Legislator Case Law & Legislation
1825/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership transfer via gift, citing lack of prescription period and valid lower court reasoning.

Case Number 1825/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued for prescription and legal errors, but the court found the twenty-year prescription period had not elapsed since the alleged infringement began in 1981. Consequently, the court upheld the lower courts' rejection of the claim based on the valid transfer of title through gift.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court rejects appeals where the lower court correctly applies substantive law regarding property acquisition by gift and the prescription period for property rights has not expired.

Keywords

AI generated
property ownership transfer gift deed validity prescription period appeal dismissal Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1825/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Φ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Στεφανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Τ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Νταλάκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 373/1996 μη οριστική, 154/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2013 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-7-2013 αίτησή του . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 12-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη στο σύνολό της ως άνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 14 ή 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα, που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή αν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν (αγωγή) των στοιχείων, που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Σύμφωνα με την ισχύουσα στον χώρο του δικονομικού δικαίου θεωρία του συγκεκριμένου προσδιορισμού ή αλλιώς της λειτουργίας του κανόνα δικαίου και με βάση τις διατάξεις των άρθρων 496, 1033, 1094, 1192 και 1198 ΑΚ και 216 § 1α ΚΠολΔ, για την πληρότητα της ιστορικής βάσεως της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου πρέπει και αρκεί να αναφέρεται σ' αυτήν, πλην άλλων, η ύπαρξη δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος, επί του ακινήτου, χωρίς να απαιτείται η επίκληση και των παραγωγικών του εν λόγω δικαιώματος πραγματικών γεγονότων.

Μόνο σε περίπτωση ειδικής αμφισβητήσεως αυτού του δικαιώματος από τον εναγόμενο, ο ενάγων φέρει το δικονομικό βάρος να θεραπεύσει την επιγενόμενη αοριστία του αγωγικού δικογράφου, προσδιορίζοντας, παραδεκτώς με τις πρωτόδικες προτάσεις του (άρθρο 224 εδ. β' ΚΠολΔ), τον τρόπο κτήσεως της συγκυριότητας των διαδίκων επί του διανεμητέου ακινήτου.

Αν πρόκειται για παράγωγη κτήση του δικαιώματος κυριότητας, όπως με σύμβαση ή κληρονομική διαδοχή και ο εναγόμενος αμφισβητήσει το δικαίωμα του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος, τότε θα πρέπει επιπλέον να προσδιορισθεί με τις προτάσεις του ενάγοντος της πρώτης συζητήσεως ο τρόπος κτήσεως της κυριότητας του άμεσου δικαιοπαρόχου του, ενδεχομένως δε ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απωτέρων δικαιοπαρόχων του, μέχρι την κτήση κυριότητας με πρωτότυπο τρόπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης από 10-12-1994 διεκδικητικής ακινήτου αγωγής η ήδη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα εξέθεσε "ότι δυνάμει του υπ' αριθμό …/80 συμβολαίου του Συμβ/φου Καρπάθου Ηλ. Λιάδη, που νόμιμα έχει μεταγραφεί, περιήλθε σ' αυτήν (ενάγουσα) λόγω δωρεάς από την μητέρα της μία μονόροφος οικία στη θέση "…" Κάσου, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο και μικρό μαγειρείο στην αυλή, μετά της αυλής - και του οικοπέδου, έκτασης 140 περίπου τετραγωνικών μέτρων, η οποία συνορεύει βορείως με οικόπεδο …, νότια με οικία Μ.

Σ. και δυτικά με δημόσιο δρόμο. Ότι η οικία αυτή περιήλθε στη δικαιοπάροχό της λόγω άτυπης προικός το έτος 1947 από την Ε. χήρα Η. Κ. [μάμμη της ενάγουσας] το γένος Κ. Ε., ο οποίος το προίκισε σύμφωνα με το τότε ισχύον Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο στον Η. Κ. το 1927 λόγω του γάμου του με τη μάμμη της ενάγουσας, μετά δε το θάνατό του το 1938 η κυριότητά της περιήλθε στην σύζυγό του.

Ότι λόγω της διαμονής της οικογένειας της ενάγουσας στην Αίγυπτο πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο η δικαιοπάροχός της είχε παραχωρήσει το έτος 1935 την χρήση της επίδικης οικίας στην συγγενή τους Π. Μ.. Ότι το έτος 1940, κατόπιν παρακλήσεως της θείας του εναγομένου Φ. Μ., η Ε. Κ. της παρεχώρησε την χρήση της ως άνω οικίας υπό τον όρο να την συντηρεί και να την διατηρεί σε καλή κατάσταση και το έτος 1960 παραχωρήθηκε στην μητέρα του εναγομένου με.

τον ίδιο όρο. Ότι κατά το διάστημα της παραμονής της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της στο εξωτερικό διατήρησαν την επικοινωνία τους με τα ως άνω πρόσωπα και τον εναγόμενο τα οποία δεν αμφισβήτησαν το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου. Ότι το έτος 1969 λόγω επανασυντάξεως των κτηματικών βιβλίων από το Δήμο Κάσου ήρθε από το εξωτερικό στην Κάσο η μάμμη της ενάγουσας η οποία και δήλωσε την οικογενειακή περιουσία [αποτελούμενη από το επίδικο ακίνητο και ένα χωράφι στη θέση Κ.].

Επίσης ότι η ως άνω δικαιοπάροχος πραγματοποίησε δύο ταξίδια στην Κάσο το 1971 και 1972 και ανανέωσε εγγράφως την μισθωτική σχέση άλλως χρησιδάνειο με τους γονείς του εναγομένου ενώπιον Δημάρχου Κάσου με έγγραφο που φέρει την υπογραφή του πατέρα του εναγομένου. Ότι ο τελευταίος απεβίωσε το έτος 1976 και εξακολούθησε η σύζυγος και η οικογένειά του να διαμένουν στην επίδικη οικία.

Ότι την 24-2-1981 λόγω του επικείμενου γάμου της η ενάγουσα κατήγγειλε τη μίσθωση άλλως χρησιδάνειο και ζήτησε από τον εναγόμενο να της παραδώσει την χρήση της οικίας. Ότι σε απάντηση της καταγγελίας αυτής η μητέρα του εναγομένου με την από 14-5-1981 εξώδικο επιστολή γνωστοποίησε στην ενάγουσα ότι δεν αναγνωρίζεται ως κυρία και νομέας την οποία αρνείται να αποδώσει ο εναγόμενος.

Ζήτησε με το ιστορικό αυτό η ενάγουσα να αναγνωρισθεί κυρία του επιδίκου ακινήτου και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, που το κατέχει κατά την άσκηση της αγωγής, να το αποδώσει σ' αυτήν". Η ως άνω περιγραφή του επιδίκου ακινήτου είναι πλήρως ορισμένη ως προς την θέση, την έκταση και τα όριά του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του και δεν ήταν αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, το σχήμα αυτού ή ο προσανατολισμός του.

Ενόψει τούτων και σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, η ανωτέρω περιγραφή του επιδίκου είναι ακριβής με την προεκτεθείσα έννοια, ως περιέχουσα όλα τα προαναφερθέντα, αναγκαία κατά νόμο προς τούτο, στοιχεία, ώστε ουδεμία αμφιβολία να καταλείπεται ως προς την ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου. Στη συνέχεια και επειδή ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας, της αμέσου και της ανωτέρως δικαιοπαρόχου τους, η ενάγουσα παραδεκτά (άρθρο 224 ΚΠολΔ) με τις προτάσεις της που κατέθεσε κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επιτρεπτώς το δικόγραφο επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο, συμπλήρωσε τις ελλείψεις της ένδικης αγωγής.

Ειδικότερα η ενάγουσα με τις παραπάνω προτάσεις της διευκρινίζει ότι η επίδικη οικία είχε δοθεί το έτος 1927 ως προίκα στο σύζυγο της μάμμης της Η. Κ., είχε δε αποδοθεί στην απώτερη δικαιοπάροχό της και μάμμη της Ε. συζ. Η. Κ. δια λύσεως του γάμου της λόγω θανάτου του συζύγου της το έτος 1938, καθόσον το επίδικο έχον την ιδιότητα του προικώου μόνο από το σύζυγό της μπορούσε να αποδοθεί, σύμφωνα προς το ισχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.

Επίσης επικαλείται την κτήση της κυριότητας της επίδικης οικίας η οποία είχε δοθεί το έτος 1947 ως προίκα στον πατέρα της [ενάγουσας], Α. Τ. υπέρ όμως της μητρός της και αμέσου δικαιοπαρόχου της, Ά. συζ. Α. Τ. το γένος Κ. Ε., ως πρώτης θυγατέρας κατά το έθιμο της Κάσου. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα, με τα εκτιθέμενα στην αγωγή και τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής επικαλέσθηκε τα από το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ απαιτούμενα για το ορισμένο της αγωγής τους στοιχεία και ειδικότερα την κτήση της κυριότητας του επιδίκου από την άμεση και απώτερη δικαιοπάροχό της, δεν είναι ανάγκη να προσδιορίσει άλλα στοιχεία, αφού ήδη έχει αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης.

Επίσης, επικαλέστηκε ή ενάγουσα ότι η απώτερη δικαιοπάροχος μάμμη της νεμήθηκε το επίδικο ακίνητο από το έτος 1927 που το είχε αποκτήσει λόγω προικός παρά του πατρός της μέχρι το έτος 1947 και ακολούθως η άμεσος δικαιοπάροχή της μητέρα της μέχρι το έτος 1980 που περιήλθε λόγω δωρεάς στην ενάγουσα και στη συνέχεια η ίδια μέχρι την κατάληψη του επιδίκου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή που παραδεκτώς συμπληρώθηκε με τις προτάσεις της ενάγουσας που κατέθεσε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση αυτής, είναι ορισμένη, όπως ορθά έκριναν αμφότερα τα δικαστήρια της ουσίας. Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους τρεις (3) πρώτους λόγους της ένδικης αίτησης αναίρεσης από τους αριθμ. 1, 8 περ.

α και β και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Με το άρθρο 2 § 1 στοιχείο α' του ν. 510/1947 που ίσχυσε από τη δημοσίευσή του στην Ε.τ.Κ. (30.12.1947), σύμφωνα με το άρθρο 14 αυτού, εισήχθησαν στη Δωδεκάνησο ο ΑΚ, ο ΕισΝΑΚ και το ν.δ. 7/10.5.1945. Με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι η κτήση της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος που επήλθε πριν την εισαγωγή αυτού, κρίνεται κατά το δίκαιο το οποίο ίσχυε, καθ' ον χρόνο έλαβαν χώρα τα προς κτήση αυτού πραγματικά γεγονότα.

Περαιτέρω η ακίνητη περιουσία στη Δωδεκάνησο ρυθμιζόταν από το Οθωμανικό δίκαιο, πριν την εισαγωγή του Ιταλικού ΑΚ/1865 στη Δωδεκάνησο, η οποία έλαβε χώρα από 1.1.1932 με το υπ' αριθμ. 200/31.10.1931 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη. Με το άρθρο 1 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών της 17ης Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 - 5, 91 - 102 και 103 - 105 του ιδίου νόμου, η ακίνητη ιδιοκτησία διακρίνεται σε α) ιδιόκτητες γαίες (μούλκ), στις οποίες έχουν πλήρες και απόλυτο δικαίωμα κυριότητας αυτοί που τις εξουσιάζουν, β) δημόσιες γαίες (εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί), γ) γαίες αφιερωμένες σ' ευαγή σκοπό (μεβκουφέ), δ) γαίες προοριζόμενες για την κοινή και δημόσια χρήση (μετρουκέ), οι οποίες είναι δημόσιες και ε) νεκρές γαίες (μεβάτ), οι οποίες δεν ανήκουν στην κυριότητα ιδιωτών, ούτε είναι δυνατή από τη φύση τους η καλλιέργειά τους και δεν κατέχονται ούτε εξουσιάζονται από κανένα, όπως είναι οι πετρώδεις εκτάσεις, τα βράχια κ.λπ., οι οποίες είναι επίσης δημόσιες.

Περαιτέρω από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 1248 Οθωμανικού ΑΚ, όπου αναφέρονται οι διάφοροι τρόποι κτήσης της κυριότητας, στους οποίους δεν περιλαμβάνεται η χρησικτησία της διάταξης του άρθρου 1660 του Οθωμανικού ΑΚ, που προβλέπει την δεκαπενταετή αποσβεστική παραγραφή υπέρ του κατόχου, χωρίς συγχρόνως να αναγνωρίζει την κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προκύπτει ότι δεν είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία υπό το κράτος του Οθωμανικού δικαίου και μάλιστα τόσο επί των ακινήτων ελευθέρας κυριότητας (μούλκ), όσο και επί των δημοσίων γαιών (εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί), με την επιφύλαξη των προαναφερθέντων για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ) από τον σφετεριστή που καλλιέργησε δημόσια γη επί δεκαετία κατά το άρθρο 78 του Οθωμανικού νόμου περί γαιών.

Οι ως άνω διακρίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με την Οθωμανική νομοθεσία, διατηρήθηκαν σε ισχύ ως τοπικό δίκαιο, με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 4 του Κτηματολογικού Κανονισμού (με αριθμό 132/1929 διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη), ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 510/1947 (30.12.1947).

Μάλιστα οι διατάξεις 1 - 8 του Κτηματολογικού Κανονισμού, ως αφορώσες τις διακρίσεις των ακινήτων και το περιεχόμενο των επ' αυτών δικαιωμάτων, έχουν εφαρμογή σ' όλες τις νήσους της Δωδεκανήσου, και επομένως και στην Κάσο αφού η εφαρμογή αυτών δεν έχει ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη και την λειτουργία των κτηματολογικών γραφείων.

Ο θεσμός της χρησικτησίας εισήχθη το πρώτον στην Δωδεκάνησο, μετά την εισαγωγή σ' αυτήν του ΙταλΑΚ/1865 με το με αριθ. 200/31 Οκτωβρίου 1931 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, από 1.1.1932. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 685, 686, 2105, 2106 και 2135 του ΙταλΑΚ/1865, προκύπτει ότι ο έχων στη συνεχή, όχι διακεκομμένη δημόσια, ειρηνική, αναμφίβολη νομή αυτού ακίνητο με διάνοια κυρίου, αποκτά επ' αυτού εμπράγματο δικαίωμα κυριότητας μετά την πάροδο τριάντα ετών (κτητική παραγραφή).

Η ως άνω κτητική παραγραφή τυγχάνει εφαρμογής και επί ακινήτων ανηκόντων στην ιδιωτική περιουσία του κράτους κατά το άρθρ. 2114 Ιταλ.ΑΚ/1865, διάταξη η οποία είναι αντίθετη προς τη ρύθμιση του άρθρου 63 εδ. ε' του Κτηματολογικού Κανονισμού, κατά την οποία δεν επιτρέπεται η σε βάρος των δημοσίων περιουσιακών (ιδιόκτητων) κτημάτων παραγραφή της κυριότητας ως προς τις γαίες "εραζί - εμιριέ ή αρζί - μιρί".

Η ως άνω διάταξη του Κτηματολογικού Κανονισμού όμως, ως εκ της θέσης της στο άρθρο 63 αυτού, που προβλέπει την δεκαπενταετή κτητική παραγραφή "από της γενομένης καταγραφής" δεν τυγχάνει εφαρμογής στη νήσο Κάσο (όπως και οι λοιπές του Κτηματολογικού Κανονισμού, πλην των άρθρων 1 - 8 αυτού), αφού ουδέποτε έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου και συνεπώς καταγραφή των ακινήτων σ' αυτό και ίδρυση κτηματολογικών γραφείων στην νήσο αυτή.

Στη συνέχεια ως προς το ζήτημα της χρησικτησίας, μετά την εφαρμογή του ΙταλΑΚ/1942 από 21.4.1942 με το υπ' αριθ. 170/1942 Διάταγμα του Ιταλού Κυβερνήτη, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 1140 και 1158 ΙταλΑΚ/1942 από τις οποίες προκύπτει ότι είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επί πράγματος, μετά την πάροδο εικοσαετίας στην φυσική εξουσία του πράγματος από τον νομέα αυτού, ο οποίος ασκεί επί του πράγματος διάνοια κυρίου δραστηριότητες που ανταποκρίνονται προς την ενάσκηση της επ' αυτού κυριότητας.

Τέλος, μετά την έναρξη της ισχύος του Ελληνικού ΑΚ στη Δωδεκάνησο από 30.12.1947 (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχ. α' ν. 510/1947) εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι αυτός που έχει την φυσική εξουσία επί του πράγματος διάνοια κυρίου (νομή) και ασκήσει αυτήν για χρονικό διάστημα είκοσι ετών καθίσταται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία.

Ενόψει όμως του ότι το Οθωμανικό δίκαιο, όπως ήδη αναφέρθηκε δεν αναγνωρίζει τον θεσμό της χρησικτησίας, χρόνος νομής που διανύθηκε, όταν ίσχυε το Οθωμανικό δίκαιο, ήτοι πριν την 1.1.1932, δεν υπολογίζεται για την συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας στην Δωδεκάνησο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω εάν κάποιος καταλάβει και καλλιεργήσει δημόσια γη οποτεδήποτε πριν την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου στην Ελλάδα δεν είναι δυνατή απ' αυτόν η κτήση κυριότητας του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις του ΙταλΑΚ 1865, ΙταλΑΚ 1942 και Ελληνικού ΑΚ, διότι από 1.1.1932, οπότε αρχίζει να τρέχει ο χρόνος χρησικτησίας μέχρι 10.1.1949, οπότε εισάγεται το πρώτον στην Δωδεκάνησο, με το από 31 Δεκεμβρίου 1948/10 Ιανουαρίου 1949 β.δ/γμα, ο α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ο οποίος απαγορεύει την παραγραφή κάθε δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρ. 4 παρ. 1 και 2 αυτού, δεν συμπληρώνονται σύμφωνα και με τις περί τούτου διατάξεις των άρθρων 64 και 65 ΕισΝΑΚ, ο αναγκαίος χρόνος στην νομή του πράγματος.

Είναι όμως δυνατή η απ' αυτόν κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), εφ' όσον αυτός συμπλήρωσε δεκαετία στην καλλιέργεια της δημόσιας γης μέχρι τις 10.1.1949, αφού μετά την ως άνω ημερομηνία τυγχάνει ωσαύτως εφαρμογής το άρθρ. 4 § 2 α.ν. 1539/1938 και αποκλείεται η συμπλήρωση της τυχόν μη εισέτι συμπληρωθείσας δεκαετίας στην καλλιέργεια του ακινήτου, για την κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης.

Η κτήση δικαιώματος εξουσίασης (τεσσαρούφ) είναι δυνατή και μετά την έναρξη ισχύος του Κτηματολογικού Κανονισμού και μάλιστα, όχι μόνο στις ήδη παραχωρηθείσες σε ιδιώτες εκτάσεις, κατά τη σύνταξη του Κτηματολογίου, αλλά και στις μη παραχωρηθείσες εκτάσεις, όπως είναι όλες οι εκτάσεις στην Δωδεκάνησο όπου δεν έλαβε χώρα κατάρτιση κτηματολογίου, όπως στην Κάσο, αφού δεν υπήρχε λόγος να μην συνεχισθεί το ίδιο καθεστώς όπως και προηγουμένως.

Και τούτο διότι το δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ) των ιδιωτών επί δημοσίων γαιών στη νήσο Κάσο θα καταγράφονταν επ' ονόματι αυτών, με την προσαγωγή των τίτλων αυτών (ταπίων), ή με την αναγνώριση του ως άνω δικαιώματος κατά τις εργασίες ταξινόμησης των ακινήτων από τα συντάσσοντα το κτηματολόγιο όργανα σύμφωνα με το άρθρ. 4 εδ.

δ' και ε' Κτημ. Κανονισμού κατά την κατάρτιση του κτηματολογίου και στην Κάρπαθο, η οποία δεν έγινε τελικά, ή με παραχώρηση δικαιώματος ωφέλιμης κυριότητας (τεσσαρούφ) σε ιδιώτες επί δημοσίων γαιών από τον Κυβερνήτη, που μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε μάλιστα (άρθρ. 4 εδ. στ Κτημ. Κανονισμού). Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, η παραγραφή αρχίζει από τότε, που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ, την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτουν τα ακόλουθα: Α) Η αξίωση από την διεκδικητική αγωγή παραγράφεται σε είκοσι χρόνια, Β) η παραγραφή αυτή αρχίζει από την στιγμή, που προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας, με τη δημιουργία καταστάσεως αντιτιθέμενης σ' αυτό και επέρχεται από μόνη την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα, χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή κατοχής, που ασκεί ο προσβολέας και αν η νομή αυτή μπορεί να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με χρησικτησία και Γ) η διακοπή της πιο πάνω παραγραφής επέρχεται με την άσκηση αγωγής, που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να είναι και απλώς αναγνωριστική.

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο, ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου υπάρχει όταν το δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, καίτοι ήταν εφαρμοστέος στην συγκεκριμένη περίπτωση βάσει των παραδοχών του, ή εφήρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που, με βάση τις ίδιες παραδοχές, δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12 - 13/95).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, εδέχθη, ανελέγκτως, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. .../12-8-1980 συμβολαίου ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρπάθου Ηλία Λαδή, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Καρπάθου (τόμος Ι αρ.

…), η ενάγουσα απέκτησε από τη μητέρα της Ά. συζ. Α. Τ. το γένος Η. Κ. λόγω δωρεάς, ένα ακίνητο (οικία) στη θέση "…" Κάσου, αποτελούμενη από ένα δωμάτιο και ένα μικρό μαγειρείο στην αυλή, μετά της αυλής - και του οικοπέδου, έκτασης 140 περίπου τετραγωνικών μέτρων, η οποία κατά τον προαναφερόμενο τίτλο συνορεύει βορείως με οικόπεδο Κ., νότια με οικία Μ.

Σ. και δυτικά με δημόσιο δρόμο. Το ακίνητο αυτό ανήκε προ του έτους 1900 στον Κ. Ε., ο οποίος το προίκησε το έτος 1927 σύμφωνα με το τότε ισχύοντα βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο στον Η. Κ. λόγω του γάμου του με τη μάμμη της ενάγουσας, Ε. Κ. το γένος Κ. Ε. και είχε παραχωρηθεί ήδη από του έτους 1935 τουλάχιστον στην εξαδέλφη του πρώτου ιδιοκτήτη Κ.

Ε., Π. Π., για το λόγο ότι η οικογένεια της ενάγουσας είχε μεταναστεύσει στην Αίγυπτο. Μετά δε τον θάνατο του Η. Κ. το 1938 η κυριότητα της επιδίκου οικίας περιήλθε στη σύζυγό του και μάμμη της ενάγουσας Ε. Κ.. Στη συνέχεια από το έτος 1940, κατόπιν παρακλήσεως της θείας του εναγομένου Φ. Μ., η μάμμη της ενάγουσας Ε.

Κ. της παρεχώρησε την χρήση της ως άνω οικίας υπό τον όρο να την συντηρεί και να την διατηρεί σε καλή κατάσταση. Ο μάρτυρας του εναγομένου, Σ. Μ., εξεταζόμενος ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων για το ίδιο επίδικο στις 30-3-1982, επιβεβαίωσε ότι ο ίδιος έχει ακούσει ότι η Ε. Κ. ήταν κυρία της επίδικης οικίας.

Σύμφωνα με μακροχρόνια πρακτική που επικρατούσε τότε στην Κάσο, οι ιδιοκτήτες οικιών που μετανάστευαν, παραχωρούσαν άνευ οικονομικού ανταλλάγματος τη χρήση τους σε συγγενικά τους κατά προτίμηση πρόσωπα, με μόνη την υποχρέωση των τελευταίων να επιμελούνται και να συντηρούν τα σπίτια αυτά, ώστε να μην καταστραφούν λόγω της εγκατάλειψης και της φθοράς του χρόνου.

Η πρακτική αυτή επιβεβαιώνεται και από την κατάθεση της μάρτυρος και θείας του εναγομένου, Σ. Ρ., η οποία κατέθεσε ότι "πρώτα οι ιδιοκτήτες σε παρακαλούσανε να κάθεσαι μέσα στο σπίτι, γιατί αν έμενε ακατοίκητο έπεφτε, όλα τα σπίτια στην Κάσο ήταν εγκαταλελειμμένα βρίσκανε ανθρώπους να βάλουν μέσα και σε παρακαλούσαν, οι πιο πολλοί ιδιοκτήτες έλειπαν στην Αίγυπτο και στην Αμερική".

Ακολούθως το έτος 1947 η κυριότητα του επιδίκου περιήλθε στην άμεσο δικαιοπάροχο μητέρα της ενάγουσας, επίσης λόγω προίκας, ενόψει του γάμου της με τον Α. Τ.. Μετά την απόκτηση του ακινήτου η άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας, μητέρα της επειδή αυτή διέμενε στο εξωτερικό επελήφθη της νομής του επιδίκου αντιπροσωπευόμενη από την Ε.

Κ., μάμμη της ενάγουσας και έως το έτος 1980 ενέμετο αυτό με διάνοια κυρίας, ήτοι ασκούσε πάνω σ' αυτό εξουσία που ανταποκρίνεται στην ενάσκηση της κυριότητας. Συγκεκριμένα κατά το διάστημα της απουσίας στο εξωτερικό η άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας διατηρούσε επικοινωνία με την οικογένεια του εναγομένου ρωτούσε κι ενδιαφερόταν για την επίδικη οικία και το έτος 1960 μέσω της μητέρας της με προφορική σύμβαση χρησιδανείου αορίστου χρόνου παραχώρησε στην μητέρα του εναγομένου Α.

Σ. το επίδικο ακίνητο για να χρησιμοποιηθεί ως κατοικία της οικογένειάς της με τους ίδιους όρους. Έκτοτε η μητέρα του εναγομένου, ο σύζυγός της, Α. Σ. και εν συνεχεία ο εναγόμενος παρέμειναν στην επίδικη οικία και κατοικούσαν σ' αυτή βάσει της ως άνω συμβάσεως. Η χρήση της επίδικης οικίας από όλους τους παραπάνω εξακολούθησε να γίνεται με βάση την προμνημονευόμενη πρακτική, κατά συνέπεια όλοι χρησιμοποιούσαν την επίδικη οικία άνευ ανταλλάγματος προς τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, συντηρούσαν δε και βελτίωναν την οικία όχι με την πεποίθηση ότι αυτή ήταν δική τους και ασκούσαν για λογαριασμό της μητέρας της ενάγουσας τις άνω πράξεις νομής και, κατοχής έως το έτος 1980 που το δώρισε στην ενάγουσα.

Ακόμη η άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας μέσω της μητρός της Ε. Κ. η οποία επέστρεψε στην Κάσο το 1969 προχώρησε σε γραπτή δήλωση και της επίδικης οικίας, η οποία καταχωρήθηκε σε ειδικό βιβλίο του Δήμου Κάσου με αριθμό …/15-7-1969, στη συνέχεια δε το έτος 1971 συνήψε το προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από 25-8-1971 συμφωνητικό με το σύζυγο της Α.

Σ. και πατέρα του εναγομένου, Α. Σ., με το οποίο παραχωρήθηκε στον τελευταίο η επίδικη οικία με τον όρο να τη συντηρεί και να τη διατηρεί πάντοτε σε καλή κατάσταση. Το επόμενο έτος συνήφθη όμοιο συμφωνητικό μεταξύ των αυτών συμβαλλομένων (βλ. το από 20-8-1972 συμφωνητικό προσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από την πλευρά της ενάγουσας).

Μετά το θάνατο του Α. Σ. το έτος 1976, εντός της επίδικης οικίας εξακολούθησε να κατοικεί η σύζυγός του και μητέρα του εναγομένου και στη συνέχεια ο ίδιος. Έτσι η μητέρα της απέκτησε την κυριότητα του επίδικου με έκτακτη χρησικτησία.

Συνεπώς η ενάγουσα, με την προαναφερθείσα, λόγω δωρεάς μεταβίβαση σ' αυτήν του επιδίκου, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καρπάθου Ηλία Λαδή, νομίμως μεταγραφέντος, κατέστη κυρία αυτού, αφού απέκτησε το επίδικο παρά κυρίου. Η ίδια η ενάγουσα, στην οποία είχε περιέλθει πλέον, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, το επίδικο, από 12-8-1980 με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επίσης, συνέχισε μέχρι τον Μάιο 1981 να νέμεται το επίδικο αυτό, ασκώντας τις ίδιες πιο πάνω διακατοχικές πράξεις διαμέσου των άνω μητέρας του εναγόμενου και του ιδίου που εξακολούθησαν να παραμένουν στο επίδικο με βάση την παρακλητική σχέση (χρησιδάνειο) και να ασκούν για λογαριασμό της ενάγουσας τις πράξεις νομής και κατοχής.

Η μητέρα του εναγομένου Α. Σ. για πρώτη φορά αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας τον Μάιο 1981, όταν η τελευταία θέλοντας να χρησιμοποιεί για τον εαυτό της το επίδικο ενόψει του γάμου της, απέστειλε προς την Α. Σ. την από 24-2-1981 εξώδικη καταγγελία της σύμβασης χρησιδανείου που είχε συναφθεί μεταξύ της μητέρας της και του συζύγου της Α.

Σ., και την κάλεσε να της αποδώσει την επίδικη οικία. Στην παραπάνω πρόσκληση η τελευταία απάντησε δια της από 14-5-1981 εξωδίκου απαντήσεως, με την οποία δήλωσε ότι δεν αναγνώριζε την κυριότητα της ενάγουσας, καθώς και ότι δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την οικία, η οποία θεωρούσε ότι ανήκε στην ίδια. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, η ενάγουσα άσκησε σε βάρος της ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου την από 30-10-1981 και με αριθμό κατάθεσης 24/1981 αίτηση περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, με αίτημα να αναγνωριστεί προσωρινά νομέας της επίδικης οικίας και να υποχρεωθεί η καθ' ης να της την αποδώσει, η δε καθ' ης η αίτηση άσκησε προφορικά ανταίτηση ζητώντας να αναγνωριστεί η ίδια νομέας του επιδίκου.

Επί των ως άνω αιτήσεων οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 15/1982 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, η οποία έκανε δεκτή την αίτηση και απέρριψε την ανταίτηση, αναγνώρισε δε την Ε. Τ. προσωρινή νομέα της οικίας και υποχρέωσε την Α. Σ. να της την αποδώσει. Κατά της αποφάσεως αυτής η τελευταία άσκησε την από 8-6-1982 έφεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η οποία όμως ουδέποτε συζητήθηκε, αφού δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση σχετικής απόφασης από κανένα διάδικο μέρος.

Εν συνεχεία η εναγομένη, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../3-9-1985 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Τζεδάκη, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής την επίδικη οικία στον εναγόμενο. Ο ισχυρισμός όμως του εναγομένου ότι η δικαιοπάροχος μητέρα του είχε αποκτήσει την επίδικη οικία με τα προσόντα της χρησικτησίας, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος.

Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε, τόσο η μητέρα του εναγόμενου όσο και οι προ αυτής κάτοικοι της επίδικης οικίας, δεν είχαν αποκτήσει τη νομή επ' αυτής ώστε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της χρησικτησίας, αφού τους είχε δοθεί μόνον η κατοχή επί της οικίας εν γνώσει τους ότι δεν ήταν κύριοι του ακινήτου, σύμφωνα με τα παραπάνω.

Οι δε περικοπές των καταθέσεων των μαρτύρων του εναγομένου, ότι η απώτερη δικαιοπάροχός του Φωτεινή Μαυρουδή, έδωσε το επίδικο ως προίκα στη μητέρα του, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, καθώς όπως αποδείχθηκε, ο σύζυγος της τελευταίας συμβλήθηκε με την Ε. Κ. με τους όρους που προαναφέρθηκαν, κάτι που ήταν σε γνώση της μητέρας του εναγομένου.

Και τούτο, όχι μόνον λόγω της σχέσης τους ως συζύγων και της συνοίκησής τους, αλλά και λόγω του δεδομένου ενδιαφέροντος της Ε. Κ. να επιβεβαιωθεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, όπως καταδεικνύει το γεγονός ότι μετέβη στην Κάσο για το σκοπό αυτό, η δε μετάβασή της στην Κάσο, δεδομένου του μικρού πληθυσμού του νησιού σε συνδυασμό με το συγκεκριμένο χρονικό σημείο (1969) ήταν αδύνατο να περάσει απαρατήρητη από τη μητέρα του εναγομένου".

Κατέληξε δε ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, είχε δεχθεί τα ανωτέρω και απορρίψει την ένσταση ιδίας κυριότητας του εκκαλούντος επί της επίδικης οικίας με έκτακτη χρησικτησία, στην απόρριψη των περί του αντιθέτου των ανωτέρω σχετικών λόγων της έφεσης και αβασίμων.

Περαιτέρω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς τις ενστάσεις: α) περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της εναγούσης και β) περί παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας για το οποίο άσκησε την ένδικη διεκδικητική αγωγή, τις οποίες παραδεκτά πρότεινε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων και τις οποίες το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμες: "Η εφεσίβλητη ήταν γνώστης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου καθώς και της πρακτικής που ακολουθήθηκε σε αυτό, δηλαδή της παραχώρησης της χρήσης του σε τρίτο υπό τις προϋποθέσεις που αναλύθηκαν παραπάνω.

Με βάση αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι είχε συναφθεί μεταξύ της γιαγιάς της και του Α. Σ. η ως άνω σύμβαση χρησιδανείου, προχώρησε σε καταγγελία της και ζήτησε γραπτώς, όπως είχε υποχρέωση από τη σύμβαση, την απόδοση της χρήσης του ακινήτου, άσκησε δε την αγωγή μόνον μετά την σαφή άρνηση της μητέρας του εναγομένου να της αποδώσει το ακίνητο.

Ενόψει τούτων και σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, και δεκτού γενομένου του γεγονότος ότι η οικογένεια του εναγομένου είχε προβεί σε εργασίες και έξοδα για τη συντήρηση του ακινήτου, κάτι, που όχι μόνον αποτελούσε υποχρέωση των κατοικούντων στην επίδικη οικία, αλλά που θα γινόταν σε κάθε περίπτωση, δηλαδή σε όποια οικία και αν διέμεναν, η εκ μέρους της ενάγουσας άσκηση του ενδίκου δικαιώματός της δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του εν λόγω δικαιώματος".

Περαιτέρω, αβάσιμος και απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός του εναγομένου περί παραγραφής του δικαιώματος της ενάγουσας για την άσκηση της κρινόμενης αγωγής καθόσον η εικοσαετής παραγραφή της διεκδικητικής αγωγής αρχίζει από τη στιγμή που προσβάλλεται το δικαίωμα της κυριότητας με τη δημιουργία κατάστασης αντιτιθέμενης σε αυτό, επέρχεται δε από την παράλειψη του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμα χωρίς να ερευνάται το είδος της νομής ή της κατοχής που ασκεί ο προσβολέας στην κρινόμενη δε περίπτωση η προσβολή του δικαιώματος της ενάγουσας έλαβε χώρα το πρώτον το έτος 1981, οπότε η δικαιοπάροχος του εναγομένου εξεδήλωσε έμπρακτα ότι δεν αναγνωρίζει την ενάγουσα κυρία του επιδίκου και ότι θεωρεί την ίδια κυρία αυτού.

Συνεπώς, δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή ασκήθηκε το έτος 1994, είναι προφανές ότι δεν έχει συμπληρωθεί ο επικαλούμενος από τον εναγόμενο χρόνος παραγραφής και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον τελευταίο λόγο της ένδικης έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, ενόψει του ότι και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε κρίνει όμοια (δεχθεί ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένδικη διεκδικητική αγωγή) κατέληξε στην απόρριψη κατ' ουσίαν της από 27-10-2009 έφεσης του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αρ. 154/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους προαναφερομένους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και αφορούσαν την κτήση της κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο (δωρεά) στη νήσο Κάσο της Δωδεκανήσου, η ως άνω δε απόφαση έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και έτσι η απόφαση αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Επομένως οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που αφορούν την κτήση της κυριότητας ακινήτου, το οποίο ήταν προικώο πριν από την ισχύ του ΑΚ και μεταβιβάστηκε περαιτέρω) και για ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία της πληττόμενης απόφασης είναι, εν όψει των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας υπό την ισχύ του ΑΚ, αβάσιμες και απορριπτέες και συνακόλουθα είναι απορριπτέοι οι ως άνω λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.7.2013 αίτηση του Φ. Σ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 21/2013 απόφασης του Εφετείου Δωδεκανήσσου. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε ο ως άνω αναιρεσείων για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2014.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ