Legislator Case Law & Legislation
1825/2011 AI generated

1825/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1825/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Για την γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων και το αίτημα για την καταβολή των ως άνω τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις, είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην κατ' έφεση δίκη.

Legislator headnote

AI generated

1825/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την διάταξη του άρθ. 296§ 1 ΑΚ "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2011 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Για την γένεση της αξίωσης για τόκους τόκων απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συμφωνία περί ανατοκισμού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων και το αίτημα για την καταβολή των ως άνω τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά με τις προτάσεις, είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην κατ' έφεση δίκη.

Αριθμός 1825/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΑΕ" (ΔΕΗ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Α. του Χ., κατοίκου ..., 2) Ι. Α. του Ν., κατοίκου ..., 3) Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ... και 4) Α. Σ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αβραάμ Ιορδανίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1420/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7161/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες (ήδη αναιρεσίβλητοι) με την από 29-7-2006 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1116/2007 απόφαση του Αρείου πάγου, η οποία αναίρεσε την 7161/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3618/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-7-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 14-1-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Νικολάου Πάσσου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου και τρίτου λόγων της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη του δεύτερου λόγου αυτής.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθ. 296§ 1 ΑΚ "για τόκους κάθε είδους οφείλεται τόκος, αν τέτοιος τόκος συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με αγωγή και στις δύο όμως περιπτώσεις μόνο για οφειλόμενους τόκους ενός ολόκληρου τουλάχιστον έτους ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο. Η συμφωνία για πληρωμή τέτοιου τόκου πρέπει να γίνεται ή η αγωγή να επιδίδεται, αφού λήξει το έτος ή η χρήση".

Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο ανατοκισμός είναι επιτρεπτός, αν αυτός συμφωνηθεί ή αν ζητηθεί με καταψηφιστική αγωγή από τον δανειστή, σε αμφότερες, όμως, τις περιπτώσεις με τον πρόσθετο περιορισμό ότι καθυστερούνται απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους (ή μιας χρήσης αν πρόκειται για το Δημόσιο) και η συμφωνία καταρτίσθηκε ή η αγωγή ασκήθηκε μετά την πάροδο ενός τουλάχιστον έτους (ή μιας χρήσης για το Δημόσιο), δηλ.

αφού έχει συμπληρωθεί κατά την κατάρτιση της συμφωνίας ή την άσκηση της αγωγής ετήσια και μεγαλύτερη χρήση του κεφαλαίου και συνεπώς, εφόσον θα υπάρχουν δεδουλευμένοι, ήτοι ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί τόκοι τουλάχιστον ενός έτους ή µιας χρήσης, αίτηµα δε της αγωγής, µε την οποία ζητούνται τόκοι τόκων, είναι η επιδίκασή τους από την επίδοσή της, αφού ο ανατοκισµός δεν ανατρέχει στο παρελθόν.

Περαιτέρω, από τα άρθ. 283 και 525§3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι επιτρέπεται στην δευτεροβάθμια δίκη να υποβληθούν µε τις προτάσεις αιτήσεις για παρεπόμενες απαιτήσεις που γεννήθηκαν µετά την συζήτηση, κατά την οποία γεννήθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ως "παρεπόμενη απαίτηση" νοείται εκείνη που αποτελεί αναγκαίο παρακολούθηµα της απαίτησης που ασκήθηκε µε την αγωγή, η οποία αποτελεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο προϋπόθεση για την γέννεση της πρώτης.

Με την έννοια αυτήν παρεπόμενη είναι, µεταξύ άλλων, και η απαίτηση για τους τόκους του κεφαλαίου που ζητείται µε την αγωγή, όχι όµως και η απαίτηση καταβολής τόκου επί του ποσού καθυστερουμένων τόκων, αφού τούτο δεν αποτελεί αναγκαίο παρακολούθηµα της απαίτησης από το κεφάλαιο και των τόκων της. Ο τόκος τόκων αποτελεί παρεπόμενο µιας νέας απαίτησης, την οποία απαρτίζουν οι τόκοι ενός τουλάχιστον έτους που µπορούν να ζητηθούν, εφόσον δεν έχουν συμφωνηθεί τέτοιοι τόκοι, µόνο µε αγωγή, η οποία αποτελεί στην περίπτωση αυτή αναγκαία προϋπόθεση για την γένεση τους.

Εποµένως, εφόσον για την γέννεση της αξίωσης για τόκους τόκων δεν αρκεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, η άσκηση της κύριας αγωγής για την καταβολή του οφειλομένου κεφαλαίου µε το νόµιµο τόκο (ενώ αρκεί κατ' άρθ. 346 ΑΚ η άσκηση της αγωγής αυτής για την γέννεση τόκων επί του κεφαλαίου αυτού), αλλ' απαιτείται, εάν δεν υπάρχει συµφωνία περί ανατοκισµού, η άσκηση ξεχωριστής αγωγής για τους τόκους τόκων (µε την συνδροµή των προϋποθέσεων που προαναφέρθηκαν), το αίτηµα για την καταβολή των ως άνω τόκων δεν θεωρείται παρεπόμενο της κύριας απαίτησης, ώστε να δύναται να υποβληθεί για πρώτη φορά µε τις προτάσεις, είτε στην πρωτοβάθμια είτε στην κατ' έφεση δίκη, είναι δε αδιάφορο, αν στην τελευταία περίπτωση το πιο πάνω αίτηµα ασκείται µε τις προτάσεις ως πρόσθετος λόγος έφεσης, αφού και στην περίπτωση αυτή δεν έχει τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθ. 111 §2 ΚΠολΔ προδικασία (Ολ.

ΑΠ 10/2007). Τέλος, ό,τι κατά τα προαναφερθέντα ισχύει για τον ανατοκισµό ισχύει και για κάθε περαιτέρω ανατοκισµό του τόκου των τόκων, που και αυτός επιτρέπεται υπό τους ανωτέρω περιορισµούς.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης αυτής (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι : Με την ένδικη ενώπιον του Μονοµελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα εναγομένη ΔΕΗ ΑΕ να τους καταβάλει νοµιµότοκα τ' αναφερόμενα εκεί ποσά λόγω της παροχής της εργασίας τους σ' αυτήν, στο τακτικό προσωπικό της οποίας ανήκουν, κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές του χρονικού διαστήματος 1997-2001 και της µη χορήγησης αναπληρωματικής ηµέρας ανάπαυσης και επιπλέον αµοιβής, καθώς και ως χρηµατική ικανοποίηση για ηθική βλάβη.

Με τις έγγραφες προτάσεις τους, που κατέθεσαν κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), διευρύνοντας το σχετικό αγωγικό αίτηµά τους, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη (αναιρεσείουσα) να τους καταβάλει νόµιµους τόκους επί των µέχρι την συζήτηση της αγωγής τους οφειλομένων τόκων επί των κυρίων ενδίκων απαιτήσεών τους.

Η αγωγή αυτή έγινε εν µέρει δεκτή µε την 1420/2003 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, µε την οποία το αίτηµα ανατοκισµού απορρίφθηκε σιωπηρά. Κατά της πρωτόδικης απόφασης αµφότερα τα διάδικα µέρη άσκησαν εφέσεις και πρόσθετους λόγους, ειδικότερα δε οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες µε τους πρόσθετους λόγους και την αντέφεση που άσκησαν µε τις προτάσεις που υπέβαλαν κατά την ενώπιον του Εφετείου συζήτηση της υπόθεσης ζήτησαν (πέραν των νοµίµων τόκων επί των µέχρι της συζήτησης της αγωγής τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφειλομένων τόκων για τις κύριες απαιτήσεις τους, για την σιωπηρή απόρριψη του οποίου διέλαβαν ειδικό λόγο έφεσης) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα εναγομένη να τους καταβάλει και τους τόκους επί του ποσού οφειλομένων, κατ' αυτούς, τόκων των τόκων για τις ένδικες αξιώσεις τους από 9-1-2004, χρονολογία συμπλήρωσης ενός έτους από την συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και µέχρι την συζήτηση της έφεσης, µε το νόµιµο τόκο µέχρι την εξόφληση.

Το Εφετείο Αθηνών µε την προσβαλλομένη 3618/2008 απόφασή του (κρίνοντας ύστερα από αναίρεση της 7161/2005 απόφασής του, µε την 1116/2007 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου) και όπως απ' αυτήν προκύπτει έκρινε τα αιτήµατα αυτά παραδεκτά και νόµιµα, εκτιµώντας, όµως, ότι το δεύτερο αυτών είχε διαφορετικό περιεχόµενο από αυτό που πραγµατικά κατά τα προαναφερθέντα είχε, και ακολούθως απέρριψε, κατ' ουσίαν, την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης, δέχθηκε κατά ένα µέρος την έφεση, τους πρόσθετους λόγους έφεσης και την αντέφεση των αναιρεσιβλήτων εναγόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν µέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, πλέον των άλλων, να καταβάλει σ' αυτούς α) τους τόκους επί των τόκων για τις κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της αγωγής µέχρι την συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 9-1-2003, µε τους νόµιµους έκτοτε (9-1-2003) τόκους και β) τους τόκους επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους από την συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) µέχρι την συζήτηση της έφεσης (15-3-2005), µε τον νόµιµο τόκο από 15-3-2005.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 14 του άρθ. 559 ΚΠολΔ, διότι, σύµφωνα µε τα προαναφερθέντα α) παραβίασεν ευθέως την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρ.296 ΑΚ και β) παρά το νόμο δεν κήρυξε (σύμφωνα με τα άρθρα 223 και 525 & & 2 και 3 ΚΠολΔ) απαράδεκτα τα αιτήματα για ανατοκισµό, που είχαν υποβληθεί µε τις προτάσεις των αναιρεσιβλήτων κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υπόθεσης, και για περαιτέρω ανατοκισµό που υποβλήθηκε µε τις προτάσεις τους κατά την συζήτηση στο Εφετείο.

Εποµένως, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιµος ο συναφής πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' αµφότερα τα σκέλη του. Μετά από αυτά, παρελκούσης δε της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το μέρος και τη διάταξη της, με την οποία υποχρέωσε την αναιρεσείουσα, να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους α) τους τόκους επί των τόκων για τις κύριες αξιώσεις τους από την επίδοση της αγωγής µέχρι την συζήτησή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο την 9-1-2003, µε τους νόµιµους, έκτοτε (9-1-2003), τόκους και β) τους τόκους επί των τόκων για τις ίδιες κύριες αξιώσεις τους από την συζήτηση της αγωγής (9-1-2003) µέχρι την συζήτηση της έφεσης (15-3-2005), µε τον νόµιµο τόκο από 15-3-2005, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από δικαστές, άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την άνω απόφαση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει, να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας των (άρθρ. 183, και 176 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, κατά ένα μέρος, τη με αριθμό 3618/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ