Legislator Case Law & Legislation
1825/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against child abuse convictions, rejecting claims of character rehabilitation without concrete evidence.

Case Number 1825/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed appeals filed by two defendants convicted of continuously seducing a child under ten years old. The defendants argued for a mitigating circumstance based on their good conduct and apparent moral transformation while incarcerated. The court rejected this claim because the defendants failed to provide specific factual evidence demonstrating a genuine shift toward pro-social behavior, noting that general compliance with prison rules does not constitute such a transformation.

Legislator headnote

AI generated

Articles 84 § 2 (e) and 510 (e), (d) of the Criminal Procedure Code; The court holds that a mitigating circumstance for moral transformation requires concrete factual proof of positive social contribution, and general prison compliance or lack of disciplinary records is insufficient to establish such a transformation.

Keywords

AI generated
moral transformation mitigation child abuse conviction prison conduct evidence appeal dismissal criminal procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 473 paragraph 3 of the Criminal Procedure Code
Article 339 paragraph 1 of the Criminal Code
Article 84 § 2 (e) of the Criminal Code
Article 510 paragraph 1 (e) and (d) of the Criminal Procedure Code
Article 583 paragraph 1 of the Criminal Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2018 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)ΑΡΙΘΜΟΣ 1825/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αρτεμισία Παναγιώτου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 231/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Αναστασάκο, Μαρία Γεωργίου, Ευφροσύνη Καλογεράτου-Ευαγγέλου-Εισηγήτρια και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Β. Κ. του Χ., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Μιχαλόλια και 2) Σ. Π. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., που εκπροσωπήθηκε από το δικηγόρο Ευάγγελο Μάλλιο, ο οποίος ορίστηκε δικηγόρος του με την υπ' αριθμ. 209/2018 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της υπ' αριθ.371, 389, 389Α/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις υπ' αριθμ. πρωτ. 5534/25-5-2018 και από 18-5-2018, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 780/2018.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του πρώτου αναιρεσείοντα, τον ορισθέντα δικηγόρο του δευτέρου αναιρεσείοντα, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες αιτήσεις: 1) υπ' αριθμ. πρωτ. 5534/25.5.2018 του Β. Κ. του Χ. και 2) υπ' αριθμ. 6/18.5.2018 του Σ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 371, 389, 389 Α/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, (το οποίο κατ' έφεση δικάζοντας κήρυξε τους ήδη αναιρεσείοντες ενόχους της αξιόποινης πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου κάτω των δέκα (10) ετών κατ' εξακολούθηση, και επέβαλε σε έκαστο τούτων ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών), ασκήθηκαν παραδεκτώς και εμπροθέσμως κατ' άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠοινΔ (καταχώρηση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο την 9.5.2018). Επομένως πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας που υπάρχει μεταξύ τους εφ' όσον στρέφονται κατά της ιδίας αποφάσεως και να εξεταστούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των λόγων τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 339 παρ. 1 του ΠΚ (όπως ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως της κατωτέρω πράξεως ήτοι πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 3 παρ.4 του Α' Κεφαλαίου του ν. 3727/2008): "Οποιος ενεργεί ασελγή πράξη με πρόσωπο νεότερο από 15 ετών ή το παραπλανά με αποτέλεσμα να ενεργήσει ή να υποστεί τέτοια πράξη τιμωρείται, αν δεν υπάρχει περίπτωση να τιμωρηθεί βαρύτερα για το έγκλημα του άρθρου 351Α ως εξής:

α)αν ο παθών δεν συμπλήρωσε τα δέκα έτη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, β)αν ο παθών συμπλήρωσε τα δέκα, όχι όμως και τα δεκατρία έτη με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και γ)αν συμπλήρωσε τα δεκατρία έτη με φυλάκιση". Από τη διάταξη αυτή, που έχει ως σκοπό την προστασία της αγνότητας της παιδικής ηλικίας, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού, απαιτείται η τέλεση ασελγούς, από οποιαδήποτε άποψη, πράξεως με πρόσωπο νεώτερο των δεκαπέντε ετών, κατά τις σχετικές ως προς την ηλικία διακρίσεις, η οποία, αντικειμενικά μεν, προσβάλλει το κοινό αίσθημα της αιδούς και την περί των ηθών κοινή αντίληψη, υποκειμενικά δε κατευθύνεται στην ικανοποίηση ή διέγερση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του δράστου.

Με την έννοια αυτή, αποτελεί ασελγή πράξη όχι μόνον η συνουσία και η παρά φύση ασέλγεια, αλλά και η ψαύση και οι θωπείες των γεννητικών οργάνων ή άλλων απόκρυφων μερών του σώματος, η επαφή των γεννητικών οργάνων του δράστου στα γεννητικά όργανα του ανήλικου, ο εναγκαλισμός και ο ασπασμός στο πρόσωπο και το σώμα του παιδιού, εφ' όσον κατατείνουν στην διέγερση ή ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας του δράστου, αφού και αυτές προσβάλλουν την αγνότητα της παιδικής ηλικίας.

Τέλος, αν περισσότερες διακεκριμένες πράξεις του δράστη στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου, πρόκειται για έγκλημα κατ' εξακολούθηση (άρθρο 98 ΠΚ).

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση (όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.) για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Μεταξύ των κυριοτέρων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρ. 178 περ. γ' Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Επίσης, η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται από το άρθρ. 177 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.

Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους (ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη) ή η πραγματογνωμοσύνη που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δεν ταυτίζονται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 Κ.Ποιν.Δ.

αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του άρθρου 183 του ίδιου Κώδικα (αφού δεν συντάσσονται ύστερα από παραγγελία του αρμόδιου ανακριτικού υπαλλήλου ή του ανακριτή ή του δικαστικού συμβουλίου ή του ποινικού δικαστηρίου), αλλά λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και το πόρισμά τους συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλά έγγραφα, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, ούτε απαιτείται ειδική αιτιολογία για τη μη αποδοχή τους (ΑΠ 555/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από την παραδεκτή, για τις ανάγκες έρευνας της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων των υπό κρίση αναιρέσεων, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 371, 389, 389 Α/ 2017 αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πειραιώς δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Επειδή από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενόρκως στο Δικαστήριο τούτο, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο πρώτος κατηγορούμενος Ε. Π., από το νόμιμο γάμο του με την Α. Α., που τελέσθηκε το έτος 1991, απέκτησε δύο τέκνα, τον Κ. και την Μ.-Ό.. Η οικογένεια αυτή, αρχές του έτους 2006, διέμενε σ' ένα μικρό ενοικιαζόμενο σπίτι στην οδό ..., συντηρείτο δε με εισοδήματα προερχόμενα από τα δύο επιδόματα για άτομα με αναπηρία που λάμβανε καθένας από τους γονείς και οικονομική βοήθεια που τους παρείχε αρχικά ο αποβιώσας ήδη κατηγορούμενος Γ.

Π., ο οποίος όμως το Μάρτιο του έτους 2006 ήταν άνεργος και δεν είχε τη δυνατότητα να τους βοηθήσει. Ήταν η εποχή που η σύζυγος του πρώτου κατηγορουμένου Α. νοσηλευόταν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο "..." από καρκίνο στον τράχηλο μήτρας, γιαυτό και ο σύζυγος της με το από 29/3/2006 γραπτό αίτημα του που υπέβαλε στην <αρμόδια υπηρεσία του Δήμου ….

ζήτησε έκτακτη οικονομική ενίσχυση. Κατά την πραγματοποιηθείσα στις 29.3.2006 επίσκεψη της, εξετασθείσας ενόρκως στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου μάρτυρος Δ. Φ., κοινωνικής λειτουργού στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου ..., αυτή διαπίστωσε άθλιες συνθήκες διαβιώσεως. Μετά το θάνατο της μητέρας της Μ.- Ό., που επήλθε στις 23 Αυγούστου του έτους 2006 και κατόπιν πραγματοποιηθείσας νέας κατ' οίκον επίσκεψης της ίδιας κοινωνικής λειτουργού, σε μικρό διαμέρισμα" στην οδό ...

στον ..., η τελευταία διαπίστωσε πως η γεννηθείσα την 4α Μαΐου 1998 ανήλικη, κατοικούσε πλέον εκεί με τον αδελφό της, τον πατέρα της και τον άνω αποβιώσαντα στις 28.12.2012 αδελφό του πατέρα της Γ. Π., κοιμόταν δε στο μοναδικό δωμάτιο του διαμερίσματος στο ίδιο κρεβάτι με τους δύο τελευταίους, ενώ στο πάτωμα κοιμόταν ο αδελφός της Κ.ς, κάτω από επίσης άθλιες συνθήκες διαβίωσης και έλλειψη καθαριότητας.

Η κοινωνική λειτουργός αντιμετώπισε την αρνητική στάση του άνω πατέρα της μικρής να συνεργασθεί μαζί της, ενώ δε από την προσωπική επαφή της, με την ανήλικη Μ.-Ό., σχημάτισε την εντύπωση πως η μικρή ήταν ιδιαίτερα μελαγχολική και φοβισμένη, δεν χαμογελούσε και δεν είχε την ανεμελιά που έχουν τα παιδιά της ηλικίας της.

Τον Μάιο του έτους 2007, κατόπιν προτάσεως της άνω κοινωνικής λειτουργού προς τον πατέρα της ανήλικης Μ.- Ό., Ε. Π., ο τελευταίος ενώ αρχικά προφασιζόμενος ότι η μικρή δεν έχει τα απαραίτητα ρούχα για την κατασκήνωση, δεν ήθελε να συμμετάσχει στο σχετικό πρόγραμμα του Δήμου ..., τελικά όμως της το επέτρεψε και έτσι κατά το χρονικό διάστημα από 9 έως 20 Ιουλίου, η πιο πάνω ανήλικη, φιλοξενήθηκε στην κατασκήνωση της ...

στον ... Την τελευταία ημέρα της φιλοξενίας της η ανήλικη είπε στον αρχηγό της κατασκήνωσης Δ. Λ., ο οποίος είχε έντονο διάλογο στο τηλέφωνο με τον πατέρα της, πως "δε θέλει να πάει ο μπαμπάς της φυλακή" και ακολούθως εκμυστηρεύθηκε στον τελευταίο και στη συνέχεια και στους υπευθύνους της κατασκηνώσεως Ε.

Θ. και στη Σ. Κ. και ότι κακοποιείται σεξουαλικά σε τακτά χρονικά διαστήματα από τους οικείους της, καθώς και από τον τρίτο και τέταρτο εκ των κατηγορουμένων Β Κ. και Σ., Π.. Αμέσως κλήθηκαν αστυνομικοί της αρμόδιας αστυνομικής -αρχής ενώπιον των οποίων η Μ. Ό. Π. επανέλαβε τις καταγγελίες της, συνταχθείσας της από 20.7.2007 σχετικής εκθέσεως εξετάσεως της Αστυνόμου Α' Τ.

Α.. Την επομένη ημέρα η ανήλικη με νέα κατάθεση της ανήρεσε την καταγγελία της, αποδίδοντας αυτήν σε πιέσεις του υπευθύνου της κατασκηνώσεως. Όμως εξεταζόμενη την 1η.4.2009 ενώπιον του Ανακριτού, ενώ πλέον είχε αποκοπεί από το οικογενειακό της περιβάλλον, επανέλαβε τις καταγγελίες τόσο κατά των οικείων όσο κατά του φίλου του πατέρα της Σ.

Π., όσο και κατά του νονού της Β. Κ.. Αυτά που έκαναν στην ανήλικη οι τρεις κατηγορούμενοι, ήτοι οι ασελγείς πράξεις στις οποίες αυτή αναφέρεται, αναλύονται από την ίδια στην αρχική της κατάθεση, σύμφωνα με την οποία "ο πατέρας της πολλά βράδια της έλεγε να βγάζει τα ρούχα της, έβγαζε και αυτός τα δικά του και ακουμπούσε το πέος του στην περιοχή του πρωκτού και του στήθους της-καθώς και στο στόμα της με σκοπό τη γενετήσια ικανοποίηση τους.

Μάλιστα κατά την καταγγέλλουσα οι ασελγείς πράξεις γίνονταν άλλες φορές κάθε μία ημέρα, άλλες μετά από δύο ή τρεις ημέρες και πολλές φορές, τελευταία φορά δε το μεσημέρι μία μέρα πριν πάει στην κατασκήνωση, γίνονταν δε και από το νονό της και ένα φίλο του μπαμπά της που όταν έρχονταν στο σπίτι, της έλεγαν να γδυθεί να ξαπλώνει στο κρεβάτι και ακουμπούσαν το πέος τους στο πρωκτό της και το στόμα της και εκσπερμάτωναν, όλα αυτά λάμβαναν χώρα πολλές φορές με την παρουσία του πατέρα της.

Σύμφωνα δε με την από 22/7/2010 έκθεση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ'αριθμ.374/2010 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα παιδοψυχίατρου Π. Β., η Μ. Ό. ανέφερε πως δεν περνούσε καλά, ήταν κακός ο μπαμπάς της, πως της κάνανε διάφορα πράγματα στο σώμα της, που δεν της άρεσαν καθόλου πως καθόταν επάνω της και μερικές φορές έβλεπε υγρά και καταλήγοντας ζήτησε βοήθεια από την υπηρεσία, ώστε να τα ξεχάσει ακόμη περισσότερο.

Σύμφωνα με την άνω πραγματογνωμοσύνη, κατά το χρόνο της εξέτασης της, αξιολογήθηκε η ψυχική της κατάσταση ως εμφανώς βελτιωμένη, ενώ δεν παρατηρήθηκαν εμφανή σημεία κατάθλιψης, ή κατάσταση ψυχική αναστολής, ήταν έντονη η απουσία αρνητικών συναισθημάτων όταν αναφερόταν σε γεγονότα, ζήτησε βοήθεια, ενώ απέδιδε την προτροπή στις άνω πράξεις στον πατέρα.

Επίσης κατά την από 1/4/2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του ίδιου πραγματογνώμονα, η ανήλικη αναφερόταν σταθερά στην σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη (αναφερόταν στον πατέρα της, το θείο, το νονό, έναν φίλο του θείου και τον αδελφό της). Για τον τελευταίο ανέφερε πως έδρασε κατόπιν πιεστικών παροτρύνσεων του πατέρα.

Δεν μπορούσε να περιγράψει λεπτομέρειες, διευκρίνιζε πως δεν υπήρξε διείσδυση, υπήρξαν θωπείες σε "ακατάλληλα σημεία του σώματος και επαφή γεννητικών οργάνων των φερομένων ως δραστών με το σώμα της, ενώ δεν μπορούσε να αναπαραστήσει τα γεγονότα με τη χρήση κούκλων. Είναι βεβαίως γεγονός ότι η κατηγορία στηρίχθηκε στην καταγγελία της ανηλίκου, η οποία όπως εκτέθηκε ανακάλεσε αυτήν και αργότερα επανήλθε στα καταγγελθέντα.

Η πιο πάνω παρατηρούμενη αστάθεια, οφειλόμενη προφανώς στην ανωριμότητα της, λόγω της ηλικίας της και στην ανασφάλεια που της δημιούργησε το περιβάλλον στο οποίο διαβιούσε, αλλά και η απώλεια της μητέρας της, οπωσδήποτε δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία της. Και τούτο διότι ευρισκόμενη ήδη σε ασφαλέστερο περιβάλλον χωρίς εξαρτήσεις και πιέσεις και έχουσα αναπτύξει με την πάροδο του χρόνου μεγαλύτερη ωριμότητα ανάλογη με την ηλικία της, επανήλθε με σταθερότητα και σαφήνεια στις καταγγελίες της.

Άλλωστε οι λεπτομέρειες που περιγράφονται στις καταθέσεις της ανηλίκου όσον αφορά τις άνω ασελγείς πράξεις που επιχειρήθηκαν σε βάρος της συνηγορούν υπέρ της βασιμότητας της καταγγελίας της και καταδεικνύουν ότι όσα κατέθεσε για τις ασελγείς σε βάρος της πράξεις των κατηγορουμένων, είχαν έντονο γενετήσιο και ηδονιστικό χαρακτήρα, κατέτειναν στην ικανοποίηση της γενετήσιας επιθυμίας των δραστών και πρόσβαλαν το κοινό αίσθημα της αιδούς και των ηθών, αλλά και την αγνότητα της παιδικής ηλικίας, είναι αληθή, καθόσον πρόκειται για πράξεις οι οποίες εάν δεν είχαν επιχειρηθεί δεν θα ήταν καθόλου πιθανό να επινοηθούν από αυτήν, που τότε διήγε το ένατο έτος της ηλικίας της και ασφαλώς είχε περιορισμένες γνώσεις όσον αφορά το πεδίο της γενετήσιας ζωής.

Την ηλικία της μικρής γνώριζαν αναμφισβήτητα οι κατηγορούμενοι, καθόσον ο πρώτος ήταν πατέρας της, ο τρίτος νονός της και ο τελευταίος φίλος του πατέρα της που τους επισκεπτόταν συχνά στην οικία όπου διέμεναν. Βέβαια οι κατηγορούμενοι αρνούνται την τέλεση των ανωτέρω πράξεων και ισχυρίζονται ότι όλα αποτελούν μυθεύματα της ανήλικης παθούσας, πλην όμως δεν δίδουν κάποια εξήγηση στο εύλογο ερώτημα για ποιο λόγο η παθούσα κατασκεύασε όλη αυτή την ιστορία.

Στην κρίση αυτή καταλήγει ειδικότερα το Δικαστήριο από τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα και ιδίως από την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας (ανήλικης παθούσας), η οποία επιβεβαίωσε τα ανωτέρω, κατάθεση που ενισχύεται, τόσο από τις καταθέσεις, της Δ. Φ., κοινωνικής λειτουργού στην κοινωνική υπηρεσία του δήμου ..., του αρχηγού της κατασκήνωσης Δ. Λ. και των μαρτύρων κατηγορίας Ε. Θ. και στη Σ. Κ., όσο και από την από 22/7/2010 έκθεση παιδοψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με την υπ'αριθμ.374/2010 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, πραγματογνώμονα παιδοψυχίατρου Π. Β., κατά τα ως άνω ειδικότερα αναφερόμενα απ'αυτούς. Στοιχεία που δεν αποκρούονται με πειστικότητα από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο, ούτε από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, στοιχειοθετούμενης την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και μάλιστα υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις της ανωτέρω αξιόποινης πράξεως της αποπλανήσεως κατ' εξακολούθηση παιδιού που δεν είχε συμπληρώσει το δέκατο έτος της ηλικίας του, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι αυτής κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, απορριπτομένων των αυτοτελών ισχυρισμών τους". Στη συνέχεια το Δικαστήριο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κήρυξε τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες Β. Κ. και Σ. Π. ενόχους, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84&2α ΠΚ του ότι: "Στον ... σε μη δυνάμενες να προσδιορισθούν επακριβώς ημερομηνίες, αλλά οπωσδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος από την 24.8.2006 έως το μήνα Ιούλιο του έτους 2007, με περισσότερες από μία πράξεις, οι οποίες συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου αδικήματος, ενήργησαν ασελγείς πράξεις με πρόσωπο νεώτερο των δεκαπέντε, αλλά και των δώδεκα ετών. Συγκεκριμένα:

Ο 2ος κατηγορούμενος Β. Κ., στον ως άνω τόπο και χρόνο και κατά κύριο λόγο εντός της οικίας του επί της οδού ... υποχρέωνε την ανήλικο (γεννηθείσα την 4.5.1998) και πνευματικό του τέκνο Μ. - Ό. Π. του Ε. και της Α. (άλλοτε κατά μόνας και άλλοτε παρουσία των συγκατηγορουμένων του) αφού αφαιρούσαν τα ενδύματά τους, να του κάμει πεοθηλασμό, ως και να ανέχεται να προβαίνει σε θωπείες και προστριβή του γεννητικού του μορίου στο στήθος αυτής και στην περιοχή του πρωκτού, ακολούθως δε να εκσπερματώνει είτε στα ως άνω σημεία του σώματός της, είτε στο πρόσωπό της, εξαναγκάζοντας ενίοτε αυτήν ακόμη και σε κατάποση του προϊόντος της εκσπερματώσεως" και "Ο 3ος κατηγορούμενος Σ. Π., στον ως άνω τόπο και χρόνο και κατά κύριο λόγο εντός της οικίας του επί της οδού ... υποχρέωνε την ανήλικο (γεννηθείσα την 4.5.1998) Μ. - Ό. Π. του Ε. και της Α.ς(άλλοτε κατά μόνας και άλλοτε παρουσία των συγκατηγορουμένων του) αφού αφαιρούσαν τα ενδύματά τους, να του κάμει πεοθηλασμό, ως και να ανέχεται να προβαίνει σε θωπείες και προστριβή του γεννητικού του μορίου στο στήθος αυτής και στην περιοχή του πρωκτού, ακολούθως δε να εκσπερματώνει είτε στα ως άνω σημεία του σώματός της, είτε στο πρόσωπό της, εξαναγκάζοντας ενίοτε αυτήν ακόμη και σε κατάποση του προϊόντος της εκσπερματώσεως".

Κατόπιν αυτών:

Ι. Επί της υπ' αριθμ. πρωτ. 5534/25.5.2018 δηλώσεως αναιρέσεως του Β. Κ. του Χ.: Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της αποπλανήσεως παιδιού που δεν είχε συμπληρώσει το 10ο έτος της ηλικίας του κατ' εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων Β.

Κ., τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 339§ 1α και 98 του ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις του ως άνω αναιρεσείοντος περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως διότι το δικάσαν Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη την από 30.5.2013 γνωμάτευση του παιδοψυχιάτρου Α. Β., σύμφωνα με την οποία κρίνεται ιδιαίτερα επισφαλής η οποιαδήποτε μαρτυρία της παθούσης ανηλίκου όπως αυτή περιγράφηκε στην έκθεση του πραγματογνώμονα Π.

Β., είναι αβάσιμες, αφού: όπως είναι φανερό από το περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε, και η γνωμάτευση αυτή η οποία περιλαμβάνεται μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων (με αριθ. 15), και η οποία, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, και ορθώς συνεκτιμήθηκε ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του, ως απλό έγγραφο, δεν ήταν δε αναγκαία η ειδικότερη αντίκρουση αυτής δια παραθέσεως δηλονότι πραγματικών περιστατικών που αποκλείουν αυτά που ο ως άνω παιδοψυχίατρος έθεσε ως βάση της εκφρασθείσας με την ως άνω γνωμάτευση γνώμης του, το γεγονός δε ότι το Δικαστήριο δεν συντάχθηκε με αυτήν δεν σημαίνει ότι το αποδεικτικό αυτό μέσο δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε με τα υπόλοιπα.

Άλλωστε, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αιτιολογεί επαρκώς γιατί οι σε βάρος των κατηγορουμένων και επομένως και του αναιρεσείοντος καταγγελίες της ανηλίκου Μ. - Ό. κρίθηκαν βάσιμες, αποκρούοντας έτσι εμμέσως και την ως άνω γνωμάτευση.

Επομένως, ο υποστηρίζων τα αντίθετα μοναδικός από το άρθρο 510 & 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος Β. Κ., περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την καταδικαστική γι' αυτόν κρίση της προσβαλλομένης, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Οι εκτιθέμενες στο λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις, περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδεικτικών μέσων, καθ' όσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθ' όσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν υπό την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

II. Επί της υπ' αριθμ. 6/18.5.2018 αιτήσεως αναιρέσεως του Σ. Π. του Α.:

Η επιβαλλόμενη εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς εκείνοι οι ισχυρισμοί, οι οποίοι κατατείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή αποκλείουν ή μειώνουν την ικανότητα προς καταλογισμό ή οδηγούν στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή σε μείωση της ποινής.

Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί αυτοί να προβάλλονται κατά τρόπο ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που κατά νόμο απαιτούνται για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και σε περίπτωση αποδοχής να οδηγούν στο ειδικότερο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα. Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί επί των ισχυρισμών αυτών (αορίστων) με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα.

Ως ελαφρυντικές περιστάσεις κατά το άρθρο 84 παρ. 2 Π.Κ. θεωρούνται, μεταξύ άλλων,... (υπό ε' ) "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του". Κατά την έννοια της διατάξεως της περ. ε', για να αναγνωρισθεί η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα και υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στην γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, ήτοι απαιτείται, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της αρμονικής συμβίωσης του δράστη μετά την πράξη, καλή όμως συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή, ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας.

Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και αυτοπροαιρέτως ως αποτέλεσμα της ηθικής και ψυχικής μεταστροφής του δράστη και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού ή για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις υποβολής ενός τέτοιου ισχυρισμού, οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά που να μαρτυρεί την αληθινή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο.

Σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.

Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ' αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να μη ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κράτησής του προδήλως, εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε προδήλως, όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Η παραδοχή όμως της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος, είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 371, 389, 389 Α/2017 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως οκτώ (8) ετών, για την πράξη της αποπλάνησης ανηλίκου κάτω των δέκα (10) ετών κατ' εξακολούθηση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος, πρόβαλε εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό της συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη του (άρθρο 84 παρ. 1 εδ. ε' ΠΚ,). Ειδικότερα, ο συνήγορος ανέφερε στο έγγραφο που κατέθεσε στο δικαστήριο, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "... Σε κάθε περίπτωση συντρέχει στο πρόσωπό μου η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μου μετά την πράξη. Μετά την πράξη μου και έως σήμερα προσπαθώ να επανορθώσω και να ενταχθώ πλήρως κοινωνικά, απολαμβάνοντας οικογενειακής, επαγγελματικής και κοινωνικής αναγνώρισης.

Όπως έχει κριθεί νομολογιακά, για να στοιχειοθετηθεί η ελαφρυντική αυτή περίσταση, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, καίτοι από τον χρόνο τέλεσης των πράξεων μέχρι και σήμερα έχουν περάσει 9 χρόνια, όπου έχω επιδείξει και επιδεικνύω καθ' όλο αυτό το χρονικό διάστημα άψογη θετική συμπεριφορά. Δεν έχω εμπλακεί στην παραμικρή και έστω ήσσονος σημασίας έκνομη δραστηριότητα ή πράξη όλα αυτά τα έτη, τιμώντας με αυτό τον τρόπο και την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου να μου χορηγήσει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην τυχόν ασκηθείσα έφεση. Αξιοσημείωτο επίσης είναι το γεγονός ότι όλο αυτό το χρονικό διάστημα τηρώ με κάθε επιμέλεια τους περιοριστικούς όρους που μου έχουν τεθεί. Αντιθέτως, όχι μόνον δεν έχω επιδείξει την παραμικρή παράνομη συμπεριφορά, αλλά η καθημερινή μου δράση χαρακτηρίζεται από θετικά στοιχεία συμπεριφοράς μου.

Επιπροσθέτως, θα ήθελα να αναφερθώ και στο διάστημα των επτά μηνών που ήμουν έγκλειστος στις φυλακές, όπου επέδειξα άψογη συμπεριφορά. Ειδικότερα, υπήρξα παράδειγμα κρατουμένου, τηρώντας κάθε σωφρονιστικό κανόνα, συνεργαζόμενος με τον τρόπο λειτουργίας του συγκεκριμένου καταστήματος κράτησης και ενεργώντας σύμφωνα με τις επιταγές του. Με τη στάση μου δε αυτή και τη συμπεριφορά μου απέδειξα ότι δεν ενσωματώθηκα στην υποκουλτούρα της φυλακής, αλλά αντιθέτως προσπάθησα να αποφύγω τις δυσμενείς επιπτώσεις του εγκλεισμού μου.

Επομένως η ποινική μου μεταχείριση θα πρέπει να κριθεί από το γεγονός ότι όλο αυτό το διάστημα έχω επιδείξει άψογη συμπεριφορά, προσπαθώντας να επανορθώσω και να ενταχθώ πλήρως κοινωνικά, απολαμβάνοντας κοινωνικού και προσωπικού σεβασμού". Όμως, για τον στηριζόμενο στο άνω άρθρο 84 παρ.2 εδ.ε' ΠΚ ισχυρισμό του (μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά), ο αναιρεσείων δεν επικαλείται στοιχεία που να τον θεμελιώνουν, ει μή μόνο, ότι δεν υπέπεσε σε άλλο αδίκημα και ότι έχει επιδείξει καλή συμπεριφορά και τηρεί τους περιοριστικούς όρους που του έχουν τεθεί, ενώ για το επί 7 μήνες διάστημα κατά το οποίο ήταν κρατούμενος ότι επέδειξε άψογη συμπεριφορά.

Συνεπώς, το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο ν' απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την απορριπτική επ' αυτού κρίση του. Παρά ταύτα, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίον είχαν προβάλλει και οι συγκατηγορούμενοί του, με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία κατά λέξη έχει ως εξής: "...... Αντίθετα πρέπει ν' απορριφθεί ο αυτοτελής ισχυρισμός των κατηγορουμένων περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό τους της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.ε' Π.Κ. καθόσον για την συνδρομή της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ.2ε', πρέπει η καλή συμπεριφορά να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, λαμβανομένης προς τούτο υπόψη και της βαρύτητας της εγκληματικής δραστηριότητάς του και καλή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητική καλή διαγωγή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού. Συντρέχει δε στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος, πραγματικά, μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις επιπτώσεις της αξιόποινης πράξεως του και απέχοντας, μετά ταύτα, για σχετικά μεγάλο διάστημα, από οποιοσδήποτε φύσης επιλήψιμη, ενέργεια και συμπεριφορά.

Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν αποδείχθηκαν τέτοια πραγματικά περιστατικά εκ των οποίων να υποδηλώνεται η ουσιαστική μεταστροφή των κατηγορουμένων προς ενστερνισμό των κανόνων της ομαλής κοινωνικής συμβίωσης και προς αγαθοποιό δραστηριότητα και η στάση τους να παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους τους και της κοινωνικής προδιαθέσεώς τους.

Πρέπει επομένως το αίτημα της αναγνωρίσεως του ελαφρυντικού του άρθρου 84§2 εδ.ε' του Π.Κ. να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστο, καθόσον προβλήθηκε χωρίς επίκληση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτόν, δηλαδή περιστατικών τέτοιων από τα οποία να προκύπτει θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση, ήτοι στοιχείων που να δείχνουν σαφή μεταστροφή του χαρακτήρα της, ενώ για το ορισμένο αυτού δεν αρκεί μόνον η επίκληση της ως άνω σχετικής διατάξεως που προβλέπουν την ως άνω ελαφρυντική περίπτωση.

Η ύπαρξη δε καλής διαγωγής, η έλλειψη πειθαρχικής καταδίκης, η εργασία και γενικά η τυπική και συνήθης συμμόρφωση του καταδίκου στο εξαναγκαστικό ρυθμιστικό πλαίσιο των σωφρονιστικών καταστημάτων αξιολογούνται και αξιοποιούνται, καταρχήν, για την παροχή των ευεργετημάτων, που προβλέπει ρητά και ειδικά ο νόμος (συνυπολογισμός χρόνου εργασίας κατά την έκτιση της ποινής, λήψη αδειών κλπ.), στην απόλαυση των οποίων προδήλως και ευλόγως αποσκοπεί κάθε κρατούμενος, και δεν αρκούν για τη χορήγηση του σχετικού ελαφρυντικού".

Επομένως, οι συναφείς περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 84 &2 ε ΠΚ και περί ελλείψεως της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού, λόγοι της αναιρέσεως του Σ. Π., από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμοι στο σύνολό τους και ως εκ τούτου απορριπτέοι.

Κατόπιν όλων αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν : 1) η υπ' αριθμ. πρωτ. 5534/25.5.2018 δήλωση του Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ... και 2) η υπ' αριθμ. 6/18.5.2018 αίτηση του Σ. Π. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ.

371, 389, 389 Α/ 2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς και να καταδικαστούν αυτοί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

I. Απορρίπτει την υπ' αριθμ. πρωτ. 5534/25.5.2018 δήλωση του Β. Κ. του Χ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 371, 389, 389 Α/2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Β. Κ. του Χ., στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

II. Απορρίπτει την υπ' αριθμ.6/18.5.2018 αίτηση του Σ. Π. του Α., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 371, 389, 389 A/ 2017 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Πειραιώς.Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Σ. Π. στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Οκτωβρίου 2018.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ