Supreme Court allows appeal against labor dispute, ruling employer is public enterprise subject to lower severance caps.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court accepted the appeal against the Court of First Instance's dismissal of the employee's severance claim. The employee argued for a full calculation based on 29 years of service, while the employer contended it was a public enterprise entitled to statutory caps. The court ruled that the employer's status as a public enterprise governed by specific laws limited the compensation, overturning the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19, 28, 30, 50, 52 of Law 2725/1999; Article 51 of Law 1892/1990; Article 1 of Law 4354/2015; Article 2, paragraph 2 of Presidential Decree 173/1967: An employer receiving over 50% state funding is deemed a public enterprise, subjecting it to statutory severance caps rather than general labor law provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1824 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1824/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Παρασκευή Γρίβα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 15 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΠΕΤΟΣΦΑΙΡΙΣΗΣ" (Ε.Ο.Π.Ε.), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Ηλιάδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν. Β. του Δ., κατοίκου που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγιώτη Σαπουντζάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-2-2015 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 28/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1805/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-6-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12-6-2023 (αρ. εκθ. καταθ. 5016/506/2023) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1805/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 15-4-2021 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 28/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με την από 16-2-2015 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, ισχυρίστηκε ότι τυγχάνει διπλωματούχος της Ανωτέρας Σχολής Ναυπηγών και ότι προσλήφθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον στις 1/10/1984 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου, μέχρι την 20-8-2014, που το εναγόμενο κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας του, προσφέροντάς του το προβλεπόμενο από τον Ν. 173/1967 ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ και όχι την δικαιούμενη αποζημίωση ποσού 63.178,13 ευρώ βάσει των ν. 2112/1920 και 4093/2012.
Για τον λόγο αυτό ζήτησε, μετά από μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί η υποχρέωσή του να του καταβάλει το ποσό των 28.187,13 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αρ. 28/2020 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αναγνώρισε ότι υποχρεούται να του καταβάλει το ποσό των 16.075,98 ευρώ, και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Το άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος, ορίζει τα ακόλουθα: "Ο αθλητισμός τελεί υπό την προστασία και την ανώτατη εποπτεία του Κράτους. Το Κράτος επιχορηγεί και ελέγχει τις ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει επίσης τη διάθεση των ενισχύσεων που παρέχονται κάθε φορά στις επιχορηγούμενες ενώσεις σύμφωνα με τον προορισμό τους".
Στο πλαίσιο των εν λόγω κατευθυντήριων αρχών, που αποτυπώνουν το έντονο κρατικό ενδιαφέρον για τον ερασιτεχνικό αθλητισμό, εκδόθηκε ο ν. 2725/1999 "Ερασιτεχνικός και επαγγελματικός αθλητισμός και άλλες διατάξεις", όπως ισχύει, ο οποίος μεταξύ άλλων ορίζει τα εξής : "Αθλητικό σωματείο είναι η κατά τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα ένωση φυσικών προσώπων που έχει ως κύριο σκοπό τη συστηματική καλλιέργεια και την ανάπτυξη των ψυχοσωματικών και πνευματικών δυνατοτήτων των αθλητών της για τη συμμετοχή τους σε αθλητικούς αγώνες."(άρθρο 1, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 25 Ν. 4908/2022,ΦΕΚ Α` 52/11.03.2022).
Περαιτέρω, "Αθλητική ένωση είναι η τοπική οργάνωση αθλητικών σωματείων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, με σκοπό την υποβοήθηση και ανάπτυξη του στα γεωγραφικά όρια λειτουργίας της και μέσα στο πλαίσιο που προσδιορίζεται από τους ειδικούς κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα" (άρθρο 10). "1.
Κάθε αθλητική ένωση συγκροτείται από σωματεία του οικείου κλάδου άθλησης, τα οποία έχουν την έδρα τους στην ίδια περιφερειακή ενότητα. Σε κάθε περιφερειακή ενότητα επιτρέπεται να ιδρύεται μία μόνο αθλητική ένωση για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης. Κατ` εξαίρεση, μια αθλητική ένωση μπορεί να περιλαμβάνει σωματεία που έχουν την έδρα τους σε περισσότερες από μία περιφερειακές ενότητες, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο καταστατικό της και στο καταστατικό της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας." (άρθρ.11, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 4 Ν.4726/2020, ΦΕΚ Α 181/18.9.2020). "Η αθλητική ένωση δικαιούται να ζητήσει την παροχή ειδικής αθλητικής αναγνώρισης.
Η ειδική αυτή αναγνώριση χορηγείται ύστερα από αίτηση του Δ.Σ. της ένωσης και σύμφωνη και πλήρως αιτιολογημένη γνώμη της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού" (άρθρο 17 παρ. 1). Εξάλλου, "1. Αθλητική ομοσπονδία είναι η ανώτατη οργάνωση αθλητικών σωματείων ή αθλητικών ενώσεων (νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου) που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης, έχει σκοπό την καλλιέργεια και την ανάπτυξή του σε όλη τη χώρα και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 και επόμενα του Αστικού Κώδικα. 2.
Για κάθε άθλημα ή κλάδο άθλησης επιτρέπεται η σύσταση μίας (1) μόνο ομοσπονδίας για όλη τη χώρα. Η ομοσπονδία εκπροσωπεί το άθλημα διεθνώς, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς της οικείας διεθνούς αθλητικής ομοσπονδίας και της Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής (Δ.Ο.Ε.) και η έδρα της ορίζεται από το καταστατικό της.
Επιτρέπεται σε ειδικές περιπτώσεις μία ομοσπονδία να περιλαμβάνει και άλλα αθλήματα ή Κλάδους άθλησης, εκτός από το βασικό άθλημα ή κλάδο άθλησης, εφόσον τα αθλήματα και οι κλάδοι δεν είναι δυνατόν να υπαχθούν σε ξεχωριστή ομοσπονδία." ( άρθρο 19 παρ.1 και 2). "Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού μπορεί να παρέχεται σε αθλητική ομοσπονδία, ύστερα από αίτηση του Δ.Σ.
αυτής, ειδική αθλητική αναγνώριση........."(άρθρο 28 παρ. 1). Εξάλλου, "Απαγορεύεται η συμμετοχή αθλητή σε αγώνες που δεν έχουν εγκριθεί από την οικεία αθλητική ομοσπονδία" (άρθρο 33 παρ. 8). Περαιτέρω, "Η Γενική Γραμματεία Αθλητισμού επιχορηγεί τους εποπτευόμενους από αυτή αθλητικούς φορείς για την ανάπτυξη και την ενίσχυση του αθλητισμού και ειδικότερα για την εκτέλεση προγραμμάτων ανάπτυξης των οικείων αθλημάτων, για την αντιμετώπιση των λειτουργικών τους δαπανών και των δαπανών οργάνωσης ή συμμετοχής σε αθλητικές δραστηριότητες, καθώς και για την εκτέλεση, βελτίωση ή συντήρηση αθλητικών έργων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στις διατάξεις του παρόντος.
Η κατανομή επιχορηγήσεων της παρούσας παραγράφου σε αθλητικά σωματεία και ενώσεις διενεργείται κατά κλάδο άθλησης από την οικεία ομοσπονδία ..." (άρθρο 50 παρ. 1). Οι προπαρατιθέμενες διατάξεις του ν. 2725/1999, οι οποίες, όπως προελέχθη, εναρμονίζονται με το άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος, αποσκοπούν στην ανάπτυξη και καλλιέργεια των διαφόρων αθλημάτων ή κλάδων άθλησης σε σοβαρές και υγιείς βάσεις, καθώς και στη διαφανή, χρηστή και αξιόπιστη διοίκηση των συναφών αθλητικών δραστηριοτήτων από την κάθε αθλητική ομοσπονδία, κεντρικό έργο της οποίας είναι η κατανομή των κρατικών επιχορηγήσεων στα σωματεία μέλη της (πρβλ.
ΕπΑνΣτΕ 521/2006). Στο πλαίσιο αυτό, αφενός μεν, καθίσταται υποχρεωτική για τη Διοίκηση, κατά δέσμια εξουσία αυτής, η κατ` άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2725/1999 ανάκληση της ειδικής αθλητικής αναγνώρισης ομοσπονδίας, όταν ο αριθμός των σωματείων -μελών της, που καλλιεργούν το ίδιο άθλημα ή κλάδο άθλησης και διαθέτουν ειδική αθλητική αναγνώριση, περιορισθεί σε δεκαπέντε (15) και κάτω, και, εφόσον στην ομοσπονδία δεν υπάγεται άλλο άθλημα, η υπαγωγή του συγκεκριμένου αθλήματος ή κλάδου άθλησης σε άλλη ομοσπονδία που λειτουργεί νόμιμα (πρβλ.
ΣτΕ 807/2008), αφετέρου δε, δεν ισχύει η λεγόμενη "αρχή της πολλαπλότητας των σωματείων", όπως προκύπτει ρητώς από τη ρύθμιση του άρθρου 19 παρ. 2 και εμμέσως από εκείνη του άρθρου 28 του ίδιου νόμου, αλλά επιτρέπεται, επιβαλλόμενη από λόγους δημοσίου συμφέροντος, η σύσταση και αναγνώριση μίας μόνο υπερκείμενης ομοσπονδίας ανά άθλημα ή κλάδο άθλησης (πρβλΑΠ 537/2005).
Περαιτέρω, στο άρθρο 52 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 31 του Ν.4603/2019, (ΦΕΚ Α' 48) ότι: "Οικονομική εποπτεία 1. Ο Γενικός Επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης (Γ.Ε.Δ.Δ.) διατάσσει, κάθε έτος, με τη μέθοδο της δειγματοληψίας, τη διενέργεια διαχειριστικού, λογιστικού και οικονομικού ελέγχου κάθε αθλητικού φορέα που έλαβε τακτική ή έκτακτη επιχορήγηση, μέσα στο ίδιο οικονομικό έτος, συνολικού ύψους άνω των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
Ως αθλητικοί φορείς νοούνται οι αθλητικές ομοσπονδίες και ενώσεις, .......... 2. Ύστερα από αίτημα του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού ή του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ο Γ.Ε.Δ.Δ. διατάσσει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού, λογιστικού και οικονομικού ελέγχου κάθε αθλητικού φορέα που έλαβε κρατική επιχορήγηση, τακτική ή έκτακτη, ανεξαρτήτως του ύψους της επιχορήγησης.... 5.
Μετά το τέλος κάθε ελέγχου, τακτικού ή έκτακτου, συντάσσεται τεκμηριωμένη έκθεση, σύμφωνα με όσα ορίζονται στην παρ. 5 του άρθρου 4 του π.δ. 77/2005. Η έκθεση (α) κοινοποιείται στον Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού......... Ο Γ.Ε.Δ.Δ. έχει δικαίωμα να ασκεί πειθαρχικό έλεγχο επί του προσωπικού, τακτικού και μη, των αθλητικών ενώσεων και ομοσπονδιών. 6.
Αν διαπιστωθούν παραβάσεις, ο Γ.Ε.Δ.Δ., λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητά τους, το βαθμό της υπαιτιότητας των εμπλεκομένων και την εν γένει συμβολή του ελεγχόμενου φορέα στην ανάπτυξη του αθλήματος που καλλιεργεί, εισηγείται, με την έκθεση της παραγράφου 5, την αναστολή για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κάθε επιχορήγησης προς το συγκεκριμένο φορέα και, σε περίπτωση υποτροπής, την οριστική διακοπή κάθε επιχορήγησής του. 7α. ...
β. Με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, η οποία εκδίδεται ύστερα από σχετική εισήγηση του Γ.Ε.Δ.Δ., μπορεί να αναστέλλεται η καταβολή κάθε επιχορήγησης προς τον ελεγχόμενο φορέα μέχρι τη χορήγηση στην Ε.Ε.Α. των εγγράφων, αποδεικτικών μέσων ή πληροφοριών που έχει ζητήσει".
Εξάλλου, με το άρθρο 51 του Ν.1892/1990, με τίτλο "Επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα", όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παράγραφο 6 του ν.1943/1991, ορίζεται, μεταξύ άλλων ότι: "1. Ο κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 δημόσιος τομέας περιλαμβάνει μόνο: α.......β....... γ. Τις κάθε είδους κρατικές ή δημόσιες και παραχωρηθείσες επιχειρήσεις και οργανισμούς, καθώς και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκουν κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς........" Ακολούθως, στην παράγραφο 2 του άρθρου 30 του ανωτέρω νόμου 2725/1999, ορίζονται και τα εξής: "2.
Οι αποδοχές του προσωπικού με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου καθορίζονται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 2470/1997 (ΦΕΚ 40 Α`), όπως εκάστοτε ισχύει για την κατάταξη του προσωπικού που υπηρετεί κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια, υπολογίζεται όλος ο χρόνος υπηρεσίας και προϋπηρεσίας που έχει αναγνωρισθεί για τον καθορισμό των αποδοχών του, ως την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Τυχόν επιπλέον διαφορά που θα προκύψει, αν οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος καταβαλλόμενες αποδοχές στο προσωπικό αυτό είναι μεγαλύτερες, διατηρείται και καταβάλλεται ως προσωπική διαφορά μέχρι την κάλυψή της, από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών. Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων δεν έχουν εφαρμογή στο προσωπικό των ομοσπονδιών οι οποίες κατά τη δημοσίευση του νόμου αυτού είχαν εγκεκριμένους κανονισμούς προσωπικού ή οι αποδοχές του προσωπικού τους ρυθμίζονταν από συλλογικές συμβάσεις εργασίας." Η τοιαύτη υπαγωγή των υπαλλήλων των αθλητικών Ομοσπονδιών στο Ενιαίο Μισθολόγιο που ισχύει στο στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα, πραγματοποιήθηκε με βάση την πρόβλεψη του ν.4354/2015, το οποίο, στο άρθρο 1 παρ.7 εδ.στ', ορίζει τα ακόλουθα: "1.
Στις διατάξεις του παρόντος υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου και ορισμένου χρόνου: α).........στ) των Νομικών Προσώπων Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος, ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α.- κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους- ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από κρατικούς πόρους κατά πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, συμπεριλαμβανομένων των Κέντρων Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας......" Τέλος στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου 30 του ν.2725/1999, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 6 του Ν.5025/2023, "3.
Οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους δικηγόρους, τους λογιστές, τους δημοσιογράφους, τους φροντιστές, τους φυσικοθεραπευτές και τους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, γίνονται σύμφωνα με τον ν. 4765/2021 (Α` 6).
Εξαιρούνται του πρώτου εδαφίου οι ομοσπονδίες, των οποίων τα ίδια έσοδα υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) της ετήσιας κρατικής χρηματοδότησής τους, δηλαδή το άθροισμα της τακτικής επιχορήγησής τους από τη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού (Γ.Γ.Α.) και της χρηματοδότησης της παρ. 2 του άρθρου 60 του ν. 2961/2001 (Α` 266), περί της χρησιμοποίησης ποσοστού των εσόδων από τη φορολογία κερδών από τυχερά παίγνια για τη χρηματοδότηση αθλητικών ομάδων και την επιχορήγηση των ειδικών επιτροπών του άρθρου 53 του παρόντος.
Χρόνος υπολογισμού των ίδιων εσόδων των ομοσπονδιών, όπως αυτά αποτυπώνονται στον απολογισμό που υποβάλλεται προς έλεγχο στην αρμόδια υπηρεσία της Γ.Γ.Α., ορίζεται το προηγούμενο των προσλήψεων έτος." 'Ομοια ρύθμιση, κατά το ενδιαφέρον μέρος της, περιείχε η ως άνω παράγραφος 3 και πριν τις επελθούσες τροποποιήσεις της με το άρθρο 6 του Ν.5025/2023 και προηγούμενα με το άρθρο 33 Ν.4373/2016, ορίζοντας τα ακόλουθα: "3.
Οι προσλήψεις του πάσης φύσεως προσωπικού των ομοσπονδιών, με εξαίρεση τους ειδικούς συνεργάτες, τους προπονητές, τους γυμναστές, τους τεχνικούς συμβούλους, τους φυσικοθεραπευτές, τους γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων, τους δικηγόρους, τους επιστημονικούς και συντονιστές συνεργάτες, τους φροντιστές, τους δημοσιογράφους και τους συμβούλους δημοσίων σχέσεων, γίνονται σύμφωνα με τις διατάξεις των κεφαλαίων Α`, Β` και Γ` του ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α), όπως εκάστοτε ισχύουν." Τέλος, ο νόμος 4412/2016, που αφορά τις διαδικασίες προγραμματισμού και σύναψης δημοσίων συμβάσεων καταλαμβάνει, κατά το άρθρο 2 αυτού, μεταξύ άλλων και "οργανισμούς δημοσίου δικαίου", ως τέτοιοι δε, "...νοούνται οι οργανισμοί που έχουν όλα τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:
α) έχουν συσταθεί για τον συγκεκριμένο σκοπό της κάλυψης αναγκών γενικού συμφέροντος, που δεν έχουν βιομηχανικό ή εμπορικό χαρακτήρα, β) έχουν νομική προσωπικότητα και γ) χρηματοδοτούνται, κατά το μεγαλύτερο μέρος, από τις κρατικές αρχές, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου ή η διαχείριση των οποίων υπόκειται σε έλεγχο ασκούμενο από τους οργανισμούς αυτούς ή έχουν διοικητικό, διευθυντικό ή εποπτικό συμβούλιο, του οποίου περισσότερο από το ήμισυ των μελών διορίζεται από τις κρατικές αρχές, τις αρχές τοπικής αυτοδιοίκησης ή από άλλους οργανισμούς δημοσίου δικαίου...".
Από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, σαφώς προκύπτει ότι οι αθλητικές Ομοσπονδίες, οι οποίες επιχορηγούνται τουλάχιστον κατά το 50% των εσόδων τους από το κράτος (Γεν. Γραμματεία Αθλητισμού), υπάγονται στον υπό ευρεία εννοία δημόσιο τομέα, καθ' όσον: α) επιδιώκουν δημόσιο σκοπό, όπως αυτός διαγράφεται στο άρθρο 16 παρ. 9 του Συντάγματος, εκδηλούμενο αφ' ενός με την έννοια της προστασίας του αθλητισμού, με την υποχρέωση της πολιτείας να μεριμνήσει για την ανάπτυξη και καλλιέργεια των διαφόρων αθλημάτων, μια ειδικότερη έκφανση της οποίας είναι η κρατική επιχορήγηση των αθλητικών ενώσεων για την ευόδωση του ως άνω σκοπού, αφ' ετέρου με τη θέσπιση αυστηρών κανόνων και τη θέση προϋποθέσεων για τον τρόπο διάθεσης των ενισχύσεων στις επιχορηγούμενες ενώσεις, ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και η ορθολογιστική κατανομή τους πρβλ. (ΑΠ 1015/2019), β) το προσωπικό τους αμείβεται με βάση το ισχύον για το στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα ενιαίο μισθολόγιο, εντασσόμενο στα μισθολογικά κλιμάκια που προβλέπονται σ' αυτό και έχοντας υποστεί, συνακόλουθα, και τις μειώσεις που επήλθαν στις αποδοχές, τα δώρα εορτών κλπ με τους νόμους 3845/2010, 4024/2011 και 4093/2012 για το προσωπικό του Δημοσίου, γ) οι προσλήψεις του προσωπικού του διενεργούνται μέσω ΑΣΕΠ, ήτοι, με τις εγγυήσεις που απαιτούνται για την πρόσληψη προσωπικού στο δημόσιο τομέα, δ) υποβάλλουν τον ετήσιο ισολογισμό και απολογισμό τους στη Γενική Γραμματεία Αθλητισμού ως το τέλος Μαρτίου κάθε έτους (άρθρο 51 παρ.8 ν.2725/1999) ε)ελέγχονται από τον Ελεγκτή Δημόσιας Διοίκησης σε σχέση με τα έσοδά τους και την ομαλή τήρηση των λογιστικών τους βιβλίων, στ) υπάγονται στους Οργανισμούς για τους οποίους ισχύουν οι τασσόμενες από το ν.4412/2016 προϋποθέσεις για τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου.
Συνεπώς, στην περίπτωσή τους τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ.2 του Α.Ν.173/1967, όπως αυτός ισχύει τροποποιημένος με το άρθρο 21 παρ. 13 Ν.3144/2003, για τον περιορισμό της αποζημίωσης του Ν.2112/1920, στο ποσό των 15.000 ευρώ, ο οποίος εφαρμόζεται και για τις επιχορηγούμενες από το Κράτος επιχειρήσεις, με τις οποίες ορίζονται τα εξής: "... 2.
Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζαι ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κλπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπο του Κράτους, η υπο του Νόμου 2112 ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνη εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 15.000 ευρώ καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχον υπάρχοντος εθίμου." Τέλος, κατά την διάταξη του άρθ. 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ο ως άνω λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.
με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 10/2011, 31/2009, 7/2006, ΑΠ 1591/2023, 341/2021, 669/2019). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 819/2023).
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 19/2020, 381/2019, 319/2017).
Από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ.561 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε τα εξής: ".......Ο ενάγων, ο οποίος είναι διπλωματούχος της Ανωτέρας Σχολής Ναυπηγών, προσλήφθηκε από το εναγόμενο στις 1/10/1984, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος γραφείου.
Μετά από 30 έτη προσήκουσας και αδιάλειπτης εργασίας στο εναγόμενο, το τελευταίο, στις 20/8/2014 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, προφέροντάς του το προβλεπόμενο από το Ν. 173/1967, ανώτατο όριο αποζημίωσης των 15.000 ευρώ. Ο ενάγων διατείνεται ότι η αποζημίωση που του οφείλεται και δικαιούται αυτός από το εναγόμενο δεν είναι η παραπάνω καταβληθείσα βάσει του προαναφερθέντος Ν. 173/1967 και η οποία δόθηκε σε αυτόν από το εναγόμενο κατόπιν ερώτησης του τελευταίου προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους για το ύψος της αποζημίωσης των συνταξιοδοτούμενων υπαλλήλων του, αλλά η υπολογιζόμενη αποζημίωση βάσει του Ν. 2112/1920, καθώς και η επιπρόσθετη ειδική αποζημίωση που προβλέπεται στο Ν. 4093/2012, διότι κατά το χρόνο της απόλυσής του είχε συμπληρώσει 28 έτη υπηρεσίας στο εναγόμενο. [...................] Στην προκειμένη περίπτωση, στο άρθρο 2 του καταστατικού του εναγομένου/εκκαλούντος αναφέρεται ότι: "Σκοπός της Ε.Ο.ΠΕ.
είναι η οργάνωση, διάδοση και εξύψωση του αθλήματος της Πετοσφαίρισης, σε όλη τη χώρα... ", ενώ στο άρθρο 3 αυτού, ορίζεται ότι: " Η Ε.Ο.ΠΕ. είναι η ανώτατη αθλητική οργάνωση αθλητικών σωματείων που καλλιεργούν το άθλημα της πετοσφαίρισης στην Ελλάδα σε όλες του τις μορφές (μίνι βόλεϊ), μπήτς βόλεϋ κτλ.) και το εκπροσωπεί διεθνώς.'Εχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και η λειτουργία της διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος καταστατικού και της κείμενης νομοθεσίας.
Επέμβαση στη διοικητική της αυτονομία, πέραν της επιτρεπόμενης από την κείμενη νομοθεσία, δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται υποχρεωτικά από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής". Περαιτέρω στο άρθρο 8 του καταστατικού προβλέπεται ότι "πόροι της Ε.Ο.ΠΕ. είναι α) Το εφ' άπαξ δικαίωμα εγγραφής μέλους..., β) Οι ετήσιες συνδρομές των σωματείων - μελών..., γ) Οι πόσης φύσεως εισπράξεις της εκ των διοργανουμένων απ' αυτήν πρωταθλημάτων, δ) οι διάφορες δωρεές, κληροδοτήματα.
Οικονομικές ενισχύσεις kol επιχορηγήσεις προς αυτήν, ε) Τα έσοδα από συμβάσεις χορηγίας ή διαφήμισης με φυσικά ή νομικά πρόσωπα..., στ) Τα εισοδήματα από την ακίνητη και κινητή περιουσία της..., ζ) Κάθε άλλο έσοδο από νόμιμη αιτία". Επομένως το εναγόμενο, δυνάμει των προαναφερομένων, δεν ανήκει ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ούτε συνιστά επιχείρηση κοινής ωφέλειας.
Διότι οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημόσιων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημόσιου χαρακτήρα.
Αποφασιστικό στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχείρησης ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς, που διέπει την ίδρυση και την λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, που πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου...[..........] Επιπλέον ο ισχυρισμός του ενανόμενου ότι αυτό επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό σε ποσοστό πάνω από 50-60% των ετήσιων εσόδων του, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί ο ενάγων, δεν αναιρεί την κρίση ότι το εναγόμενο δεν ανήκει στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας ούτε υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι πόροι του εναγόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 8 του καταστατικού του, προέρχονται από διάφορες πηγές, μεταξύ των οποίων δεν αναφέρεται η κρατική επιχορήγηση.
Αλλ' ούτε και το γεγονός ότι ο ενάγων, όπως και λοιποί συνάδελφοί του εργαζόμενοι στο εναγόμενο, έχουν ενταχθεί στο ενιαίο μισθολόγιο, δηλαδή μισθοδοτούνται από το κράτος, τους προσδίδει την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και κατ' επέκταση (προσδίδει), κατ' αναλογική ερμηνεία, στον εργοδότη τους εναγόμενο την ιδιότητα νομικού προσώπου ανήκοντος στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ή επιχείρησης κοινής ωφέλειας.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στο εναγόμενο από την ημεροχρονολογία πρόσληψής του στις 1-10-1984 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 20-8-2014 για 29 έτη 10 μήνες και 19 ημέρες. Οι τακτικές αποδοχές του ενάγοντος κατά τον τελευταίο μήνα της εργασίας του ανέρχονταν στο ποσό των 1.934 ευρώ μικτά.
Επομένως η αποζημίωση απόλυσης που αυτός δικαιούται, υπολογιζόμενη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920, ανέρχεται στο ποσό των 27.075,98 ευρώ, συμπεριλαμβανομένης και της αναλογίας του 1/6 για τα δώρα εορτών και του επιδόματος αδείας. Εκτός τούτου και επειδή ο ενάγων κατά την 12/11/2012 είχε συμπληρώσει 28 έτη υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη, αυτός δικαιούται και επιπλέον αποζημίωση ποσού 24.000 ευρώ.
Συνολικά δηλαδή ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (27.075,98 + 24.000 =) 51.075,98 ευρώ...." 'Ετσι όπως έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 19, 28, 30, 50, 52 του ν.2725/1999, 51 του Ν.1892/1990, 1 ν.4354/2015, 2 παρ.2 του Α.Ν.173/1967, όπως αυτός ισχύει, τις οποίες δεν εφήρμοσε ενώ θα έπρεπε να εφαρμόσει, καθ' όσον, ενώ δέχθηκε ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αθλητική Ομοσπονδία, επιχορηγείται από το Κράτος σε ποσοστό άνω του 50% του προϋπολογισμού της, ακολούθως δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή, ενώ θα έδει να την απορρίψει, αφού, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η αναιρεσείουσα έχει το χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης, για την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Α.Ν. 173/1967 για τον περιορισμό της αποζημίωσης.
Συνεπώς είναι βάσιμος ο μοναδικός, αληθώς εκ του αριθμού 1 (και όχι από τους αριθμούς 8, 9, 19 και 20) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης. Κατόπιν των παραπάνω, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, να γίνει δεκτή κατ` ουσίαν η από 15-4-2021 έφεση της αναιρεσείουσας, και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ` αριθ. 28/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ακολούθως δε να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Τέλος ο αναιρεσίβλητος, που ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα σχετικά με την αναιρετική δίκη και τις δίκες του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189§1, 191§2 ΚΠολΔ), όπως στο διατακτικό ειδικότερα ορίζεται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ.1805/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.
Δέχεται τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 28/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση. Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την αγωγή.
Απορρίπτει αυτή και Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει συνολικά για την αναιρετική δίκη και για τις δίκες στον πρώτο και δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων πεντακοσίων (2.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ