημίωση για την αποκατάσταση της ζημίας του, μεταξύ άλλων και από την ικανοποίηση των εργατικών αξιώσεων των πέντε εργαζομένων που απασχολεί.

Και, ε) στην ανοχή επί σειρά ετών της εκμισθώτριας, στην καθυστερημένη είσπραξη των μισθωμάτων, η οποία κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τα άνω δεδομένα, δημιούργησε στις ανακόπτουσες - αναιρεσίβλητες την εύλογη πεποίθηση, ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα της αναιρεσείουσας.

Τα περιστατικά, όμως, αυτά αυτοτελώς εξεταζόμενα και σε συνδυασμό μεταξύ τους, δεν μπορούν να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς απόδοση της χρήσης του μισθίου πρατηρίου, μέσω της έκδοσης διαταγής απόδοσης. Ειδικότερα, τόσο η οικονομική αδυναμία της πρώτης ανακόπτουσας, σχετικά με την καταβολή των μισθωμάτων, η οποία κατά τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν ήταν πρόσκαιρη, αλλά διαρκής, από το έτος 2015 και εφεξής και δημιούργησε σ' αυτή πρόβλημα ρευστότητας, όσο και η μεταγενέστερη καταβολή των μισθωμάτων, για τα οποία εκδηλώθηκε επανειλημμένα καθυστέρηση στην καταβολή τους, κατά τα έτη 2016, 2017 και 2018, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του άνω δικαιώματος της αναιρεσίβλητης, ενόψει μάλιστα και του αποδειχθέντος κατά την προσβαλλόμενη απόφαση γεγονότος της υπομίσθωσης του μίσθιου πρατηρίου σε τρίτο, που συνεπάγεται είσπραξη υπομισθώματος ικανού, να διατεθεί για την έγκαιρη καταβολή των μισθωμάτων.

Επίσης, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του ίδιου δικαιώματος και η προηγούμενη της έκδοσης της διαταγής απόδοσης συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, συνιστάμενη, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην ανοχή της αναιρεσίβλητης, όσον αφορά την καθυστερημένη καταβολή των μισθωμάτων, αφού πέραν της ανοχής αυτής δεν εκτίθενται άλλα περιστατικά σχετικά με τη συμπεριφορά της καθής, ικανά να δημιουργήσουν στις ανακόπτουσες την εύλογη πεποίθηση, ότι η αναιρεσείουσα δεν θα επιδιώξει την ικανοποίηση του δικαιώματός της απόδοσης του μισθίου, μέσω διαταγής απόδοσης, με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη άσκησή του δικαιώματός της αυτού, να προκαλεί δυσμενείς συνέπειες στις ανακόπτουσες.

Το γεγονός δε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η άσκηση του δικαιώματος της καθής η ανακοπή επιφέρει τυχόν βλάβη στις ανακόπτουσες - αναιρεσίβλητες, συνιστάμενη κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στην απώλεια μέρους των δαπανών της πρώτης ανακόπτουσας, στις οποίες αυτή υποβλήθηκε για τον εξωραϊσμό του μισθίου και την ενδεχόμενη επιδίωξη αποζημίωσης από τον υπομισθωτή, λόγω λήξης της σύμβασης υπομίσθωσης, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει κατάχρηση δικαιώματος, εφόσον δεν συνδυάζεται με άλλες περιστάσεις και ιδίως με προηγούμενη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας εκμισθώτριας από την οποία να έχει δημιουργηθεί σ' αυτές και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι η παραπάνω δεν πρόκειται να ασκήσει τα σχετικά δικαιώματά της, ή με έλλειψη συμφέροντος της εκμισθώτριας στην άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων της.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν υπάρχει όταν ο εκμισθώτρια, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποφασίζει, όπως έχει δικαίωμα, να πραγματώσει την αξίωσή της για απόδοση του μισθίου ακινήτου σ' αυτή, λόγω καθυστέρησης της καταβολής του συμφωνημένου μισθώματος από δυστροπία και μάλιστα επανειλημμένη, με την έκδοση σε βάρος του μισθωτή διαταγής απόδοσης του μισθίου, έστω και αν ο μισθωτής κατέβαλε τα οφειλόμενα, μετά την κατάθεση της αίτησης για έκδοση της διαταγής απόδοσης του μισθίου και καταβολής των μισθωμάτων.

Ενόψει αυτών, το Εφετείο δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμο το δεύτερο λόγο της ανακοπής των αναιρεσίβλητων, περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, να επιδιώξει την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής απόδοσης του μισθίου πρατηρίου, υπό τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, εφάρμοσε εσφαλμένα την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού οι παραδοχές αυτές, δεν δικαιολογούν το αποδεικτικό της πόρισμα, υπό την έννοια της ορθής υπαγωγής των ανελέγκτως γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ευθεία παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Η αναιρετική εμβέλεια δε του λόγου αυτού καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του άλλου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., καθόσον, τυχόν, παραδοχή του συνεπάγεται το ίδιο αποτέλεσμα.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλο δικαστή (άρθ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε από αυτή για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης (αρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητες, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 1777/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ως άνω δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ