Supreme Court overturns insurance appeal court ruling on forest fire exclusion clause validity and remands case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece overturned the Second Instance Court's decision dismissing an insurance claim for a forest fire. The lower court had accepted the insurer's exclusion clause despite lacking clear evidence that the policyholder was aware of it, citing only that the clause was readable. The Supreme Court found the Second Instance's reasoning insufficient regarding the legal requirements for applying such exclusions under the relevant insurance law. Consequently, the case was remanded to a new panel of the Second Instance Court for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 33 and 34 of Law 2496/1997; The exclusion clause in an insurance contract is invalid if the insured was not properly informed of it, and the lower court must provide adequate reasoning when accepting such a clause based on mere readability.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1825 / 2008 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1825/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασιλική Κεφαλοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Κουτσογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-7-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 913/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6531/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 16-3-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η κρινόμενη αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή των αναφερομένων στο σκεπτικό λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, σύμφωνα με τις διαχρονικού δικαίου διατάξεις άρθρων 33 και 34 του Ν. 2496/1997 περί της ασφαλιστικής συμβάσεως, με τον οποίο καταργήθηκαν ως σύνολο οι διατάξεις του ένατου τμήματος του εμπορικού νόμου (άρθρα 189-225), η ισχύς του άρχεται έξι μήνες μετά τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ενώ οι κατά την έναρξη ισχύος του υφιστάμενες ασφαλιστικές συμβάσεις διέπονται εφεξής από τον νόμο αυτόν.
Ο ανωτέρω νόμος δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 16-5-1997 και, άρα, άρχισε να ισχύει από 16.11.1997. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις των άρθρων 24 και 25 Εισ. Ν ΑΚ, προκύπτει ότι ο νεότερος αυτός νόμος διέπει τόσο τις ασφαλιστικές συμβάσεις που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος του, όσο και εκείνες που είχαν συναφθεί προηγουμένως και είναι εκκρεμείς, ασφαλιστικές όμως περιπτώσεις που επήλθαν πριν από την ανωτέρω ουσιαστική έναρξη της ισχύος του (16-11-1997) κρίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Εμπ.Ν.
που καταργούνται. Εξ άλλου με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1, 2 παρ.1, 2 και 5 του ν. 2496/97 "Ασφαλιστική σύμβαση κλπ" ορίζονται τα εξής α)Με την ασφαλιστική σύμβαση η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση να καταβάλει, έναντι ασφαλίστρου, στον συμβαλλόμενο της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτον, παροχή (ασφάλισμα), σε χρήμα, ή εφόσον υπάρχει σχετική συμφωνία, άλλη παροχή σε είδος, όταν επέλθει το περιστατικό, από το οποίο συμφωνήθηκε να εξαρτάται η υποχρέωση του (ασφαλιστική περίπτωση) (άρθρο 1 παρ.1) β) η ασφαλιστική σύμβαση αποδεικνύεται με έγγραφο που εκδίδεται από τον ασφαλιστή ... (άρθρο 2 παρ.1) γ) ο ασφαλιστής υποχρεούται να παραδώσει στο λήπτη της ασφάλισης ασφαλιστήριο ... (άρθρο 2 παρ.2) δ) αν το περιεχόμενο του ασφαλιστηρίου παρεκκλίνει από την αίτηση για ασφάλιση, οι παρεκκλίσεις θεωρούνται ότι έχουν εγκριθεί από την αρχή, εφόσον ο λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώνεται γραπτά εντός ενός (1) μηνός από την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και εφόσον ο ασφαλιστής τον έχει ενημερώσει για την παρέκκλιση και το δικαίωμα εναντίωσης γραπτά ή με σημείωση στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου, στοιχειοθετημένη με εντονότερα στοιχεία από τα λοιπά, ώστε να υποπίπτει εύκολα στην αντίληψη και έχει χορηγήσει σ' αυτόν σε χωριστό έντυπο υπόδειγμα δήλωσης εναντίωσης (άρθρο 2 παρ.5).
Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 361, 185, 192 και 193 ΑΚ συνάγεται, ότι η ασφαλιστική σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής από τον ασφαλιστή. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα.
Η πρόταση όμως είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη) εφόσον ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών που προηγήθηκαν. Ουσιώδη στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης είναι τα στοιχεία των συμβαλλομένων και του δικαιούχου του ασφαλίσματος, αν αυτός είναι πρόσωπο διαφορετικό του συμβαλλομένου, η διάρκεια της ασφαλιστικής κάλυψης, το πρόσωπο ή το αντικείμενο που σχετίζονται με την επέλευση του κινδύνου, το είδος των κινδύνων (ασφαλιστικοί κίνδυνοι), το τυχόν ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή (ασφαλιστικό ποσό), οι τυχόν εξαιρέσεις κάλυψης, το ασφάλιστρο και το εφαρμοστέο δίκαιο, αν αυτό δεν είναι το ελληνικό.
Πέραν των ουσιωδών αυτών στοιχείων, είναι δυνατό, στο πλαίσιο της συμβατικής ελευθερίας των συμβαλλομένων, να συμφωνηθούν και πρόσθετοι όροι εφόσον και αυτοί αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και έγιναν εκατέρωθεν αποδεκτοί. Στην πρακτική συνήθως η πρόταση προς κατάρτιση ασφαλιστικής σύμβασης γίνεται με έγγραφη προς τούτο αίτηση προς τον ασφαλιστή, που περιέχει τους όρους της υπό κατάρτιση σύμβασης, η οποία μπορεί να περιέχει και την κάλυψη περισσοτέρων του ενός ασφαλιστικών κινδύνων (π.χ.
ζωής και ασθενείας), η αποδοχή της δε από τον ασφαλιστή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς, όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου, με την καθ' οιονδήποτε τρόπο ειδοποίηση του προτείνοντος, την είσπραξη ασφαλίστρου κλπ. Από το νόμο (άρθρο 2 ν. 2496/97) καθιερώνεται ως αποδεικτικός τύπος της ασφαλιστικής σύμβασης και των τυχόν προσθέτων όρων αυτής, το έγγραφο (ασφαλιστήριο), το οποίο εκδίδεται και υπογράφεται από τον ασφαλιστή, χωρίς να απαιτείται και η υπογραφή από τον λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεσμεύεται και από τους τυχόν προσθέτους όρους που τέθηκαν από τον ασφαλιστή κατά την έκδοση του ασφαλιστηρίου, κατά παρέκκλιση της αίτησης και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, με την προϋπόθεση όμως, ότι οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι, αναγράφονται στα εξατομικευμένα στοιχεία του ασφαλιστηρίου, γίνεται μνεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία ότι ο λήπτης έχει δικαίωμα εναντίωσης και χορηγείται στο λήπτη μαζί με το ασφαλιστήριο υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εναντίωσης, ο δε λήπτης της ασφάλισης δεν εναντιώθηκε γραπτώς στους κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όρους, εντός μηνός από της παραλαβής του ασφαλιστηρίου.
Αν ο ασφαλιστής που εξέδωσε το ασφαλιστήριο παρέλειψε να ενημερώσει τον λήπτη, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο (με εντονότερα στοιχεία στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου) και να χορηγήσει στο λήπτη έντυπη δήλωση εναντίωσης, τότε οι κατά παρέκκλιση της αίτησης τεθέντες στο ασφαλιστήριο όροι δεν δεσμεύουν τον λήπτη και η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ότι έχει καταρτισθεί υπό τους όρους της αίτησης προς κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Οι ρυθμίσεις αυτές, υπαγορεύτηκαν με σκοπό να παρασχεθεί στο λήπτη της ασφάλισης και κατ' επέκταση στον ασφαλισμένο προστασία έναντι της οργανωμένης και ευρισκομένης σε πλεονεκτικότερη θέση ασφαλιστικής επιχείρησης, από τον αιφνιδιασμό του λήπτη, με την θέση ειδικών όρων και ρυθμίσεων στο ασφαλιστήριο, που εκδίδεται από την ασφαλιστική επιχείρηση, συνήθως μετά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε την έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου απέρριψε την εναντίον της αγωγή του λήπτη της ασφάλισης ήδη αναιρεσείοντος, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν τα εξής: 'Οτι με ασφαλιστική σύμβαση που καταρτίσθηκε, το πρώτο, μεταξύ των διαδίκων την 1.11.1994, η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε για τον κίνδυνο πυρκαϊάς την οικία του ενάγοντος και τον εξοπλισμό της, για χρονική διάρκεια εξαμήνου. 'Οτι μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου διάρκειας της ασφαλιστικής σύμβασης, αυτή ανανεώνονταν συνεχώς και ο λήπτης της ασφάλισης ενάγων κατέβαλε το συμφωνημένο ποσό ασφαλίστρων, τελικώς δε ανανεώθηκε για το χρονικό διάστημα από 28.11.1999 μέχρι 28.11.2000, εκδοθέντος από την εναγομένη του υπ' αριθμ. .....
ασφαλιστηρίου το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του λήπτη της ασφάλισης. 'Οτι στο άρθρο 2.1 των γενικών όρων του προαναφερόμενου ασφαλιστηρίου αναγράφεται ότι "από την παρούσα ασφάλιση εξαιρούνται απώλειες ή ζημίες που θα προξενηθούν από πυρκαϊά, η οποία θα οφείλεται άμεσα ή έμμεσα σε κάποιο από τα παρακάτω γεγονότα ή αιτίες α) ...
ζ) πυρκαϊά δάσους, συστάδας δένδρων και θάμνων, λιβαδιού, βοσκοτόπου ή εκχέρσωση δάσους που γίνεται χρήση πυρός" στην πρώτη δε σελίδα αυτού αναφέρεται ότι "η παρούσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τους συνημμένους γενικούς και ειδικούς όρους, που αποτελούν το ενιαίο σύνολo της ασφαλιστικής συμβάσεως .
Οποιαδήποτε συμπλήρωση ή και μεταβολή του περιεχομένου αυτών είναι άκυρη εφόσον δεν υπογράφεται από νόμιμα εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της εταιρίας". 'Οτι ό άνω όρος εξαίρεσης από τον ασφαλιστική κάλυψη αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφαλιστήριο, που έχει εκδώσει η ίδια, το οποίο δεν φέρει την υπογραφή του λήπτη της ασφάλισης ενάγοντος, ο οποίος όμως έλαβε γνώση του όρου αυτού της εξαίρεσης της ασφαλιστικής κάλυψης και τον αποδέχτηκε, αφού προηγουμένως του δόθηκε η δυνατότητα, σύμφωνα με την καλή πίστη, να τον διαβάσει.
Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι εξαιτίας επεκτάσεως της προκληθείσας την 12-7-2000 πυρκαϊας σε δάσος καταστράφηκε η ασφαλισμένη οικία του ενάγοντος και ο εξοπλισμός αυτής, δέχτηκε τη σχετική εκ του άνω όρου ένσταση της εναγομένης περί εξαιρέσεως από την ασφάλιση της περίπτωσης πυρκαϊάς σε δάσος, δυνάμει του άνω όρου, και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απέρριψε την αγωγή με την οποία ο ενάγων ζητούσε την καταβολή του ασφαλιστικού ποσού. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, ως προς τη συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της εφαρμοστέας διάταξης του άρθρου 2 παρ.5 ν.2496/1997, δέχτηκε την ένσταση της εναγομένης, περί εξαιρέσεως από την ασφαλιστική κάλυψη, διότι μολονότι δεν δέχεται σαφώς ότι αντίγραφο του άνω ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που εξέδωσε η εναγομένη και δεν έφερε την υπογραφή του λήπτη της ασφάλισης παραδόθηκε στον ενάγοντα, ώστε αυτός να λάβει γνώση και του άνω όρου εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη, ούτε δέχεται επίσης ότι γίνεται μνεία του τεθέντος αυτού όρου στην πρώτη σελίδα του ασφαλιστηρίου με εντονότερα στοιχεία, ούτε τέλος ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία παρέδωσε στο λήπτη, μαζί με το ασφαλιστήριο, και έγγραφη δήλωση εναντίωσης, δέχεται ότι στο λήπτη της ασφάλισης ενάγοντα δόθηκε η δυνατότητα να λάβει γνώση του όρου αυτού και να τον διαβάσει.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο δεύτερος λόγος από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, όπως αυτός συμπληρώθηκε από τον Εισηγητή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 6.531/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν αυτή. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστική έξοδα του αναιρεσείοντος από ευρώ 2.000.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ