Legislator Case Law & Legislation
1825/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeals by joining cases and rejecting vague fraud claims regarding marital property transfers.

Case Number 1825/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court joined two pending appeals regarding a marital property dispute and dismissed both requests for cassation. The appellant argued that the lower court erred in rejecting a claim for compensation based on fraudulent transfers of assets during the marriage. The court found the appellant lacked standing at the time of transfer and that the lower court's reasoning, while flawed, led to the correct outcome.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 576 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join related appeals to expedite proceedings, and it will dismiss an appeal if the lower court's rejection of a claim based on vague allegations of fraud is substantively correct despite procedural errors.

Keywords

AI generated
joinder of appeals marital property division fraudulent transfer lack of standing cassation procedure vague allegations marital dissolution

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 14 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1825 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1825/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-αναιρεσιβλήτου: Χ, θετής θυγατρός Ζ, ως μόνης εξ αδιαθέτου κληρονόμο της αποβιωσάσης Ζ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Φραγκούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου-αναιρεσείοντος: Ψ, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-4-1997 αγωγή της αρχικής αποβιωσάσης διαδίκου Ζ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9022/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 8722/2002 μη οριστική, 4184/2007 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητούν η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη και ο αναιρεσίβλητος-αναιρεσείων με τις από 18-12-2007 και 26-11-2007 αντίστοιχα αιτήσεις τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα-αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε τις από 10-3-2009 εκθέσεις του, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη των κρινόμενων αιτήσεων αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο σε κάθε στάση τη δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο του παρόντος δικαστηρίου (18-3-2009) συζητήθηκαν οι εξής υποθέσεις: 1) Η από 26-11-2007 αίτηση του Ψ και 2) η από 18-12-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές, πρέπει να συνεκδικασθούν, γιατί είναι συναφείς και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολιπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην προκείμενη περίπτωση από τις εκθέσεις επίδοσης 13342Β'/22-2-2008 και 13343Β'/22-2-2008 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., τις οποίες προσκομίζει η αναιρεσίβλητη και αναιρεσείουσα Χ που επισπεύδει τη συζήτηση των ως άνω συνεκδικαζόμενων δύο αιτήσεων για αναίρεση της 4184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο των αιτήσεων αυτών, στο τέλος των οποίων είναι συνημμένη η πράξη, με την οποία δικάσιμος για τη συζήτησή τους ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, με κλήση προς τον αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο Ψ, για να παραστεί κατά τη συζήτησή τους, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτόν.

Όμως ο τελευταίος, και ως αναιρεσείων και ως αναιρεσίβλητος, δεν εμφανίστηκε κατά την πιο πάνω δικάσιμο, κατά την οποία οι συνεκδικαζόμενες υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου του, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 εδ.

α' και γ' ίδιου Κώδικα). Α') Επί της από 26-11-2007 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ : Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 του ΑΚ (όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 15 του ν.1329/1983), η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 του ν.1329/1983, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του ν.1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν.1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι :

α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση με οποιοδήποτε τρόπο της περιουσίας του υποχρέου. Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα (τελική περιουσία).

Από τη σύγκριση της αξίας της περιουσίας του υποχρέου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, με αναγωγή σε τιμές του χρόνου της άσκησης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Απαιτείται συνεπώς να προσδιορίζεται στην αγωγή η περιουσία του υποχρέου και κατά το χρόνο της τέλεσης του γάμου με αναγωγή της αξίας της στο χρόνο της άσκησης της αγωγής ή να εκτίθεται σ` αυτήν ότι δεν υπήρχε καθόλου περιουσία του υποχρέου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου.

Περαιτέρω, η συμβολή του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υποχρέου μπορεί να συνίσταται και στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή. Στη σχετική αγωγή είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υποχρέου.

Εάν ως συμβολή προβάλλεται η διάθεση κεφαλαίου, δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής και το πώς αποκτήθηκε το κεφάλαιο αυτό, αλλά τούτο θα εκτιμηθεί ως στοιχείο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού είναι προφανές ότι εάν αποδειχθεί ότι καμία πηγή εισοδημάτων και γενικά απόκτησης κεφαλαίου δεν είχε εκείνος που αξιώνει συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, δεν μπορεί να εξαχθεί αποδεικτικό πόρισμα ότι αυτός διέθεσε κεφάλαιο για την αύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 1447/2008).

Τέλος, η ελλιπής ή ασαφής έκθεση των περιστατικών που κατά νόμο απαιτούνται για να είναι ορισμένη η αγωγή, η πραγματική, δηλαδή, και μάλιστα ποσοτική αοριστία της αγωγής συνεπάγεται ακυρότητα αυτής και η μη απόρριψή της ως αόριστης από το δικαστήριο της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, για την παρά το νόμο μη κήρυξη της ακυρότητας.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της από 20-2-2001 αγωγής της αρχικώς ενάγουσας, στην οποία επιτρεπτώς, κατά το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, προβαίνει ο Άρειος Πάγος, με αυτήν εκτίθενται τα εξής, ειδικά κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε ορισμένη και βάσιμη από την προσβαλλόμενη απόφαση:

Η αρχικώς ενάγουσα Ζ και ο εναγόμενος τέλεσαν γάμο την 1-2-1972. Κατά την τέλεση του γάμου τους ο σύζυγος της ενάγουσας δεν είχε κανένα περιουσιακό στοιχείο. Ο γάμος τους λύθηκε αμετάκλητα με την 8579/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά το χρόνο αυτό, της λύσης του γάμου τους, η περιουσία του εναγόμενου επαυξήθηκε αποκλειστικά με τη δική της συμβολή, καθόσον ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου εισοδήματα, με την αγορά ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση <...>, όπως το ακίνητο αυτό λεπτομερώς περιγράφεται, αξίας κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής 30.000.000 δραχμών, το οποίο απέκτησε αυτός με χρήματα δικά της.

Με βάση το ιστορικό αυτό η αρχικώς ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή της να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προβεί σε δήλωση βουλήσεως ενώπιον συμβολαιογράφου περί μεταβιβάσεως στην ίδια της κυριότητας του ακινήτου αυτού, άλλως, και σε περίπτωση αδυναμίας αποδόσεως αυτουσίως του ακινήτου αυτού, να υποχρεωθεί να της καταβάλει την εκ δραχμών 30.000.000 αξία κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ήτοι το ποσό της επαύξησης της περιουσίας του συζύγου της, το οποίο οφείλεται στη δική της αποκλειστικά συμβολή, όπως ειδικότερα συγκεκριμενοποιείται στην αγωγή.

Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω αγωγή, με την οποία ασκείται αξίωση της ενάγουσας για συμμετοχή στα αποκτήματα του συζύγου της, είναι πλήρως ορισμένη, αφού, χωρίς να προκύπτει ουδεμία ασάφεια, περιέχει όλα τα στοιχεία που κατά το άρθρο 1400 παρ.1 του ΑΚ είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή της και δη προσδιορίζεται το είδος της συμβολής, η αξία της και ο αιτιώδης σύνδεσμος αυτής με την αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου εναγόμενου.

Ειδικότερα, χωρίς αμφιβολία προκύπτει από την εκτίμηση του περιεχομένου της, ότι σε αυτήν εκτίθεται ότι ο σύζυγος της αρχικώς ενάγουσας κανένα περιουσιακό στοιχείο δε διέθετε κατά την τέλεση του γάμου με αυτήν, ούτε είχε εισοδήματα κατά τη διάρκεια του γάμου. Ασάφεια σχετικά δεν υπάρχει από τη μνεία ότι ο εναγόμενος <τα άνω περιουσιακά στοιχεία...απέκτησε κατά την διάρκειαν της εγγάμου συμβιώσεως αποκλειστικώς διά χρημάτων μου, τούτου μηδέποτε εργασθέντος...και διά χρημάτων μου και μόνον ηγοράσθησαν τα άνω περιουσιακά στοιχεία του άνευ ουδεμιάς συνδρομής τούτου, μη έχοντος άλλωστε άλλα έσοδα και εργασίαν αποζών εκ της περιουσίας μου...>, αφού με τις φράσεις αυτές, συνδυαζόμενες με το λοιπό περιεχόμενο της αγωγής, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η ενάγουσα περιορίζεται να εκθέσει ανυπαρξία, κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, μόνο περιουσιακών στοιχείων του συζύγου της που είχαν αποκτηθεί με δικές του δυνάμεις, χωρίς να αποκλείει ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων που είχαν αποκτηθεί από δωρεά ή κληρονομία.

Πρέπει δε να εκληφθεί ότι με τις φράσεις αυτές η ενάγουσα ήθελε να εξάρει το γεγονός ότι τίποτε δεν είχε αποκτήσει ο σύζυγός της χωρίς τη δική της συμβολή, που, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγινε κατά τη διάρκεια του γάμου και όχι να περιορίσει την αναφορά της έλλειψης περιουσιακών στοιχείων του συζύγου της, κατά την τέλεση του γάμου, μόνο σε εκείνα που δεν είχαν αποκτηθεί με τις δικές του δυνάμεις.

Επομένως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων προβάλλει αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.14 του ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή λόγω ασάφειας ως προς την αναφορά της αρχικής περιουσίας του συζύγου της ενάγουσας.

Ο ίδιος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι επίσης απορριπτέος, ως αβάσιμος, και κατά το μέρος που με αυτόν ο αναιρεσείων παραπονείται για την μη απόρριψη ως αόριστης της αγωγής, διότι σε αυτήν δεν εκτίθενται : α) η κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου περιουσία της ενάγουσας και των εισοδημάτων της, καθώς και των δικών του εισοδημάτων, β) το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας και των δικών του εισοδημάτων κατά τη διάρκεια του γάμου, αφού τα στοιχεία αυτά δεν είναι κατά νόμο αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής (ΑΠ 1496/2006), ενώ, όπως προαναφέρθηκε, εκτίθεται στην αγωγή και ο αιτιώδης σύνδεσμος της συνδρομής της ενάγουσας και της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου συζύγου της.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως προς τα τρία μέρη αυτού.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η αρχικώς ενάγουσα Ζ και ο εναγόμενος τέλεσαν νόμιμο γάμο την 1 Φεβρουαρίου 1972, στην ....

Ο γάμος αυτός λύθηκε αμετάκλητα με την 8579/1995 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια του γάμου η περιουσία του εναγομένου επαυξήθηκε, με την αγορά ενός ακινήτου που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου ..., με το ναΐδριο ...) που υπάρχει σ' αυτό, το οποίο περιήλθε σ' αυτόν δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ...

συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικ. Σαρλή, αντί τιμήματος 60.000 δρχ. Το εν λόγω ακίνητο έχει έκταση, κατά τον τίτλο κτήσεως, "τριών τετάρτων (3/4) της ζευγαριάς", αλλιώς 3.000 τ.μ. και όχι 5 περίπου στρεμμάτων, όπως ισχυρίστηκε η ενάγουσα, κατά νεότερη δε και ακριβή καταμέτρηση που έγινε από τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό ...

το Δεκέμβριο του 1999, η έκταση του ανέρχεται σε 1760 τ.μ. Το ακίνητο αυτό μεταβιβάστηκε από τον εναγόμενο, με αιτία την πώληση, δυνάμει του ... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέλλας Βλαχονικολέα-Σταθάκη, αντί τιμήματος δρχ. 11.758.763 δρχ. που, όπως αναγράφει το σχετικό συμβόλαιο, συμπίπτει με την αντικειμενική του αξία.

Το παραπάνω ακίνητο βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ..., συνορεύει γύρωθεν, κατά τους τίτλους κτήσεως, με ιδιοκτησίες ..., κληρονόμων ... και με δημόσια οδό και από τα δύο μέρη. Πιο συγκεκριμένα νότια έχει πρόσωπο σε δημόσιο δρόμο προς Αεροδρόμιο και την πόλη της .... Εξάλλου το εν λόγω ακίνητο, όπως ειδικότερα προκύπτει από το προαναφερόμενο ...

συμβόλαιο, στο οποίο υπάρχουν κτίσματα, δηλαδή ο προαναφερθείς μικρός ναός του ..., επιφάνειας 23 τ.μ. και αποθήκες-κελιά, επιφάνειας 90,19 τ.μ., δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο, σύμφωνα με τη ρητή δήλωση του Αρχιτέκτονα Μηχανικού ... που περιέχεται στο συμβόλαιο 10.878/2000 και στο από Δεκεμβρίου του 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου.

Ωστόσο το παραπάνω ακίνητο, ενόψει του ότι βρίσκεται σε κεντρικό δρόμο που συνδέει το Αεροδρόμιο με την πόλη της ..., λόγω αυτής της θέσεώς του έχει αυξημένη αξία και παράλληλα η ύπαρξη σ' αυτό κτισμάτων, επιφάνειας 90,19 τ.μ. και του μικρού ναού 23 τ.μ. του προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη αξία. Ο μάρτυρας απόδειξης Θ αναβιβάζει την αξία του ακινήτου, κατά το έτος 1997 (χρόνος ασκήσεως της αγωγής) στο ποσό των 50.000.000 δρχ - 65.000.000 δρχ.

Κατόπιν αυτών, που λαμβάνονται σε συνδυασμό υπόψη, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου, το οποίο εξακολουθούσε να περιλαμβάνεται στην περιουσία του εναγομένου κατά το χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου του με την αρχικώς ενάγουσα, ανερχόταν κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής στο ποσό των 20.000.000 δρχ.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε, με βάση την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Θ, ο οποίος δεν γνώριζε μεν την ενάγουσα κατά το έτος 1974, οπότε έγινε η αγορά του εν λόγω ακινήτου, αλλά καταθέτει τα όσα αυτή του είχε αναφέρει, ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η ενάγουσα είχε μεγάλα για την εποχή εισοδήματα και συγκεκριμένα τουλάχιστον 5.000 λίρες από αποζημίωση λόγω απαλλοτρίωσης, για τη διάνοιξη της Εθνικής οδού, του κτήματός της στην ....

Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, όπως προκύπτει από το ... συμβόλαιο του Συμβολαιγράφου Αχαρνών Νικ. Σαρλή, η ενάγουσα είχε εισπράξει ποσό 5.819.200 δραχμών από την πώληση στην εταιρία με την επωνυμία "Α.Ε. ΒΩΞΙΤΑΙ ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ", κατά το έτος 1972, ιδιοκτησίας της στην ίδια παραπάνω περιοχή. Από την άλλη πλευρά, ο εναγόμενος αρχικά ήταν δικηγόρος είχε, όμως, διαγραφεί από το Δικηγορικό Σύλλογο Θεσσαλονίκης από το έτος 1953 και παύθηκε από το δικηγορικό λειτούργημα το έτος 1955 και ως εκ τούτου δεν ασκούσε κάποιο επάγγελμα, ώστε να έχει σχετικά εισοδήματα.

Ο τελευταίος, ισχυρίστηκε ότι το επίδικο ακίνητο αποκτήθηκε αποκλειστικά με δική του συμβολή, με χρήματα που απέκτησε από την πώληση ακινήτου του στη ..., ποσού 453.780 δραχμών, το οποίο αυτός μεταβίβασε με αιτία την πώληση σε τρίτο, δυνάμει του ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ε. Τοσουνίδου. Όπως, όμως, αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο ...

συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αχαρνών Νικ. Σαρλή, μετά την πώληση του ακινήτου του στη ... και πριν από την αγορά του επιδίκου της ..., αγοράστηκε από αυτόν διαμέρισμα στην οδό ..., αντί τιμήματος 1.500.000 δρχ., δηλαδή ποσού που υπερκάλυπτε το ποσό που αυτός έλαβε από την πώληση του ακινήτου του (453.780 δρχ.). Όσον δε αφορά στο προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο από 10.3.1975 πιστοποιητικό της Ζ' Εφορίας Θεσσαλονίκης που αφορά στα εισοδήματά του των ετών 1963-1972, πρέπει να λεχθεί ότι από το πιστοποιητικό αυτό προκύπτει ότι αυτός στερείτο εισοδημάτων από βιοποριστικό επάγγελμα και το μόνο μικρό εισόδημα ήταν εισόδημα από εκμίσθωση οικοδομών, αναφορικά με το ακίνητο που τελικώς πώλησε το έτος 1972.

κατά τα προαναφερθέντα. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι το προαναφερθέν ακίνητο, το οποίο αποτελεί το απόκτημα, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 20.000.000 δραχμών, αποκτήθηκε αποκλειστικά με συμβολή της αρχικώς ενάγουσας και ότι δεν αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό αποκτήθηκε αποκλειστικά με συμβολή του εναγόμενου, χωρίς καμιά απολύτως συμβολή της αρχικώς ενάγουσας.

Κατόπιν τούτου το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη και, μετά τη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, αναγνώρισε ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στην ήδη αναιρεσίβλητη, θετή κόρη της αρχικώς ενάγουσας και μοναδική κληρονόμο αυτής που μετά το θάνατό της συνέχισε τη δίκη, το ποσό των 58.694 ευρώ.

Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου συζύγου κατά τη διάρκεια του γόμου και της αποκλειστικής συμβολής στην επαύξηση αυτή της αρχικώς ενάγουσας, ενώ δεν ήταν αναγκαίο να αναφερθεί πώς περιήλθαν στον εναγόμενο τα χρήματα της ενάγουσας, ούτε ότι έπαυσε κάποια στιγμή η ενάγουσα να έχει τα χρήματα των 5.000 λιρών που είχε εισπράξει από την αναφερόμενη απαλλοτρίωση, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 1400 ΑΚ, που εφάρμοσε.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η λέξη <ζητήθηκαν> αναφέρεται σε κεφάλαιο της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια ότι το Εφετείο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν, διότι, ενώ κατά την αγωγή το ακίνητο είχε έκταση 5.000 τ.μ. και αξία 30.000.000 δραχμών, ήτοι 6.000 δραχμών ανά τ.μ. και ενώ το Εφετείο δέχτηκε ότι είχε έκταση μόνο 1.760 τ.μ., ήτοι κατά το αγωγικό αίτημα αξία 10.560 δραχμών ανά τ.μ., τελικά το Εφετείο επιδίκασε ποσό 20.000.000 δραχμών, ήτοι 11.363 δραχμές ανά τ.μ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την αγωγή ζητήθηκε να επιδικαστεί ποσό 30.000.000 δραχμών συνολικά για το ακίνητο που αποτελεί το απόκτημα όση και αν ήταν η έκτασή του, την οποία η ενάγουσα κατά τον τίτλο κτήσεως υπολόγισε σε 5.000 τ.μ. περίπου. Β') Επί της από 18-12-2007 αιτήσεως αναιρέσεως της Χ :

Επειδή, από το άρθρο 1400 ΑΚ, όπως ισχύει μετά το ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται, κατ' άρθρο 12 του ν. 1649/1986, και για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, συνάγεται ότι σε περίπτωση λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή διαστάσεως των συζύγων που διάρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια, κάθε σύζυγος που συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση της περιουσίας του άλλου δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αυξήσεως που προέρχεται από τη δική του συμβολή. Η αξίωση αυτή είναι ενοχικής φύσεως και προσωποπαγής, γεννιέται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή ακυρωθεί αμετάκλητα ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων.

Συνεπώς, πριν από την επέλευση των χρονικών αυτών σημείων δεν υπάρχει δικαίωμα συμμετοχής στα αποκτήματα του άλλου συζύγου, αφού ο νόμος μεταθέτει έως την αμετάκλητη λύση ή ακύρωση του γάμου ή τη συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως την ίδια τη γέννηση του δικαιώματος και όχι απλώς την ενέργεια γεννημένου δικαιώματος και έτσι ο σύζυγος έχει απλώς δικαίωμα προσδοκίας, το οποίο δεν εξομοιώνεται προς το υπό αναβλητική αίρεση δικαίωμα (ΑΠ 1590/2005).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 939 ΑΚ, οι δανειστές έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν κατά τους όρους των επόμενων άρθρων τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία δεν αρκεί για την ικανοποίησή τους. Ενάγων, κατά τη διάταξη αυτή, είναι εκείνος που έχει την ιδιότητα του δανειστή κατά το χρόνο που επιχειρείται η απαλλοτριωτική δικαιοπραξία, έστω και αν η απαίτησή του τελεί υπό αναβλητική προθεσμία, απαιτείται δηλαδή μέχρι του χρόνου της απαλλοτριώσεως να έχουν συντελεσθεί τα παραγωγικά γεγονότα της απαιτήσεώς του, επί πλέον δε αυτή πρέπει να έχει καταστεί και ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής (Ολ ΑΠ 709/74, ΑΠ 602/2005).

Πάντως η απαίτηση του δανειστή πρέπει να έχει γεννηθεί πριν από την απαλλοτρίωση, τούτο δε προκύπτει κατά λογική αναγκαιότητα από το περιεχόμενο των άλλων προϋποθέσεων για τη διάρρηξη και ιδίως από το δόλο του οφειλέτη, που είναι αδιανόητος απέναντι σε δανειστές μεταγενέστερους από την απαλλοτρίωση, και τη βλάβη των δανειστών, αφού οι μεταγενέστεροι δανειστές δεν μπορούν να υπολογίζουν στα περιουσιακά στοιχεία που εξήλθαν ήδη από την περιουσία του οφειλέτη και γι' αυτό το δικαίωμα διάρρηξης δεν παρέχεται σε δανειστές των οποίων η αξίωση κατά του οφειλέτη γεννήθηκε μετά την απαλλοτρίωση (Α.Π. 159/1964).

Για τον ίδιο λόγο, δεν έχει δικαίωμα διάρρηξης αυτός που, κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, έχει απλή πιθανότητα κτήσεως δικαιώματος στο μέλλον, δηλαδή απλή προσδοκία κτήσεως δικαιώματος, όπως είναι ο σύζυγος για τα αποκτήματα, ενόσω διαρκεί ο γάμος. Συνακόλουθα, εφόσον κάθε σύζυγος δεν είναι ούτε υπό προθεσμία ή υπό αίρεση δικαιούχος, αλλά έχει απλή προσδοκία κτήσεως μελλοντικού δικαιώματος, επί απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας που έγινε πριν συμπληρωθούν τα ως άνω αναφερόμενα χρονικά σημεία, δεν μπορεί να ζητηθεί προστασία κατ' εφαρμογή των άρθρων 939 επ.

Α.Κ., που προϋποθέτουν ότι ο ενάγων είχε την ιδιότητα του δανειστή, όταν επιχειρήθηκε η απαλλοτρίωση (ΑΠ 602/2005). Εξάλλου, η καταδολίευση δανειστών, τελούμενη προς βλάβη τους, με την από τον οφειλέτη απαλλοτρίωση της περιουσίας του, ώστε να καθίσταται έναντι αυτών αναξιόχρεος, ρυθμιζόμενη ειδικώς από τα άρθρα 939 επ.

του ΑΚ, δεν αποτελεί και αδικοπραξία, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, γιατί είναι μεν παράνομη συμπεριφορά, αφού απαγορεύεται, ως συνέπειά της όμως τάσσεται με το νόμο όχι η αποζημίωση, αλλά η διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξεως. Ακόμη και όταν η καταδολιευτική απαλλοτρίωση πληροί την αντικειμενική υπόσταση του κατά το άρθρο 397 ΠΚ εγκλήματος, δεν έχει ως συνέπεια την αποζημίωση, αλλά τη διάρρηξη (Ολ ΑΠ 12/2008).

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση (ΑΠ 803/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γενόμενη επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από τα αποκτήματα γάμου αγωγής, η αρχικώς ενάγουσα εξέθετε ότι τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο με τον εναγόμενο, ο οποίος λύθηκε με αμετάκλητη απόφαση το έτος 1995.

Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους η περιουσία του εναγομένου συζύγου της επαυξήθηκε αποκλειστικά με τη δική της συμβολή, μεταξύ άλλων, και κατά ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στην ... επί της οδού ... και κατά ένα διαμέρισμα που βρίσκεται στη Κοινότητα .... Ότι τα περιουσιακά αυτά στοιχεία μεταβίβασε ο εναγόμενος διαρκούντος του γάμου το μεν πρώτο με το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίας Τριάντα-Μάτση στο γιό του ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αντί τιμήματος 7.000.000 δραχμών και την ψιλή κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου στον εγγονό του ... λόγω δωρεάς, το δε δεύτερο μεταβίβασε με το ... συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου στο γιό του ...

και τη σύζυγο αυτού ... κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, αντί τιμήματος 4.000.000 δραχμών, και ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν προς περιγραφή και καταδολίευση των δικαιωμάτων της, μετά την αποχώρησή της από τη συζυγική οικία. Ζητούσε δε να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό της αξίας των καταδολιευτικώς μεταβιβασθέντων ως άνω ακινήτων ύψους 140.000.000 δραχμών, τα οποία είχε αγοράσει με δικά της χρήματα, ως αποζημίωση, για τη ζημία που αυτή υπέστη από την καταδολιευτική μεταβίβαση προ της αμετακλήτου λύσεως του γάμου, των διά χρημάτων της αγορασθέντων πιο πάνω δύο ακινήτων, στην οποία αυτός προέβη προκειμένου να μη δυνηθεί η ίδια να τα περιλάβει στα αποκτήματα.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημά της, σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι μη νόμιμη, διότι, όταν έγιναν οι εν λόγω μεταβιβάσεις κατά τα έτη 1998, 1989, ήτοι διαρκούντος του γάμου, η ενάγουσα είχε απλή προσδοκία κτήσεως μελλοντικού δικαιώματος και δεν είχε γεννημένη αξίωση για συμμετοχή της στα αποκτήματα και συνακόλουθα δεν είχε την ιδιότητα του δανειστή.

Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα αυτό της αγωγής ως αόριστο, με την αιτιολογία ότι κατά την επιχειρούμενη θεμελίωση αξίωσης του αιτήματος στις περί αδικοπραξιών διατάξεις ουδόλως εκτίθεται σ' αυτή σαφής και ορισμένη έκθεση των περιστατικών που θεμελιώνουν αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου, συνισταμένη στο ότι αυτός διαβλέποντας τη λύση του γάμου τους, δολίως, για να περιγράψει τη μελλοντική απαίτησή της απαλλοτρίωσε με χαριστικές ή εικονικές δικαιοπραξίες τα παραπάνω περιουσιακά στοιχεία, δεν αρκεί δε για το ορισμένο της αγωγής η αόριστη αναφορά ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν <προς περιγραφή και καταδολίευση των δικαιωμάτων της>.

Έτσι, το Εφετείο, αν και χρησιμοποίησε εσφαλμένη αιτιολογία, κατέληξε σε ορθό διατακτικό και απέρριψε το παραπάνω αίτημα. Επομένως, σύμφωνα με το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., ο μοναδικός από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης και να καταδιικαστεί ο απολιπόμενος αναιρεσείων στην από 26-11-2007 αίτηση Ψ στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει 1) την από 26-11-2007 αίτηση του Ψ και 2) την από 18-12-2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της 4184/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Ψ στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 15 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ