Legislator Case Law & Legislation
1824/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal where second-instance court properly rejected appeal arguments as inadmissible.

Case Number 1824/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' request to overturn the second-instance court's decision. The appellants argued that the appellate court failed to consider their primary appeal grounds regarding the rejection of their claim, which they claimed led to their default judgment. The court ruled that since the appellate court had already examined and rejected these specific appeal arguments as inadmissible or unfounded, they could not be raised again as a separate ground for appeal under the relevant procedural code. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the appellants' filing fee was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553, 524, 554, 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible against a second-instance decision rejecting an appeal as inadmissible, but arguments already rejected by the second-instance court cannot be re-raised as a new ground for appeal.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility inadmissible appeal second instance decision rejection of appeal legal costs default judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 553 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 524 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 554 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 9 letter g of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1824 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1824/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη-εισηγήτρια, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1.Π. Β. του Ι., κατοίκου ...,2. Γ. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Νικόλαο Αγαπηνό, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. συζύγου Ν. Δ., το γένος Α. Σ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ελευθέριο Γαβρίλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2009 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 283/2011 του Εφετείου Αιγαίου.

Κατά της τελευταίας απόφασης ασκήθηκε από τους ήδη αναιρεσείοντες ανακοπή ερημοδικίας. Επί της ως άνω ανακοπής, εκδόθηκε η 157/2014 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, που την απέρριψε ως απαράδεκτη.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-6-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου, ανέγνωσε την από 21-9-2017 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά μεν το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη, ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, κατά δε το άρθρο 524 παρ.3 ΚΠολΔ σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι η απόρριψη της έφεσης λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος γίνεται κατ’ ουσία και όχι κατά τύπους και, επομένως, στην περίπτωση αυτή, αν απορρίφθηκε και η εν συνεχεία ασκηθείσα κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή εχώρησε παραίτηση από του δικαιώματος άσκησης της, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναίρεσης είναι και η εκδοθείσα ερήμην του εκκαλούντος εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη.

Έτσι, τα τυχόν σφάλματα της απόφασης του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας απόφασης, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ ΑΠ 16/90, ΑΠ 543/2014). Περαιτέρω κατά το άρθρο 554 ΚΠολΔικ, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής.

Σύμφωνα με την πρώτη των πιο πάνω διατάξεων (553 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ.) η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματος του να ασκήσει ανακοπή.

Όσο η δίκη επί της ανακοπής εκκρεμεί δεν μπορεί (πολύ περισσότερο μετά την κατάργηση του άρθρου 506 ΚΠολΔ με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 2207/94) να γίνει λόγος για έναρξη ή αναστολή της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην εφετειακής απόφασης, έστω και αν στο στάδιο αυτό εκδοθεί η απόφαση, αφού δεν είναι ακόμη δεκτική αναίρεσης.

Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Επίσης η επίδοση της ερήμην απόφασης κινεί μόνο την προθεσμία για την ανακοπή και δεν αρκεί για την έναρξη της προθεσμίας της αναίρεσης.

Ούτε μόνη η έκδοση της απορριπτικής της ανακοπής απόφασης του εφετείου κινεί την προς αναίρεση προθεσμία. Διότι κατά την αληθή έννοια των ως άνω διατάξεων, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 564 και 499 Κ.Πολ.Δικ., για την έναρξη της προς αναίρεση προθεσμίας πρέπει και να επιδοθεί η απορρίπτουσα την ανακοπή απόφαση (Ολ ΑΠ11/1998).

Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται προς συζήτηση η κρινόμενη από 23/6/2015 αίτηση για αναίρεση: α) της 283/2011 ερήμην των αναιρεσειόντων-εκκαλούντων εκδοθείσας απόφασης του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία απορρίφθηκε κατ’ ουσίαν η έφεση τους κατά της 53/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, λόγω της ερημοδικίας τους και β) κατά της 157/2014 απόφασης του ίδιου Εφετείου, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ερημοδικίας των ιδίων κατά της 283/2011 ερήμην απόφασης.

Κατά των παραπάνω εφετειακών αποφάσεων και πριν από κάθε επίδοση τους, οι αναιρεσείοντες άσκησαν στις 24/6/2015 την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή και εμπρόθεσμη, κατά το μέρος που στρέφεται τόσο κατά της απορριπτικής της ανακοπής 157/2014 απόφασης, όσο και κατά της ερήμην απορριπτικής της έφεσης 283/2011 απόφασης, δεδομένου ότι κατά το διάστημα που η δίκη επί της ανακοπής ήταν εκκρεμής δεν ήταν επιτρεπτή αναίρεση και κατά της προαναφερόμενης ερήμην απόφασης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη παραπάνω νομική σκέψη.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1094ΑΚ επί διεκδικητικής αγωγής ο κύριος του πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας του και την απόδοση του πράγματος. Η αγωγή αυτή έχει διττό αίτημα, το οποίο συνίσταται αφενός στην αναγνώριση της κυριότητας του κυρίου και αφετέρου στην απόδοση του πράγματος, με αποτέλεσμα να έχει συγχρόνως αναγνωριστικό και καταψηφιστικό χαρακτήρα.

Εν τούτοις μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ, ώστε αυτή να θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε κατά το καταψηφιστικό αίτημα. Περαιτέρω η διεκδικητική αγωγή υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, ανάλογα με την αξία του αντικειμένου της διαφοράς.

Η μη καταβολή του δικαστικού ενσήμου οδηγεί στην ερημοδικία του ενάγοντος, εκτός αν λάβει χώρα νόμιμος περιορισμός του αιτήματος σε αναγνωριστικό. Εξάλλου, με τον από τον από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται οι παραβιάσεις κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι, μεταξύ άλλων, οι διατάξεις του αρθρ. 223 του ΚΠολΔ (ΑΠ898/2009), του άρθρου 2 του Ν.

ΓΠΟΗ/12 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, καθώς και οι διατάξεις περί ερημοδικίας (ΑΠ 168/2001,1107/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης (άρθρο 561παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι με την 53/2009 ερήμην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου απορρίφθηκε η από 17/12/2007 διεκδικητική αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, οι οποίοι ερημοδικάστηκαν λόγω μη καταβολής του οφειλόμενου για το αντικείμενο της διαφοράς τέλους δικαστικού ενσήμου.

Κατά της απόφασης αυτής οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η συναναιρούμενη 283/2011 ερήμην απόφαση του Εφετείου Αιγαίου που απέρριψε την παραπάνω έφεση ως ανυποστήρικτη. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγιναν δεκτά ειδικότερα τα εξής:

"Με την αγωγή οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι είναι συγκύριοι εξ αδιαιρέτου του περιγραφομένου σ’ αυτή ακινήτου (οικοπέδου) και ότι η εναγομένη η οποία είναι ιδιοκτήτρια ομόρου ακινήτου, αυθαίρετα και παράνομα κατέλαβε τμήμα του εν λόγω ακινήτου τους εκτάσεως 215 τ.μ., όπως ειδικότερα αυτό (τμήμα) περιγράφεται στην αγωγή, η αξία του οποίου ανέρχεται σε 1.500.000 ευρώ, και ότι η εναγομένη το κατέχει μέχρι την άσκηση της εναντίον της αγωγής.

Ενόψει αυτών ζήτησαν να αναγνωρισθούν συγκύριοι του επιδίκου εδαφικού τμήματος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου καθένας και να υποχρεωθεί η εναγομένη με απόφαση, που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να τους αποδώσει τη νομή και κατοχή του παραπάνω ακινήτου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την ως άνω απόφαση του απέρριψε την αγωγή λόγω μη καταβολής από τους ενάγοντες του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, παρότι αυτοί είχαν ειδοποιηθεί από το Δικαστήριο και τάχθηκε εις αυτούς διήμερη προθεσμία, όπως αυτό βεβαιώνεται στην εκκαλούμενη απόφαση, για την καταβολή του (αρθρ. 227 ΚΠολΔ).

Με τον πρώτο λόγο της εφέσεως τους, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες εκθέτουν, ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή τους για τον προαναφερόμενο λόγο, καθότι αυτοί δεν είχαν υποχρέωση καταβολής αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, το οποίον πρέπει να σημειωθεί δεν καταβλήθηκε ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυριζόμενοι ότι εφόσον αυτοί δεν κατέβαλαν το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, η διεκδικητική αγωγή τους έπρεπε να απορριφθεί μόνο κατά το καταψηφιστικό αίτημα της (απόδοση του ακινήτου) και να γίνει αυτή δεκτή κατά το αναγνωριστικό αίτημα τους (αναγνώριση της κυριότητας), ως προς το οποίο δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος, διότι εφόσον οι ενάγοντες παρέλειψαν την καταβολή του αναλογούντος στην αξία του αντικειμένου της αγωγής τους τέλος δικαστικού ενσήμου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν μπορούσε να συναγάγει από τη παράλειψη αυτή εμμέσως περιορισμό της αγωγής στο αναγνωριστικό αίτημα, γιατί τότε θα ελάμβανε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί, και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι ότι οι ενάγοντες περιορίζουν το αίτημα της αγωγής μόνο σε αναγνωριστικό, πράγμα το οποίον δεν έπραξαν, όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες.

Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, για τον ανωτέρω λόγο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, και όσα αντίθετα υποστηρίζονται με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Τέλος, εφόσον οι ενάγοντες-εκκαλούντες όπως προαναφέρθηκε δεν κατέβαλαν ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου το τέλος δικαστικού ενσήμου που αφορά την αξία του αντικειμένου της αγωγής τους, αυτοί (εκκαλούντες) θεωρούνται ερήμην δικαζόμενοι και έτσι η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι η απόφαση του αυτή στερείται αιτιολογίας, "ως προς την απόρριψη του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής τους, το οποίο ήταν αυτοτελές και ρητώς διαχωρισμένο από το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, με αποτέλεσμα να δικαστούν ερήμην και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολο της λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, αντί να την κάνει δεκτή κατά το αναγνωριστικό αίτημα, το οποίο έτσι και αλλιώς δεν υπόκειται σε δικαστικό ένσημο, και να την απορρίψει κατά το δεκτικό χωρισμού καταψηφιστικό αίτημα, το οποίο και μόνον υπόκειται σε δικαστικό ένσημο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια ανάγεται στην παραβίαση δικονομικών και όχι ουσιαστικών κανόνων δικαίου, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες νομικές σκέψεις. Σε κάθε όμως περίπτωση ο ίδιος λόγος είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, αυτή έχει αιτιολογία ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ’ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/97). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος της έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλούμενης απόφασης, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι ο λόγος αυτός συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, ο οποίος, όμως, δεν ιδρύεται αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε το λόγο της έφεσης ως απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αβάσιμο, γεγονός που σημαίνει ότι τον έλαβε υπόψη.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, ο οποίος κατά την ορθή εκτίμηση του δικαστηρίου τούτου υπάγεται στον αριθμό 8 περ. β’ του άρθρου 559ΚΠολΔ και όχι στον αριθμό 9περ.γ’ του ίδιου άρθρου που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι με την προσβαλλόμενη 283/2011 απόφαση του δεν έλαβε υπόψη το σχετικό (πρώτο) λόγο της έφεσης τους κατά της πρωτόδικης απόφασης, με τον οποίο παραπονούνταν για την απόρριψη της ένδικης διεκδικητικής αγωγής τόσο ως προς το αναγνωριστικό της αίτημα, για το οποίο δεν απαιτείτο η καταβολή δικαστικού ενσήμου, όσο και ως προς το καταψηφιστικό της αίτημα, για το οποίο και μόνον ήταν απαραίτητη η καταβολή αυτού, ενώ τα εν λόγω αιτήματα έπρεπε να εξεταστούν χωριστά και αυτοτελώς, με αποτέλεσμα οι αναιρεσείοντες να ερημοδικαστούν, λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου (το οποίο δεν καταβλήθηκε ούτε ενώπιον του Εφετείου) και να απορριφθεί η παραπάνω έφεση ως ανυποστήρικτη, κατ’ επέκταση δε και η αγωγή στο σύνολο της.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε στην αμέσως προηγούμενη σκέψη, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προαναφερόμενο λόγο έφεσης και τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495παρ.4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176,183,191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23/6/2015 αίτηση για αναίρεση των 283/2011 και 157/2014 αποφάσεων του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Νοεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 8 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ