Legislator Case Law & Legislation
1824/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on name change in custody dispute due to lack of legal violation.

Case Number 1824/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding the child's name. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate the child's identity and the potential harm of a name change, while the respondent maintained the existing name was in the child's best interest. The court found no legal violation because the lower court correctly identified that the child had already identified with the name 'E.' and that switching names would cause confusion and identity issues.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on a correct application of substantive law and no legal violation is evident.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law violation child's identity name change dispute best interest of child identity confusion family law procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 592 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1824 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1824/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Βαρβάρα Πάπαρη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Λ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευαγγελία Ξυπνητού. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Δ. του Α., κατοίκου ... ..., ενεργούσας ατομικά και με την ιδιότητά της ως προσωρινώς ασκούσας την επιμέλεια της ανήλικης κόρης της, γεννηθείσας την 10.8.2015. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-11-2016 και 10-1-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος και την από 24-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο ... και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών (άρθ.592 επ. ΚΠολΔ), αντιμωλία των διαδίκων, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμ.10/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή, η 135/ΟΔ135/25-11-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, ως προς το κεφάλαιο της ρύθμισης του ζητήματος της βάπτισης και ονοματοδοσίας ανηλίκου τέκνου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006,OλΑΠ 4/2005).Τα συναλλακτικά ήθη και οι συνήθειες, που αποτελούν τρόπους συμπεριφοράς οι οποίοι επικρατούν στις συναλλαγές, δεν περιέχουν κανόνες δικαίου.

Ως εκ τούτου η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εκτός αν η εφαρμογή τους επιβάλλεται από κανόνα δικαίου. Εξάλλου, για τη δημιουργία εθίμου, το οποίο συνιστά αυτοτελή πηγή δικαίου (άρθρο 1 ΑΚ) και η παραβίαση του οποίου ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ.1α' του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται μακρά, αδιάκοπη και ομοιόμορφη άσκηση εν συνειδήσει δικαίου, δηλαδή με την πεποίθηση των ασκούντων ότι εφαρμόζουν κανόνα δικαίου (ΑΠ 1420/2019, ΑΠ 289/2014, ΑΠ 435/1994).Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πού συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006).

Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992,ΑΠ 1693/2018, ΑΠ 681/2014).

Δηλαδή, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1510-1512 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το Ν.4800/2021, ο οποίος εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις επί των οποίων δεν έχει εκδοθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος αυτού (16.09.2021), αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 18 του ίδιου νόμου, βλ. ΑΠ 2096/2022, ΑΠ 1758/2022), σαφώς προκύπτει α) ότι η μέριμνα για το ανήλικο τέκνο (γονική μέριμνα) αποτελεί καθήκον και δικαίωμα των γονέων του και ότι κάθε απόφαση αυτών σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας πρέπει να αποβλέπει στο βέλτιστο συμφέρον του τέκνου και β) ότι περιεχόμενο της γονικής μέριμνας αποτελεί και η ονοματοδοσία του ανηλίκου περί της οποίας οι γονείς αποφασίζουν από κοινού, σε περίπτωση δε που αυτοί διαφωνούν και το συμφέρον του τέκνου επιβάλλει να ληφθεί απόφαση, αποφασίζει το δικαστήριο (ΑΠ 754/2020,ΑΠ 945/2009).

Εξάλλου, εφόσον το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 1976/2008, ΑΠ 1218/2006), αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 317/2015, ΑΠ 537/2012).

3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Οι διάδικοι σύζυγοι, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 21-9-2014 στα ... ..., από τον οποίο απέκτησαν ένα ανήλικο μέχρι σήμερα θήλυ τέκνο, που γεννήθηκε στις 10-8-2015.

Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων από την αρχή δεν υπήρξε αρμονική με αποτέλεσμα την οριστική διάσπαση αυτής στις 28-9-2015, οπότε η εναγομένη-ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) αποχώρησε μαζί με το ανήλικο τέκνο τους από την ευρισκόμενη στο ... συζυγική οικία. Αρχικά, η αποκλειστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων ανατέθηκε προσωρινά στην εναγομένη-ενάγουσα μητέρα του, συναινούντος προς τούτο και του ενάγοντος-εναγομένου (αναιρεσείοντος), δυνάμει της υπ' αριθμ. ...

απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου ... και ακολούθως οριστικά με την σχετική διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης.... Μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων ανέκυψε διαφωνία μεταξύ τους σχετικά με την ονοματοδοσία του τέκνου τους, καθόσον η μητέρα του ανηλίκου τέκνου επιθυμεί να δοθεί στο ανήλικο τέκνο το όνομα της μητέρας της, ήτοι "Ε.", ενώ ο πατέρας του ανηλίκου τέκνου το όνομα της μητέρας του, ήτοι "Α.", για το οποίο η εν διαστάσει σύζυγός του ήταν αρχικά σύμφωνη, όσο ήταν ακόμα μαζί.

Συντρέχει, επομένως, νόμιμη περίπτωση προσδιορισμού της ονοματοδοσίας του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων από το Δικαστήριο, που αποφασίζει με αποκλειστικό γνώμονα το συμφέρον αυτού, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι μετά την έκδοση της εκκαλουμένης απόφασης η εναγομένη-ενάγουσα τέλεσε στις 16-9-2018 τη βάπτιση του ανηλίκου, δίνοντας σ'αυτό το όνομα "Ε.", αφού ...η ονομασία δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο του μυστηρίου του βαπτίσματος, ώστε να απαγορεύεται η μεταβολή του.

Εν προκειμένω, αποδείχθηκε ότι το τέκνο των διαδίκων αποκαλείται με το δοθέν σε αυτό όνομα "Ε." σχεδόν εξαρχής από την μητέρα του και το συγγενικό και το κοινωνικό της περιβάλλον, δοθέντος ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους στις 10-8-2015 διήρκεσε μόλις για ενάμιση μήνα, ήτοι μέχρι τις 28-9-2015, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, και στη συνέχεια και στο παιδικό σταθμό, που παρακολουθεί από το έτος 2017, ως αναφέρει και ο ίδιος ο ενάγων-εναγόμενος στο από 10-1-2018 εξώδικο που απηύθυνε στην εναγομένη-ενάγουσα, με συνέπεια να το έχει ήδη συνηθίσει ως μέρος της ταυτότητας του.

Αντιθέτως "Α." το αποκαλούν μόνον ο ενάγων-εναγόμενος και οι συγγενείς του στα πλαίσια της αραιής κατά παραδοχή του ιδίου (και λόγω υπαιτιότητας της εναγομένης-ενάγουσας, όπως αυτός ισχυρίζεται) προσωπικής επικοινωνίας που έχουν μαζί του. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι τυχόν αντικατάσταση του δοθέντος σε αυτό ονόματος με το αιτούμενο δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθόσον θα του δημιουργήσει σοβαρή σύγχυση στη ταυτότητα του.

Περαιτέρω, η πρόκριση της λύσης της διπλής ονοματοδοσίας "Ε.-Α.", ομοίως δεν κρίνεται ενδεδειγμένη στη προκειμένη περίπτωση, ενόψει του κινδύνου που εγκυμονεί για την ομαλή διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ανηλίκου, καθόσον θεωρείται βέβαιο, ότι καθένας εκ των διαδίκων (ενόψει μάλιστα και των ιδιαίτερα κακών μεταξύ τους σχέσεων, όπως μαρτυρά η προσφυγή του ενάγοντος-εναγομένου επανειλημμένα στο αστυνομικό τμήμα ..., υποβάλλοντας μηνύσεις σε βάρος της εναγομένης-ενάγουσας για παραβίαση της προσωρινής διαταγής που ρύθμιζε την επικοινωνία με το ανήλικο τέκνο του), θα επιμένει να αποκαλεί το τέκνο με το όνομα της δικής του προτιμήσεως.

Επίσης, η επιλογή ενός τρίτου ονόματος και όχι ενός εκ των "Ε." ή "Α.", προς διασφάλιση της οποιαδήποτε ασυμφωνίας και έριδας μεταξύ του μητρικού και πατρικού περιβάλλοντος, όπως ο εκκαλών οψίμως προτείνει με την έφεση του, δεν κρίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση είναι προς το συμφέρον του τέκνου, αφού θα είναι δύσκολο γι' αυτό, το οποίο είναι ήδη πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα "Ε.", που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του.

Ενόψει όλων των ανωτέρω, ανεξαρτήτως ποια ήταν η αρχική συμφωνία των διαδίκων γονέων, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον του τέκνου, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, αυτό να λάβει το όνομα "Ε.". Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο κατέληξε στο ίδιο αποδεικτικό πόρισμα με το αντίστοιχο κεφάλαιο της εκκαλουμένης δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνακόλουθα, ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών ισχυρίζεται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του αναιρεσείοντος ως προς την ρύθμιση του ζητήματος της βάπτισης και ονοματοδοσίας ανηλίκου τέκνου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με την οποία έγινε δεκτή, ως προς αυτό, η 135/ΟΔ135/25-11-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης. 4.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς την ονοματοδοσία του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, δηλαδή ότι το συμφέρον αυτού επιβάλλει να του δοθεί το όνομα "Ε.", που είναι το όνομα της μάμμης από την μητρική γραμμή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510 - 1512 του ΑΚ, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το ν. 4800/2021 και ορίζουν ότι οι γονείς ασκούν τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου τους από κοινού και εξίσου, αποβλέποντας με κάθε απόφασή τους στο βέλτιστο συμφέρον αυτού, σε περίπτωση δε διαφωνίας τους, λόγω αδυναμίας εξεύρεσης κοινών αποδεκτών λύσεων, αποφασίζει το δικαστήριο, καθόσον, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα επωφελή για το ανήλικο τέκνο στοιχεία και παραμέτρους, σωστά υπήγαγε στις διατάξεις αυτές, κατά την εξειδίκευση της αόριστης νομικής έννοιας του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία πληρούν το πραγματικό της εν λόγω νομικής έννοιας, όπως αυτή αναλύθηκε στη μείζονα σκέψη, αφού, σύμφωνα με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, το ανήλικο από την αρχή της ζωής του προσφωνείται με το όνομα αυτό, με το οποίο έχει καθιερωθεί στις προσωπικές και κοινωνικές του σχέσεις και στο οποίο με προθυμία ανταποκρίνεται, τελεί δε αυτό σε αρμονία και με τις παραδοσιακές αρχές και τις αξίες της οικογενειακής ζωής.

Εξάλλου, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του καθορισμού, προς το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, του κυρίου ονόματος αυτού, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, παραθέτοντας όλα τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, και τα οποία δικαιολογούν την ανωτέρω κρίση του, ότι το αληθινό και βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου των διαδίκων επιβάλλει τον ορισμό του δοτέου ονόματος αυτού σε "Ε.", με τις υποστηρίζουσες την κρίση του αυτή παραδοχές, ήτοι:

α) ότι το τέκνο των διαδίκων αποκαλείται με το δοθέν σε αυτό όνομα "Ε." σχεδόν εξαρχής από την μητέρα του και το συγγενικό και το κοινωνικό της περιβάλλον, δοθέντος ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους στις 10-8-2015 διήρκεσε μόλις για ενάμιση μήνα, ήτοι μέχρι τις 28-9-2015 και στη συνέχεια και στο παιδικό σταθμό, που παρακολουθεί από το έτος 2017, με συνέπεια να το έχει ήδη συνηθίσει ως μέρος της ταυτότητας του, β) ότι "Α." το αποκαλούν μόνον ο πατέρας και οι συγγενείς του στα πλαίσια της αραιής προσωπικής επικοινωνίας που έχουν μαζί του, γ) ότι τυχόν αντικατάσταση του δοθέντος σε αυτό ονόματος με το αιτούμενο δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, καθόσον θα του δημιουργήσει σοβαρή σύγχυση στη ταυτότητα του, δ) ότι η πρόκριση της λύσης της διπλής ονοματοδοσίας "Ε.-Α.", δεν κρίνεται ενδεδειγμένη, ενόψει του κινδύνου που εγκυμονεί για την ομαλή διαμόρφωση του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του ανηλίκου, καθόσον θεωρείται βέβαιο, ότι καθένας εκ των διαδίκων, ενόψει μάλιστα και των ιδιαίτερα κακών μεταξύ τους σχέσεων, θα επιμένει να αποκαλεί το τέκνο με το όνομα της δικής του προτιμήσεως και ε) η επιλογή ενός τρίτου ονόματος και όχι ενός εκ των "Ε." ή "Α.", προς διασφάλιση της οποιαδήποτε ασυμφωνίας και έριδας μεταξύ του μητρικού και πατρικού περιβάλλοντος, δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου, αφού θα είναι δύσκολο γι' αυτό, το οποίο είναι ήδη πέντε (5) ετών, να αποκοπεί πλήρως από το όνομα "Ε.", που έχει συνηθίσει και ταυτίσει με την έως τώρα διαμορφωθείσα προσωπικότητά του.

Ουδεμία δε αντίφαση δημιουργείται μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου, "ότι το τέκνο των διαδίκων αποκαλείται με το δοθέν σε αυτό όνομα "Ε." σχεδόν εξαρχής από την μητέρα του και το συγγενικό και το κοινωνικό της περιβάλλον" και "ότι "Α." το αποκαλούν μόνον ο ενάγων-εναγόμενος και οι συγγενείς του" και αυτών "ότι η πρόκριση της λύσης της διπλής ονοματοδοσίας "Ε.-Α.", δεν κρίνεται ενδεδειγμένη" και "ότι η επιλογή ενός τρίτου ονόματος και όχι ενός εκ των "Ε." ή "Α.", δεν κρίνεται ότι είναι προς το συμφέρον του τέκνου", αφού το Εφετείο δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, α) ότι η προσωπική επικοινωνία του ανηλίκου τέκνου με το περιβάλλον του πατέρα δεν είναι συχνή αλλά αραιή, β) ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων αποκαλείται με το δοθέν σε αυτό όνομα "Ε." σχεδόν εξαρχής από την μητέρα του και το συγγενικό και το κοινωνικό της περιβάλλον, δοθέντος ότι η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων μετά τη γέννηση του ανηλίκου τέκνου τους στις 10-8-2015 διήρκεσε μόλις για ενάμιση μήνα, ήτοι μέχρι τις 28-9-2015.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τους αρ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. 5. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-10-2021 αίτηση του Μ. Λ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ