Legislator Case Law & Legislation
1824/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on partition of co-owned property where distribution is feasible and does not harm the creditor's interest.

Case Number 1824/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision ordering the partition of co-owned real estate. The appellant argued that forced distribution would be economically ruinous for the creditor, citing a defaulted loan of 300,000 euros, but the court found no evidence that the division would render the property useless or significantly reduce its total value. Consequently, the court ruled that the distribution was feasible and did not violate the creditor's interests, rejecting the appeal as baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 491(1) and 559(1) and (1b) of the Code of Civil Procedure; The court must order partition by distribution if feasible, provided it does not harm the creditor's interest, as the inutility of the division is determined solely by whether the parts become useless as economic units or if the total value is significantly diminished.

Keywords

AI generated
partition of co-owned property distribution of real estate creditor's interest feasibility of division economic utility of parts appeal dismissal co-ownership division

Cited Legislation

AI generated
Article 491(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1824 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1824/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα- Εισηγήτρια, Φωτεινή Μηλιώνη, Ευαγγελία Στεργίου, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. - Μ. Λ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Σταμαδιάνο, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Κ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βλαμάκη, και κατέθεσε προτάσεις, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα την Αθήνα, οδός Όθωνος με αρ. 8 και με Α.Φ.Μ. 094014250, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φωτεινή Χατζηχηδίρογλου, και δεν κατέθεσε προτάσεις, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε.", με έδρα την Αθήνα, οδός Αμερικής με αρ. 4 και με Α.Φ.Μ. 996763330, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Ποντίφηξ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-7-2019 αγωγή και την από 22-7-2019 προσεπίκληση της ήδη αναιρεσείουσας και τις από 6-11-2019 και 14-10-2019 κύριες παρεμβάσεις των υπό στοιχεία 2 και 3 ήδη αναιρεσιβλήτων αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 738/2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1979/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2022 αίτηση και τον από 9-5-2024 πρόσθετο λόγο της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του πρόσθετου λόγου, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 491 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. στη δίκη διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικά, με επιμέλεια εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση, όσοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας καθώς και όσοι έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση σε μερίδα κάποιου από τους κοινωνούς. Η διάταξη αυτή θεσπίσθηκε γιατί ο νομοθέτης ενόψει των σοβαρών συνεπειών που επιφέρει η διανομή πράγματος, στο οποίο τρίτοι έχουν δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή έχουν επιβάλλει συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στην ιδανική μερίδα ενός από τους συγκυρίους θέλησε οι προαναφερόμενοι τρίτοι όχι να λαμβάνουν απλώς γνώση της δίκης της διανομής, αλλά και να συμμετέχουν υποχρεωτικώς σ' αυτήν, αφού από την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης η υποθήκη ή το ενέχυρο περιορίζονται εφεξής μόνο στα μέρη που περιήλθαν στον οφειλέτη.

Εξάλλου το γεγονός ότι η άσκηση της προσεπίκλησης έχει κατά το άρθρο 89 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., τα αποτελέσματα που έχει και η άσκηση της αγωγής, ο ενυπόθηκος ή ενεχυρούχος δανειστής από την επίδοση σ' αυτόν της προσεπίκλησης καθίσταται αναγκαίος ομόδικος των συγκυρίων μεταξύ των οποίων διεξάγεται η δίκη της διανομής του κοινού πράγματος υπό την έννοια του άρθρου 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

Έτσι αποκτά την ιδιότητα του διαδίκου έστω και αν δεν άσκησε παρέμβαση. Επομένως πρέπει σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. να καλείται σε κάθε μεταγενέστερη διαδικαστική πράξη σε όλα τα στάδια της προαναφερόμενης δίκης, Αν το υποχρεωτικώς προσεπικαλούμενο πρόσωπο δεν εμφανισθεί στη δίκη της διανομής κοινού πράγματος, παρά τη νομότυπη κλήτευσή του, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται, κατά το άρθρο 76 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

από τους λοιπούς παρισταμένους διαδίκους (κοινωνούς) και δεσμεύεται από το δεδικασμένο που πηγάζει από την απόφαση που εκδίδεται επί της αγωγής διανομής, καθ' όσον διευρύνονται και ως προς αυτό τα υποκειμενικά όρια της δίκης.

Με την κρινόμενη από 13-07-2022 αίτηση αναίρεσης και τον από 09-05-2024 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά, εντός της οριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ προθεσμίας, με ιδιαίτερο δικόγραφο που επιδόθηκε στους αναιρεσίβλητους στις 23-05-2024 στον πρώτο και 25-05-2024 στους λοιπούς, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν τη συζήτηση της αναίρεσης, όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 281 ΚΠολΔ (16-10-2024), προσβάλλεται η 1979/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν: α) η από 20-7-2019 αγωγή, με την οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, ισχυρίσθηκε ότι η ίδια και ο εναγόμενος, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, σύζυγός της, με τον οποίο βρίσκεται σε διάσταση, τυγχάνουν συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, επτά οριζοντίων ιδιοκτησιών όπως αυτές περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή και ότι δεν μπορούν να συμφωνήσουν στην εξώδικη λύση της κοινωνίας.

Ζήτησε δε να διαταχθεί η λύση της κοινωνίας με την πώληση των κοινών ακινήτων με πλειστηριασμό, διότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως ανέφικτη και ασύμφορη και να διανεμηθεί το πλειστηρίασμα μεταξύ τους κατ' ίσα μέρη, β) η από 22-7-2019 προσεπίκληση, με την οποία η ενάγουσα προσεπικάλεσε στη δίκη διανομής τις τράπεζες- προσημειούχους δανειστές, ήδη δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητη, γ) η από 06-11-2019 κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" - πρώτης προσεπικαλουμένης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και δ) η από 14-10-2019 κύρια παρέμβαση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" - δεύτερης προσεπικαλουμένης και ήδη τρίτης αναιρεσίβλητης.

Επί όλων των ανωτέρω (αγωγής, προσεπίκλησης και κυρίων παρεμβάσεων) που συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, η με αριθμό 738/2021 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία: α) έγινε δεκτή η αγωγή και η προσεπίκληση και διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των ακινήτων με σχηματισμό δύο μερών, η απονέμηση ενός μέρους σε κάθε διάδικο και υποχρέωση της ενάγουσας να καταβάλει στον εναγόμενο, το ποσό των 69.337,82 ευρώ για την εξίσωση των άνισων μερών και β) απορρίφθηκαν οι κύριες παρεμβάσεις.

Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα και η πρώτη κυρίως παρεμβαίνουσα, άσκησαν τις από 10-05-2021 και 07-05-2021 εφέσεις, αντίστοιχα, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1979/2022 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η δεύτερη έφεση κατ' ουσίαν, έγινε εν μέρει δεκτή η πρώτη, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που αφορούσε την αγωγή διανομής και αφού αυτή έγινε δεκτή, διατάχθηκε η αυτούσια διανομή των επικοίνων ακινήτων με απονέμηση και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσόν των 34.668,91 ευρώ για την εξίσωση των άνισων μερών.

Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, πρέπει να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών. Σημειωτέον ότι η αναίρεση παραδεκτά απευθύνεται τόσο κατά του συγκοινωνού - εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου, όσο και κατά των προσεπικληθεισών τραπεζών, δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, οι οποίες, από την επίδοση σε αυτές της προσεπίκλησης, κατέστησαν αναγκαίοι ομόδικοι των συγκυρίων και απέκτησαν την ιδιότητα των διαδίκων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας.

Σύμφωνα με το άρθρο 799 ΑΚ αν δεν συμφωνούν για τη διανομή όλοι οι κοινωνοί, κάθε κοινωνός μπορεί να απαιτήσει δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις της πολιτικής δικονομίας. Κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών.

Εξάλλου: α) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 480 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι, περισσότερα και η αυτούσια διανομή όλων ή μερικών από αυτά είναι αδύνατη ή ασύμφορη, είναι όμως δυνατή η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, το δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει την αυτούσια διανομή με τον τρόπο αυτόν, β) Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 486 ΚΠολΔ, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση ..., κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, αν τα μέρη που σχηματίστηκαν κατά τα άρθρα 480 και 480 Α είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με επιδίκαση στους συγκυρίους ή σε ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους, γ) Κατά το άρθρο 481 εδαφ. 2 του ΚΠολΔ, στις περιπτώσεις των άρθρων 480 και 480Α το δικαστήριο μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό ή να συστήσει δουλεία σε ορισμένα μέρη υπέρ άλλων κοινωνών.

Με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 480 και 486 ΚΠολΔ επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σ' αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, ήτοι χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκύριους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά το λόγο των μερίδων τους".

Περαιτέρω ο τρόπος λύσης (με αυτούσια διανομή ή με πώληση σε πλειστηριασμό) εναπόκειται στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου και η κρίση για το αδύνατο ή ασύμφορο της αυτούσιας διανομής (ή αντίθετα για την δυνατότητα τέτοιας διανομής) είναι κρίση περί τα πράγματα κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΑΠ 1895/09).

Εξάλλου από το άρθρο 482 παρ.2 του ΚΠολ προκύπτει ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας των μερών είναι εκείνος της συζήτησης, η οποία διεξάγεται μετά την αποδεικτική διαδικασία όταν το Δικαστήριο εκδίδει την οριστική του απόφαση για τη διαίρεση των αντικειμένων της κοινωνίας στα αντίστοιχα μέρη που θα διανεμηθούν (ΑΠ 1735/2011).

Τέλος, αν η διανομή με τους παραπάνω τρόπους είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το Δικαστήριο διατάζει την πώληση του διανεμητέου κοινού ή κοινών ακινήτων με πλειστηριασμό και δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη λαμβάνοντας υπόψη του, εκτός από τις μερίδες, των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις καθώς και το εμβαδόν του διανεμητέου (ΑΠ 303/2013).

Επομένως, αν η παραπάνω διαίρεση του διανεμητέου είναι ανέφικτη, δηλαδή αν το κοινό αντικείμενο δεν μπορεί να διαιρεθεί με βάση τον προορισμό που έχει από τη φύση του, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, δεν διατάσσεται η αυτούσια διανομή του. Επίσης η διανομή, εκτός του ότι πρέπει να είναι δυνατή, δεν πρέπει να είναι ασύμφορη, δηλαδή, δεν πρέπει να επέρχεται με αυτή μείωση της αξίας των μεριδίων, των οποίων το άθροισμα κατ' αξία να μην αντιστοιχεί στην αξία του διανεμομένου πράγματος και να μην μπορεί να γίνει εξίσωση των μερίδων με την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού από τον κοινωνό ή τους κοινωνούς στους άλλους κοινωνούς ή τη σύσταση δουλείας πάνω σε ορισμένα μέρη υπέρ των άλλων κοινωνών.

Περαιτέρω, ο από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Κατά δε το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς.

Εξάλλου, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών. Ωσαύτως, κατά την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, όταν στην ελάσσονα πρότασή της δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης ενδέχεται να προβάλλουν, τις προειπωθείσες πλημμέλειες, αλλά, στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα αυτών να πλήττουν την περί τα πράγματα, ανέλεγκτη αναιρετικά, (ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων) κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αγωγή, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ο εναγόμενος που είναι εν διαστάσει σύζυγοι, τυγχάνουν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, επτά οριζόντιων ιδιοκτησιών.

Ειδικότερα: Α) Με το .../2007 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Τ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι άνω διάδικοι απέκτησαν με αγορά, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος: 1) το με στοιχεία Γ-1 διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, εμβαδού 104,40 τ.μ, στο οποίο ανήκει κατ' αποκλειστική χρήση, η με στοιχεία Ρ-8 ανοιχτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου ορόφου - πυλωτής, 2) την αποθήκη με στοιχεία Υ-5 του υπογείου ορόφου, εμβαδού 9,99 τ.μ.

και 3) την κλειστή θέση στάθμευσης με στοιχεία Ρ-2 του υπογείου ορόφου εμβαδού 10,13 τ.μ. που βρίσκονται σε μία πολυώροφη οικοδομή ανεγερθείσα σε οικόπεδο, επί της οδού Όθωνος στον αριθμό 6, στον Δήμο Αλίμου Αττικής, όπως οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή και το άνω συμβόλαιο.

Στο άνω διαμέρισμα που αποτέλεσε την οικογενειακή κατοικία των διαδίκων μέχρι τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής τους τον Αύγουστο του 2018, διαμένει έκτοτε η ενάγουσα με το ανήλικο τέκνο των διαδίκων. Β) Με το .../2007 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι άνω διάδικοι απέκτησαν με αγορά, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος: 1) το υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 33,83 τ.μ.

και 2) τη με στοιχεία Π-2 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου-οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 10,13 τ.μ, που βρίσκονται σε πολυώροφη οικοδομή που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου, στον Δήμο Παλαιού Φαλήρου Αττικής, επί της οδού Αχιλλέως στον αριθμό 74, όπως οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή και το άνω συμβόλαιο.

Γ) Με το .../2009 συμβόλαιο αγοράς της συμβολαιογράφου Αθηνών, Σ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, οι άνω διάδικοι απέκτησαν με αγορά, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, δύο ακόμη οριζόντιες ιδιοκτησίες της ίδιας ως άνω πολυώροφης οικοδομής επί της οδού Αχιλλέως 74 στον Δήμο Παλαιού Φαλήρου και συγκεκριμένα: 1) το με στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, επιφάνειας 68,67 τ.μ.

και 2) την με στοιχεία Π-3 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου-οριζόντια ιδιοκτησία του υπογείου ορόφου, επιφάνειας 10,13 τ.μ, όπως οι οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες περιγράφονται λεπτομερώς στην αγωγή και το άνω συμβόλαιο. Επί των ως άνω κοινών ακινήτων που βρίσκονται στο Παλαιό Φάληρο στεγάζεται η τεχνική εταιρεία του εναγομένου με την επωνυμία "EMCOR", όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο, το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου έγγραφα και συγκεκριμένα:

α) .........ζ). Σε όλα τα ανωτέρω έγγραφα αναφέρεται ως διεύθυνση επαγγέλματος του εφεσίβλητου, η οδός Αχιλλέως αρ. 74, στο Παλαιό Φάληρο Αττικής. Ο τελευταίος συνέστησε στις 2-4-2021 και δεύτερη εταιρία με την επωνυμία "... και ΣΙΑ ΕΕ", με έδρα την Αθήνα, επί της οδού Πειραιώς αρ. 8, όπου μίσθωσε ακίνητο επιφάνειας 10,00 τ.μ, χωρίς όμως να μεταφέρει εκεί την έδρα της πρώτης του εταιρίας, όπως προκύπτει από τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Συνεπώς, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, ο παραδεκτά προβαλλόμενος ως οψιγενής, κατ' άρθρο 527 ΚΠολΔ, ισχυρισμός της εκκαλούσας που περιλαμβάνεται στον δεύτερο λόγο της έφεσής της, ότι πλέον τα ακίνητα που επιδικάσθηκαν στον εφεσίβλητο, δεν είναι αναγκαία για την άσκηση του επαγγέλματος του, όπως κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, καθόσον στις 2-4-2021, ήτοι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ο ανωτέρω, συνέστησε νέα εταιρία, με έδρα την Αθήνα επί της οδού Πειραιώς αρ. 8 και συνεπώς δεν ασκεί πλέον την επιχειρηματική του δραστηριότητα στα ως άνω κοινά ακίνητα που βρίσκονται στο Π.

Φάληρο Αττικής. Ενόψει των ανωτέρω και λαμβανομένων υπόψη του ποσοστού συγκυριότητας των διαδίκων επί των κοινών ακινήτων, του είδους, των διαστάσεων, της χρήσης και της αξίας αυτών, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 168.985,56 ευρώ για το διαμέρισμα Γ1 στο Δήμο Αλίμου, 2.625,70 ευρώ για τη θέση στάθμευσης Ρ-2 στο Δήμο Αλίμου, 2.589,40 ευρώ για την αποθήκη Υ-5 στο Δήμο Αλίμου, 30.827,58 ευρώ για το διαμέρισμα Α-1 στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου, 2.615,44 ευρώ για τη θέση στάθμευσης Π-2 στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου, 68.804,38 ευρώ για το διαμέρισμα Β1 στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου και 2.615,44 ευρώ για τη θέση στάθμευσης Π-3 στο Δήμο Παλαιού Φαλήρου, αξίες που δεν αμφισβητούνται από τον εφεσίβλητο ούτε προσβάλλονται με λόγο έφεσης, με βάση και τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, είναι δυνατή η αυτούσια διανομή των άνω ακινήτων, με την κατανομή τους σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών (επιδίκαση- απονέμηση ενός μέρους σε κάθε διάδικο), καθόσον η διανομή με κλήρωση είναι προδήλως αντίθετη με τα συμφέροντά τους και καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού από τον έναν κοινωνό στον άλλον για την εξίσωση των άνισων μερών, σύμφωνα με τα άρθρα 480 παρ. 2 και 481 περ. 2 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, κατ' αποδοχή σχετικού αιτήματος του εναγομένου περί επιδίκασης (απονέμησης) των μερών που θα σχηματιστούν, η αυτούσια διανομή θα γίνει με την κατανομή των κοινών ακινήτων σε δύο μέρη, ήτοι: α) ένα μέρος, αποτελούμενο από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο ακίνητο επί της οδού Όθωνος αρ. 6 στον Άλιμο Αττικής (το διαμέρισμα Γ1, τη θέση στάθμευσης Ρ-2 και την αποθήκη Υ-5) συνολικής αξίας 174.200,66 ευρώ, που πρέπει να επιδικαστούν στην ενάγουσα, καθότι χρησιμοποιούνται ως οικογενειακή κατοικία αυτής και του ανήλικου τέκνου της και β) ένα μέρος, αποτελούμενο από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που βρίσκονται στο ακίνητο επί της οδού Αχιλλέως στον αριθμό 74 στο Παλαιό Φάληρο Αττικής (το διαμέρισμα Α-1, τη θέση στάθμευσης Π-2, το διαμέρισμα Β1 και τη θέση στάθμευσης Π-3) συνολικής αξίας 104.862,84 ευρώ που πρέπει να επιδικαστούν στον εναγόμενο, καθότι χρησιμοποιούνται απ' αυτόν για επαγγελματικούς λόγους και δη για τη στέγαση της τεχνικής του εταιρείας.

Περαιτέρω για την εξίσωση των ως άνω άνισων μερών, η ενάγουσα θα πρέπει να καταβάλει στον εναγόμενο το χρηματικό ποσό που ισούται με τη διαφορά της αξίας των δύο μερών. Ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η συνολική αξία του μέρους που επιδικάσθηκε στην ενάγουσα ανέρχεται σε 174.200,66 ευρώ και του μέρους που επιδικάσθηκε στον εναγόμενο σε 104.862,84 ευρώ, η συνολική αξία της διανεμητέας περιουσίας ανέρχεται σε 279.063,50 (174.200,66 * 104.862,84) ευρώ και με βάση το ποσοστό συγκυριότητας κάθε διαδίκου, η αξία του ιδανικού μεριδίου καθενός εξ αυτών, ανέρχεται στο ύψος των 139.531,75 ευρώ (279.063,50 X 1/2 ).

Δεδομένου ότι το μέρος που λαμβάνει η ενάγουσα-εκκαλούσα έχει μεγαλύτερη αξία από το ιδανικό της μερίδιο κατά 34.668,91 ευρώ (174.200,66 -139.531,75) και κατά το ίδιο ποσό είναι μικρότερο σε αξία το ακίνητο που λαμβάνει ο εναγόμενος- εφεσίβλητος σε σχέση με το ιδανικό του μερίδιο, το ποσό που προκύπτει ότι πρέπει να καταβληθεί από την ενάγουσα για την εξίσωση των άνισων μερών είναι αυτό των 34.668,91 ευρώ και όχι το ποσό των 69.337,82 ευρώ, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Η εκκαλούσα δεν αντιλέγει ως προς το εφικτό της αυτούσιας διανομής, πλην όμως, ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της έφεσής της, ότι η αυτούσια διανομή με τον ανωτέρω τρόπο, δεν είναι συμφέρουσα για την ίδια, όπως εσφαλμένα κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ισχυρίζεται ειδικότερα, ότι αν και σε όλα τα κοινά ακίνητα έχουν εγγράφει προσημειώσεις υποθηκών προς εξασφάλιση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείου, με συνοφειλέτες την ίδια και τον εναγόμενο, εντούτοις το υπόλοιπο του δανείου που αφορά την προσημείωση που είναι εγγεγραμμένη στα ακίνητα που έλαβε η ίδια με τη διανομή, ανερχόταν, κατά τον χρόνο συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, στο ποσό των 273.211,60 ευρώ, ενώ το υπόλοιπο που αφορά τις προσημειώσεις στα ακίνητα που έλαβε ο εναγόμενος, στο συνολικό ποσό των 214.837,45 ευρώ, ήτοι της επιδικάσθηκαν ακίνητα για τα οποία η οφειλή του δανείου είναι κατά 58.374,15 ευρώ υψηλότερη από αυτή των ακινήτων του εναγομένου.

Ότι εξ αυτού του λόγου και επειδή ο εναγόμενος, αν και παραμένει συνυπόχρεος για την οφειλή αυτή, μπορεί να μην είναι συνεπής στην αποπληρωμή του μεγαλύτερου αυτού δανείου, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθεί η ίδια αποκλειστικά με αυτήν, αλλά και διότι υποχρεώθηκε επιπλέον να καταβάλει στον εναγόμενο το ποσό των 69.337,82 ευρώ για την εξίσωση των άνισων μερών, ο τρόπος αυτός αυτούσιας διανομής δεν είναι προς το συμφέρον της, αντίθετα είναι προς το συμφέρον όλων των κοινωνών η διανομή με πώληση των ακινήτων με πλειστηριασμό.

Οι επικαλούμενοι αυτοί λόγοι, καταρχήν, δεν αποτελούν κριτήριο για την διαπίστωση του αν είναι συμφέρουσα για τους διαδίκους η αυτούσια διανομή, καθόσον το ασύμφορο της αυτούσιας διανομής, κρίνεται από το εάν με αυτήν, επέρχεται μείωση της αξίας των μερίδων, ήτοι από το εάν τα μέρη καθίστανται άχρηστα στο κοινωνικό σύνολο ως οικονομικές μονάδες ή η αξία τους μειώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε το σύνολο των μερίδων να υστερεί της αξίας του διανεμητέου πράγματος ως ενιαίου.

Σύμφωνα, εξάλλου, με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω υπό στοιχείο I νομική σκέψη, το δίκαιο διώκει κατά κύριο λόγο και ευνοεί την αυτούσια διανομή και συνεπώς το δικαστήριο, όπως και εν προκειμένω, πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ότι ερεύνησε όλες τις προϋποθέσεις και τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής και κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με τον νόμο και το συμφέρον των κοινωνών.

Σκοπός εξάλλου της διανομής δεν είναι η καλύτερη δυνατή εκμετάλλευση του πράγματος, ούτε η επίλυση άλλων τυχόν διαφορών μεταξύ των διαδίκων, αλλά η λύση της κοινωνίας, με τρόπο που να μην μειώνει την αξία των ακινήτων κατά τα ανωτέρω. Εξάλλου, η ίδια η εκκαλούσα, όπως ισχυρίσθηκε και πρωτοδίκως, επιθυμούσε τη λύση της κοινωνίας με τον τρόπο αυτό, ήτοι να λάβει η ίδια τα ακίνητα του Δήμου Αλίμου, όπου διαμένει με το ανήλικο τέκνο της και ο εναγόμενος τα ακίνητα του Δήμου Παλαιού Φαλήρου, με την προϋπόθεση να απαλλαγεί κάθε κοινωνός από τις δανειακές υποχρεώσεις που βάραιναν τα ακίνητα του άλλου, κάτι που δεν έγινε όμως δεκτό από τις παρεμβαίνουσες Τράπεζες, που απάντησαν αρνητικά στα σχετικά έγγραφα αιτήματά της.

Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι ναι μεν το διαμέρισμα με τις λοιπές βοηθητικές οριζόντιες ιδιοκτησίες που λαμβάνει η εκκαλούσα βαρύνεται με μεγαλύτερο δάνειο, το οποίο λήφθηκε όχι μόνο για την αγορά, αλλά και την αποπεράτωση/βελτίωση αυτού, πλην όμως, αφενός συνυπόχρεος σε ολόκληρο για την αποπληρωμή του παραμένει ο εφεσίβλητος, κατά του οποίου η ενάγουσα μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αναγωγής κατά τα άρθρα 487 και 488 ΑΚ, αφετέρου το μεγαλύτερο δάνειο λήφθηκε προφανώς για μεγαλύτερης αξίας ακίνητο.

Επιπλέον, όπως προαναφέρθηκε, βάσει των αξιών των ακινήτων, το ποσό που υποχρεούται να καταβάλει προς εξίσωση των άνισων μερών στον εναγόμενο, ανέρχεται σε 34.668,91 ευρώ και όχι σε 69.337,82 ευρώ. Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ότι, παρά τους άνω ισχυρισμούς της εκκαλούσας, που δεν αφορούν άμεσα το στοιχείο του συμφέροντος για την αυτούσια διανομή κατά τα ανωτέρω, αυτή είναι συμφέρουσα και για τους δύο διαδίκους για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και επωφελέστερη από την πώληση των ακινήτων με πλειστηριασμό, όπως ζητά η εκκαλούσα.

Κατόπιν των ανωτέρω, ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά μεν διέταξε την αυτούσια διανομή, πλην όμως εσφαλμένα επιδίκασε το ανωτέρω ποσό σε βάρος της ενάγουσας και συνεπώς εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός έφεσης και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε επί της αγωγής διανομής, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα κατωτέρω.....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή διανομής της αναιρεσείουσας και διέταξε, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου εναγομένου, την αυτούσια διανομή των επιδίκων ακινήτων με την κατανομή τους σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών και καταβολή του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού από την ενάγουσα στον εναγόμενο για την εξίσωση των άνισων μερών.

Κρίνοντας έτσι δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις άνω ουσιαστικού περιεχομένου διατάξεις ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και σχετίζεται με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Και αυτό διότι, πράγματι, με τα πιο πάνω και με πλήρη αιτιολογία, γενόμενα δεκτά, η κατόπιν αιτήματος του εναγομένου διαταχθείσα αυτούσια, με απονέμηση, διανομή των επιδίκων είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον της μόνης συγκύριας με τον εναγόμενο ενάγουσας, αφού το ασύμφορο της αυτούσιας διανομής κρίνεται μόνο από το εάν τα μέρη καθίστανται άχρηστα στο κοινωνικό σύνολο ως οικονομικές μονάδες ή η αξία τους μειώνεται σε τέτοιο βαθμό, ώστε το σύνολο των μερίδων να υστερεί της αξίας του διανεμητέου πράγματος ως ενιαίου.

Επομένως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, οι περί του εναντίον από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος κύριοι λόγοι αναίρεσης.

Περαιτέρω, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1β' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα διδάγματα της κοινής πείρας για την ερμηνεία των άρθρων 480 ΚΠολΔ και 800 ΑΚ και για την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις των εν λόγω άρθρων, με τα οποία διατάσσεται από το δικαστήριο η αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, χωρίς να μειώνεται η αξία του ή σε περίπτωση περισσοτέρων ακινήτων, η κατανομή τους σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών.

Και τούτο διότι "η κοινή πείρα" καταδεικνύει ότι η διαταχθείσα αυτούσια διανομή με απονέμηση είναι παντελώς ασύμφορη για την ίδια, διότι αν και σε όλα τα κοινά ακίνητα έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθηκών προς εξασφάλιση απαιτήσεων από συμβάσεις δανείου, με συνοφειλέτες την ίδια και τον πρώτο αναιρεσίβλητο, εν τούτοις η δανειακή σύμβαση, που αφορά τα ακίνητα που περιέρχονται σε αυτήν με τη διανομή στις 20-07-2023 καταγγέλθηκε με πιθανολογούμενο υπόλοιπο 300.000 ευρώ, το οποίο αδυνατεί να αποπληρώσει μόνη της δοθείσης της αφερεγγυότητας του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Ο ως άνω πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι σχετικά με την προϋπόθεση της μη αντίθεσης της, διαταχθείσας αυτούσιας διανομής των επικοίνων ακινήτων με απονέμηση, προς το συμφέρον της συγκυρίας ενάγουσας, δεν υφίσταται δίδαγμα της κοινής πείρας με το ανωτέρω περιεχόμενο.

Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ο πρόσθετος λόγος πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ 3 εδ. ε ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, εκ των οποίων ο πρώτος και η τρίτη κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-07-2022 αίτηση και τον από 09-05-2024 πρόσθετο λόγο για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1979/2022 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει για έκαστο των πρώτου και τρίτης σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ και για τη δεύτερη σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ