1825/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1825/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): α’ και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο υπάλληλος των Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1825 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1825/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Σ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 56/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας.
Το Τριμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../15.6.2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 833/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και συγκεκριμένα ως προς τα δύο πρώτα σκέλη του 1ου λόγου αναίρεσης και να απορριφθεί κατά τα λοιπά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι] Η κρινόμενη από 14 Ιουνίου 2016 (αριθμ. Πρωτ. .../2016) αίτηση της Σ. Μ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 56/2016 απόφασης του δικάσαντος κατ’ έφεση Τριμελούς Εφετείου Λαμίας έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση για τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ , Ε’ και Η’ ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους όσον αφορά τις πράξεις της ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω η ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙ] Κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 242 του ΠΚ, υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή σύνταξη ορισμένων δημόσιων εγγράφων, αν σε τέτοια έγγραφα βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαίωσης (διανοητικής πλαστογραφίας), που αποτελεί έγκλημα περί την υπηρεσία, απαιτούνται α) ο δράστης να είναι υπάλληλος, κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.
α’ και 263α του ίδιου Κώδικα, και τέτοιος θεωρείται και ο υπάλληλος των Διοικητικών Υπηρεσιών του Δήμου, β) ο υπάλληλος αυτός να είναι αρμόδιος καθ’ ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, γ) έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ’ του ΠΚ, και δη δημόσιο, όπως αυτό προσδιορίζεται από το άρθρο 438 του ΚΠολΔ, ήτοι έγγραφο που συντάσσεται από αρμόδιο καθ’ ύλη και κατά τόπο δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό και προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό, έναντι πάντων, δ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδούς περιστατικού που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή περιστατικού που είναι σημαντικό για τη γένεση, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης, δημόσιας ή ιδιωτικής, σχέσης ή κατάστασης, ψευδές δε είναι το περιστατικό όταν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και ειδικότερα όταν βεβαιώνεται περιστατικό που δεν είναι αληθές ή δεν αναφέρεται περιστατικό αληθές που έπρεπε να αναφερθεί, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, υπήρχε νομική υποχρέωση να βεβαιώσει τούτο ο υπάλληλος και τούτο υπέπεσε στην αντίληψή του και ε) δόλος του δράστη που συνίσταται στη γνώση και τη θέλησή του να βεβαιώσει ψευδή πραγματικά περιστατικά που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες ή τουλάχιστον στη γνώση ότι από τα περιστατικά αυτά είναι ενδεχόμενο να παραχθούν οι έννομες αυτές συνέπειες και στην εκ προοιμίου αποδοχή του ενδεχομένου αυτού.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου παραπάνω άρθρου του ΠΚ, "με την ποινή της παρ. 1 τιμωρείται όποιος εν γνώσει του χρησιμοποιεί το έγγραφο που είναι πλαστό ή νοθευμένο ή έχει υπεξαχθεί". Εξάλλου, άμεση συνέργεια, κατ’ άρθρον 46 παρ. 1β’ ΠΚ, είναι η ηθελημένη παροχή συνδρομής (υλικής ή σωματικής) στον αυτουργό άδικης πράξης εν γνώσει ότι αυτή παρέχεται κατά την εκτέλεση αυτής και κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης της κύριας πράξης, και μάλιστα με τέτοιον τρόπο ώστε, χωρίς αυτή τη συνδρομή να μην ήταν δυνατή μετά βεβαιότητας η διάπραξη του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις που έχει διαπραχθεί.
Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσής της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξης εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επέλευσης, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
ΙΙΙ] Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμό 56/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη για τις αξιόποινες πράξεις της έκδοσης ψευδούς βεβαίωσης και της άμεσης συνέργειας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για κάθε πράξη την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία.
Στην αιτιολογία της απόφασης αυτής εκτίθεται, ότι, ύστερα από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερόμενων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, δηλαδή των καταθέσεων των μαρτύρων, των αναγνωσθέντων εγγράφων, της απολογίας της κατηγορουμένης και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, αποδείχθηκαν επί λέξει τα ακόλουθα: "Η κατηγορούμενη Σ.
Μ. εργάζονταν ως δημοτική υπάλληλος από το έτος 1993 και από το έτος 2005 ορίσθηκε από το δήμαρχο ... υπάλληλος στο τμήμα εξυπηρέτησης αλλοδαπών του Δήμου ... Φθιώτιδας. Καθήκον της ήταν να παραλαμβάνει από την Περιφέρεια Φθιώτιδας και μετέπειτα Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας, ασυμπλήρωτα αριθμημένα έντυπα βεβαιώσεων καταθέσεων αιτήσεων για έκδοση αδειών διαμονής αλλοδαπών, τα οποία θα συμπλήρωνε, αφού θα παραλάμβανε αιτήσεις με τα σχετικά δικαιολογητικά των αλλοδαπών και θα τα παρέδιδε σε αυτούς και εν συνεχεία θα παρέδιδε τις αιτήσεις με τα δικαιολογητικά στην άνω Αποκεντρωμένη Διοίκηση Θεσσαλίας-Στερεάς Ελλάδας προς έλεγχο, εντός δεκαπέντε ημερών.
Για την παραλαβή και παράδοση των άνω ασυμπλήρωτων αριθμημένων εντύπων βεβαιώσεων ο αρμόδιος υπάλληλος της υπηρεσίας αυτής κατέγραφε χειρόγραφα την παράδοση των εντύπων βεβαιώσεων και η κατηγορούμενη έθετε την υπογραφή της για την παραλαβή. Η κατηγορούμενη ήταν η μόνη υπάλληλος του άνω Δήμου που είχε ορισθεί για την παραλαβή, διαχείριση και έκδοση των βεβαιώσεων αυτών.
Πριν την έκδοση της βεβαίωσης όφειλε να καταχωρεί τα στοιχεία ηλεκτρονικά, με είσοδο στο σύστημα με τον ατομικό κωδικό της. Χωρίς τον κωδικό αυτό δεν ήταν δυνατή η σχετική εργασία. Στην προκειμένη περίπτωση η κατηγορούμενη εξέδωσε με πρόθεση, τις κατωτέρω βεβαιώσεις: την υπ’ αριθμ. ... επί εντύπων που τις είχαν χορηγηθεί κατά την άνω διαδικασία, στις οποίες ανέγραψε ψευδώς ότι οι σε αυτές αναγραφόμενοι αλλοδαποί κατέθεσαν στην υπηρεσία της αιτήσεις, συνοδευόμενες από τα απαραίτητα δικαιολογητικά για ανανέωση της άδειας παραμονής τους στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, ενώ γνώριζε ότι δεν είχαν υποβάλει αντίγραφο προηγούμενης ισχύουσας άδειας διαμονής, αφού δεν διέθεταν τέτοια άδεια και ότι οι αλλοδαποί αυτοί ήταν κάτοικοι του Δήμου ..., παρότι δεν κατοικούσαν εκεί και δεν είχαν δηλώσει συγκεκριμένη διεύθυνση και η ενέργεια της αυτή στόχευε στη νομιμοποίηση της έως τότε παράνομης διαμονής τους στην Ελλάδα, αφού τους εφοδίασε με αποδεικτικό έγγραφο νόμιμης παραμονής, που θα το επιδείκνυαν σε κάθε σχετικό έλεγχο των αστυνομικών αρχών.
Η κατηγορούμενη, χωρίς να προβάλλει κάποια πειστική εξήγηση για το πως μπορεί να εκδόθηκαν οι βεβαιώσεις χωρίς τη συμμετοχή της, αρνείται την τέλεση της άνω πράξης ισχυριζόμενη ότι τελέσθηκε από τρίτους και υποβάλλει αίτημα πραγματογνωμοσύνης ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής της και των εντύπων βεβαιώσεων.
Ωστόσο από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, όπως αυτό προεκτέθηκε, αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση η τέλεση της πράξης (ψευδής βεβαίωση κατ’ εξακολούθηση) από την ίδια, δεδομένου ότι όλες οι βεβαιώσεις έχουν παραληφθεί από την ίδια, η οποία ήταν και η μόνη που εισήλθε με τον κωδικό της στο ηλεκτρονικό σύστημα καταχώρησης των στοιχείων των αλλοδαπών.
Κατά την απολογία της, ανέφερε ότι τον κωδικό της τον γνώριζαν ο δήμαρχος και οι αντιδήμαρχοι και ότι έχει υποψίες για κάποια άτομα, αναφέροντας ότι εργάζονταν στο Δήμο συνολικά με την ίδια τρεις υπάλληλοι και επιπλέον χωρίς σύμβαση με πρόγραμμα stage οι Ζ. και Κ., χωρίς να αναφέρει πως της δημιουργήθηκαν οι υποψίες αυτές και πως μπορεί να τέλεσαν τα άτομα αυτά τις συγκεκριμένες πράξεις, δεδομένου και του ότι ήταν η μόνη που εξέδιδε τις βεβαιώσεις για τους αλλοδαπούς και η μόνη που τις είχε παραλάβει και είχε την ευθύνη για τη φύλαξή τους, ενώ κανένας μάρτυρας δεν κατέθεσε ότι υπήρξαν υπόνοιες για τα άνω άτομα, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο αποδείχθηκε οποιαδήποτε ανάμειξή τους.
Επιπλέον, αρνείται τις υπογραφές της σε όλες τις βεβαιώσεις, καθώς και τη γνησιότητα, ως εντύπων των βεβαιώσεων, επικαλούμενη και σχετική γραφολογική πραγματογνωμοσύνη που διενεργήθηκε, ως προς την υπογραφή της, σε άλλες βεβαιώσεις της ίδιας. Πράγματι στην πραγματογνωμοσύνη εκείνη ο ειδικός δικαστικός γραφολόγος Κ.
Κ. εκτίμησε ότι οι υπογραφές δεν έχουν χαραχθεί από την ίδια αλλά από τρίτο πρόσωπο με τη μέθοδο της ελεύθερης απομίμησης. Όπως προεκτέθηκε η κατηγορούμενη ήταν η μόνη που παραλάμβανε τις ασυμπλήρωτες βεβαιώσεις και είχε την ευθύνη για τη φύλαξη τους, η μόνη που παραλάμβανε τα προβλεπόμενα δικαιολογητικά, τα οποία έλεγχε για την πληρότητα και ορθότητά τους και αποφάσιζε ποιες βεβαιώσεις έπρεπε να χορηγηθούν στους αλλοδαπούς για την εξασφάλιση της νόμιμης παραμονής τους και είχε τον έλεγχο όλης της διαδικασίας και ήταν αυτή που εξέδωσε και τις βεβαιώσεις, που αναφέρονται κατωτέρω.
Η υπογραφή, που ήταν αναγκαίο να τεθεί στις βεβαιώσεις αυτές, παρότι ομοιάζει με μονογραφή της δεν είναι απολύτως όμοια με τη δική της και έχει τεθεί είτε από την ίδια, κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη, η ταυτότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία.
Κατά συνέπεια η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης δεν θα συνεισέφερε στην απόδειξη, διότι γίνεται δεκτό ότι η υπογραφή της κατηγορούμενης δεν είναι αυτή που έχει θέσει ως δείγμα ενώπιον του πραγματογνώμονα στην πραγματογνωμοσύνη που επικαλείται αλλά απομίμησή της και το σχετικό αίτημα πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.
Οι βεβαιώσεις ως έγγραφα περιλαμβάνονται σε εκείνες που είχε παραλάβει και δεν αμφισβητήθηκε από όσους διενήργησαν τον έλεγχό τους ότι είναι οι πρωτότυπες, ενώ εάν δεν είχαν συμπληρωθεί θα έπρεπε η κατηγορούμενη να τις είχε επιστρέψει. Η κατηγορούμενη, όμως, από τις 1250 έντυπες βεβαιώσεις που είχε παραλάβει είχε εισαγάγει στο ηλεκτρονικό σύστημα τις 900 και τις υπόλοιπες 350 δεν τις επέστρεψε ποτέ, ενώ και αυτές που είχε εισαγάγει δεν τις είχε χρησιμοποιήσει κατ’ αύξοντα αριθμό, όπως ήταν υποχρεωμένη, ώστε να είναι δυνατός ο άμεσος εντοπισμός τυχόν έλλειψης κάποιας εξ αυτών.
Η κατηγορούμενη αρνείται την κατηγορία, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει και να πείσει το Δικαστήριο πώς οι έντυπες βεβαιώσεις βρέθηκαν στα χέρια τρίτου που υπέγραψε, κατά τους ισχυρισμούς της, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, ενώ την αποκλειστική ευθύνη για τη φύλαξη τους είχε η ίδια, ισχυριζόμενη ότι την έλλειψή τους ουδέποτε την αντιλήφθηκε και πώς τέθηκε η σφραγίδα του Δήμου στις βεβαιώσεις, την έλλειψη της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν γνώριζε η ίδια αλλά την άκουσε από το δήμαρχο και τότε την κατήγγειλε.
Ισχυριζόμενη ότι υποψιάζεται κάποια άτομα ανέφερε όλα τα άτομα που εργάζονταν το επίδικο διάστημα στο Δήμο (δύο πλέον αυτής υπάλληλοι και δύο με πρόγραμμα stage) και το δήμαρχο και τους αντιδημάρχους. Προς στήριξη των υποψιών της ανέφερε ότι της έκανε εντύπωση ότι ένα παράβολο δεν το έκοψε ο ταμίας αλλά η Κ. (εργαζόμενη με πρόγραμμα stage) χωρίς αυτό να το συνδέει με την κατηγορία εναντίον της και ότι βεβαιώσεις με το όνομά της έβγαιναν και μεταγενέστερα, σκοπεύοντας προφανώς στη δημιουργία κλίματος αμφιβολίας περί του υποκειμένου των αδικημάτων.
Επομένως, εφόσον οι ενδείξεις περί της ενοχής της κατηγορουμένης, που υπήρχαν κατά την παραπομπή της για να δικασθεί για την πράξη αυτή, όπως με λεπτομέρεια αναφέρεται στο διατακτικό της παρούσας, προς συμπλήρωση του σκεπτικού της, μετατράπηκαν σε αποδείξεις και το Δικαστήριο σχημάτισε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή της, πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη και να της αναγνωρισθεί, όπως και πρωτόδικα, η συνδρομή της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ 2 ε’ ΠΚ, λόγω του ότι μετά την τέλεση της πράξης της συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα.".
Στη συνέχεια η προσβαλλόμενη απόφαση κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη για το ότι: "στο ... Φθιώτιδας, την 19.3.2009, ενώ ήταν υπάλληλος ασκούσα δημοτική υπηρεσία, που στα καθήκοντα της αναγόταν η έκδοση δημοσίων εγγράφων, βεβαίωσε σε τέτοιο έγγραφο με πρόθεση ψευδώς περιστατικό, που μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος του Γραφείου Αλλοδαπών του Δήμου ...
Φθιώτιδας, έχουσα καθήκον αφενός τη λήψη των αιτήσεων αλλοδαπών και των σχετικών δικαιολογητικών τους για τη χορήγηση αδείας διαμονής τους στην Ελλάδα ή για την ανανέωση της ήδη εκδοθείσας στο όνομα τους αδείας, και αφετέρου την έκδοση βεβαιώσεων για τα ανωτέρω, εξέδωσε με πρόθεση επί του υπ’ αριθμ. ...
εντύπου (που της είχε χορηγηθεί ασυμπλήρωτο την 16η.3.2009 από τη Διεύθυνση Αλλοδαπών Φθιώτιδας) την από 19.3.2009 βεβαίωση, στην οποία ανέγραφε ψευδώς ότι ο αλλοδαπός - υπήκοος Πακιστάν Ζ. Α. C. του G. Μ. C., κατέθεσε στην υπηρεσία της εμπροθέσμως την υπ’ αριθμ. ...19.3.2009 αίτησή του για την ανανέωση της αδείας διαμονής του στη χώρα για εξαρτημένη εργασία, καθώς και τα σχετικά - πλήρη - δικαιολογητικά του, ενώ γνώριζε ότι ο ανωτέρω αλλοδαπός δεν είχε υποβάλλει την προαναφερθείσα αίτηση, ούτε είχε καταθέσει τα ανωτέρω δικαιολογητικά (που δε τα διέθετε), ενήργησε δε κατά τον τρόπο αυτό προκειμένου να καταστήσει νόμιμη τη (μέχρι τότε παράνομη) διαμονή του στην Ελλάδα εφοδιάζοντας τον με αποδεικτικό αυτής (της νόμιμης διαμονής) έγγραφο, για να το επιδεικνύει σε κάθε έλεγχο του από τις αστυνομικές αρχές, τη δε 2α.12.2011, στην Αθήνα, έχοντας παραδώσει την υπ’ αριθμ. ...
βεβαίωση στον προαναφερθέντα αλλοδαπό για τον ανωτέρω σκοπό, με πρόθεση του παρέσχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως της χρήσεως της ανωτέρω ψευδούς βεβαιώσεως, που εκείνος τέλεσε επιδεικνύοντάς τη (εν γνώσει του ψεύδους της) σε αστυνομικούς του 1ου Τμήματος Οικονομικών Εγκλημάτων της Διευθύνσεως Ασφαλείας Αττικής κατά τη διάρκεια ελέγχου του εκεί για τη νομιμότητα της παραμονής του στη χώρα (κατά τη λήψη χωρίς όρκο καταθέσεώς του, στα πλαίσια παραγγελθείσας προκαταρκτικής εξετάσεως σε βάρος του), καθιστώντας δυνατή την τέλεση της.
ΔΕΧΕΤΑΙ ότι η κατηγορούμενη συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη της.".
ΙV] Με αυτά που δέχθηκε το Τριμελές Εφετείο Λαμίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη 56/2016 απόφασή του σχετικά με την αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη την επιβαλλόμενη, όπως αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα δε εμφιλοχώρησαν σε αυτήν ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις, ώστε να δημιουργείται αμφιβολία ως προς την τέλεση από την κατηγορούμενη των προαναφερόμενων εγκλημάτων για τα οποία κηρύχθηκε ένοχη.
Συγκεκριμένα: α) στην αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης γίνεται δεκτό, ότι το δικαστήριο διαμόρφωσε πλήρη δικανική πεποίθηση για την ενοχή της αναιρεσείουσας και από το ότι δεν υπήρξε μάρτυρας που να έχει εκφράσει υπόνοιες, ότι η επίδικη αξιόποινη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης διαπράχθηκε από άλλα άτομα, καθώς και από το ότι δεν υπήρξε κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει ανάμειξη τρίτων.
Όμως από την παραδεκτώς επισκοπούμενη για την έρευνα της βασιμότητας του αναιρετικού λόγου δοθείσα ενώπιον του εφετείου κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας Γ. Τ., ο οποίος ανέφερε σ’ αυτήν επί λέξει ότι η αναιρεσείουσα "Δεν έχει καμιά σχέση με όλα αυτά, Στο Δήμο ... υπήρξαν υπάλληλοι που μπορούσαν να το κάνουν αυτό, όπως ο Γραμματέας ο Κ.
και Ζ., αυτοί το κάνανε, επειδή ήξεραν πως δούλευε ο Δήμος αυτός. Είχε χαθεί η σφραγίδα και είχε πάρει και φωτιά. Ο κάθε αλλοδαπός πήγαινε και έπαιρνε βεβαιώσεις και από άλλους υπαλλήλους. Ξέρω πως είναι τίμια και συμμετέχει σε κοινωνικό έργο. Όλοι οι υπάλληλοι ήταν εναντίον της", προκύπτει, ότι στο αποδεικτικό υλικό εισφέρονται πραγματικά περιστατικά που είχαν αποκλεισθεί από την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία για τον αποκλεισμό αυτό.
β) Στο ίδιο σκεπτικό το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο αναφερόμενο στην υπογραφή, που ήταν αναγκαίο να τεθεί από την αναιρεσείουσα στη βεβαίωση που εκδόθηκε προς πιστοποίηση της παραλαβής της αίτησης για την έκδοση της άδειας διαμονής του εκεί αλλοδαπού και των συνημμένων σ’ αυτήν δικαιολογητικών, εξέθεσε, ότι "...παρότι ομοιάζει με μονογραφή της δεν είναι απολύτως όμοια με τη δική της και έχει τεθεί είτε από την ίδια, κατ’ απομίμηση της δικής της υπογραφής είτε από τρίτο πρόσωπο, το οποίο συνέπραξε με την κατηγορούμενη, η ταυτότητα του οποίου δεν αποδείχθηκε κατά τη διαδικασία....".
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αιτιολογήσει γιατί η αναιρεσείουσα απομιμήθηκε τη δική της υπογραφή, καθώς και από ποία αποδεικτικά στοιχεία προέκυπτε η σύμπραξη άλλων προσώπων στη διάπραξη του αδικήματος. γ) Η αναιρεσείουσα με την πληττόμενη απόφαση κηρύχθηκε ένοχη και για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε χρήση ψευδούς βεβαίωσης και συγκεκριμένα για το ότι την 2-12-2011, στην Αθήνα, έχοντας παραδώσει την εν λόγω βεβαίωση στον εκεί αλλοδαπό για τον ανωτέρω σκοπό, με πρόθεση παρέσχε σ’ αυτόν άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και στην εκτέλεση της κύριας πράξης της χρήσης της ανωτέρω ψευδούς βεβαίωσης που εκείνος τέλεσε επιδεικνύοντας αυτήν, εν γνώσει του ψεύδους της, στους αστυνομικούς κατά τη διάρκεια ελέγχου που έγινε σ’ αυτόν για τη νομιμότητα της παραμονής του στη χώρα.
Όμως στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το καταδικαστικό επί της ως άνω κατηγορίας σκέλος της δεν παρατίθεται αιτιολογία, ενώ γίνεται δεκτό, ότι η παράδοση από την αναιρεσείουσα της ένδικης βεβαίωσης στον ως άνω αλλοδαπό δεν έγινε στην Αθήνα, στις 2-12-2011, αλλά στο ... Φθιώτιδας στις 19-3-2009, όπου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, καταρτίσθηκε η ψευδής βεβαίωση με την οποία φέρεται η αναιρεσείουσα, ότι εφοδίασε τον ως άνω αλλοδαπό.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι πλημμέλειες αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης για έλλειψη αιτιολογίας, αλλά και νόμιμης βάσης, λόγω των παραπάνω ελλείψεων, ασαφειών και αντιφάσεων, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, είναι βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του λόγου αυτού, να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση.
Μετά από αυτά πρέπει παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 56/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λαμίας. Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ