Legislator Case Law & Legislation
1824/2014 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against land ownership claim, ruling adverse possession barred by municipal title.

Case Number 1824/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's rejection of their adverse possession claim against the Thessaloniki Municipality. The court found that the disputed land was municipal property acquired through a 1925 urban plan and was not subject to adverse possession until December 1968, by which time the required thirty-year period had not elapsed. Consequently, the court held that the municipality retained ownership and the appellants' arguments regarding long-term possession were legally ineffective.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 of Law 3127/2003; Art. 1539 of the Civil Code: Adverse possession against the State or Local Authorities is barred if the required period of uninterrupted possession has not been completed before the relevant legal provisions came into force, thereby preserving public ownership.

Keywords

AI generated
adverse possession municipal ownership urban planning public property legal title Supreme Court Greece

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 of Law 3127/2003
Art. 1539 of the Civil Code
Law 31/1968
Law 2308/1995
Law 2664/1998
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1824 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1824/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ι. Ι. του Χ., 2) Χ. Ι. του Ι., 3) Α. Ι. του Ι., 4) Σ. Ι. του Δ., κατοίκων ... και 5) Γ. Ι. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κωστή.

Του αναιρεσιβλήτου: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία Δήμος Θεσσαλονίκης, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Στράνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23726/... μη οριστική, 14184/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1981/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11/5/2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την άνευ ημερομηνίας έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικη αιτήσεως αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 " τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις (Α 67) ορίζεται ότι "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου του εφόσον:

α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α και β προσμετράτε και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ" (§1), ότι "Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ." 2):

Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγεται ότι θεσπίζεται εξαίρεση του κανόνος ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας είναι το Δημόσιο και είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστής παραγραφής, εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915. Έτσι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητος και επί δημοσίων κτημάτων δια τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας υπό τις στην παράγραφο 1 περ.

α' και β' διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις και εφόσον πρόκειται περί ακινήτου εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ. Η ανωτέρω όμως ρύθμιση, ως ειδική και εξαιρετική, εφαρμόζεται μόνο προκειμένου περί ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και επί ακινήτων ανηκόντων στην κυριότητα των Ο.Τ.Α. ή άλλων ν.π.δ.δ. (ΑΠ 1564/2010), όπως τούτο προκύπτει εκ της αδιαστίκτου γραμματικής διατυπώσεως των άνω διατάξεων που αναφέρονται μόνο σε ακίνητα του Δημοσίου, κατ' αποκλεισμό άλλων νομικών προσώπων όπως οι Ο.Τ.Α., αλλά και εκ του γενικότερου δικαιοπολιτικού σκοπού τους.

Διασταλτική ερμηνεία των άνω ουσιαστικών διατάξεων, εις τρόπον ώστε στο ρυθμιστικό αυτών πεδίο να εμπίπτουν και τα ακίνητα των Ο.Τ.Α. δεν μπορεί να γίνει, διότι οι ρηθείσες διατάξεις, ως προβλέπουσες την κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτου δια χρησικτησίας, είναι στενώς ερμηνευτέες, μη επιτρεπόμενης της επεκτάσεως της εφαρμογής των και σε άλλες περιπτώσεις, πλην της σε αυτή, ρητώς και ειδικώς, μνημονευομένης, ήτοι επί της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου, οι οποίες περιπτώσεις κείνται εκτός της νομοθετικής βουλήσεως.

Επίσης, δεν είναι δυνατή η ανάλογη εφαρμογή τους και επί των ακινήτων των Ο.Τ.Α., γιατί δεν υφίσταται σε αυτές γνήσιο κενό του νόμου, αλλ' ηθελημένη υπό του νομοθέτου αρνητική ρύθμιση, υπό την έννοια, ότι επί ακινήτων του δημοσίου και μόνο χωρεί η υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις κτητική παραγραφή. Ειδικότερα, επί των ακινήτων των Ο.Τ.Α. , σύμφωνα με την ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ...", του οποίου η ισχύς άρχισε από 2-12-1968 (αρθρ. 7) ορίζεται ότι "αι διατάξεις των άρθρων 1 έως 24 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", ως αύται ισχύουν εκάστοτε και αι συναφείς προς αυτάς υπέρ του Δημοσίου διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως διά την προστασία, των κτημάτων αυτών ...".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "τα επί των ακινήτων κτημάτων δικαιώματα του Δημοσίου εις ουδεμίαν υπόκεινται παραγραφήν. Παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου επί ακινήτου κτήματος, αρξαμενη προ της ισχύος του παρόντος νόμου, ουδεμίαν νόμίμον συνέπείαν έχει, αν αυτή δεν συνεπληρώθη μέχρι τούδε, κατά τους προισχύσαντας νόμους".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, προκειμένου περί ακινήτων κτημάτων των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, εφαρμόζονται αναλόγως όλες εκείνες οι ουσιαστικές διατάξεις, που είναι προστατευτικές της ακινήτου περιουσίας του Δημοσίου, όπως και εκείνες που απαγορεύουν την χρησικτησία εις βάρος των ακινήτων του Δημοσίου, όχι όμως και άλλες τυχόν ουσιαστικές διατάξεις που αφορούν το Ελληνικό Δημόσιο, των οποίων η εφαρμογή, κατ' εξαίρεση, οδηγεί στην κατάλυση εμπραγμάτων δικαιωμάτων των Ο.Τ.Α.

επί ακινήτων. Ο χρόνος της κτητικής παραγραφής και μάλιστα της έκτακτης χρησικτησίας μπορούσε να συμπληρωθεί μέχρι τις 2 Δεκεμβρίου 1968, οπότε και άρχισε να ισχύει το ν.δ.31/1968. Κατά συνέπεια, επί των ακινήτων αυτών είναι επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία από εκείνον, που τα διεκδικεί, για την οποία απαιτείται, κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ανεπίληπτη νομή επί τριάντα (30) έτη και υπό τον Αστικό Κώδικα, σύμφωνα με το άρθρο 1045 αυτού, συνεχής νομή επί είκοσι (20) έτη, με την προϋπόθεση ότι αυτή (έκτακτη χρησικτησία) είχε συμπληρωθεί μέχρι 2-12-1968, οπότε άρχισε να ισχύει το ν.δ. 31/1968 (ΑΠ 76/2007).

Συνακόλουθα τούτων, οι δημοτικές οδοί, που ως κοινόχρηστα πράγματα, είναι ανεπίδεκτες χρησικτησίας καταργούμενες με το σχέδιο ρυμοτομίας και αποβάλλοντας έτσι την ιδιότητα του κοινοχρήστου και του εκτός συναλλαγής πράγματος και περιερχόμενες στην ιδιωτική περιουσία του οικείου Δήμου μπορούσαν να χρησιδεσποσθούν μέχρι τις 2.12.1968, ακόμη και απ' αυτόν, στην ιδιοκτησία του οποίου προσκυρώνονται μετά την λόγω ρυμοτομίας κατάργηση τους και πριν δε ακόμη από την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης εκ μέρους του για την αναγκαστική απαλλοτρίωση τους (προσκύρωσή τους) γιατί οι οικείες συνταγματικές και άλλες διατάξεις που αποκλείουν τη λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ως τρόπου κτήσεως της κυριότητος επί του απαλλοτριωθέντος μεταβίβαση της κυριότητας αυτού στον υπέρ ού η απαλλοτρίωση χωρίς προηγούμενη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, δεν θεσπίζουν το απαράγραπτο του δικαιώματος κυριότητος του καθ' ου η απαλλοτρίωση επί του απαλλοτριωθέντος.

Περαιτέρω το άρθρο 12 του Ν. 1051/1917 " Περί συστάσεως και διοικήσεως δήμων και κοινοτήτων εν ταις Νέαις Χώραις" ορίζει ότι "Η περιουσία συνοικισμού αναγνωριζομένου εις ιδίαν κοινότητα καθίσταται από της ισχύος του νόμου τούτου περιουσία της υπό του συνοικισμού τούτου αποτελεσθησομένης κοινότητος ... Tα κτίρια και λοιπά ακίνητα προωρισμένα προς κοινή χρήσιν και κείμενα εντός της περιοχής συνοικισμού ενωθέντος προς δήμον ή κοινότητα περιέρχονται εις την κυριότητα του δήμου ή της κοινότητος ταύτης".

Η δε διάταξη του άρθρου 1 του νόμου 2074/1920 " Περί των εν ταις Νέαις Χώραις κοινοτικών γαιών" ορίζει "Αι πλατείαι, οι τόποι αγορών και πανηγύρεων, οι αλωνότοποί και αι βοσκήσιμοι γαίαι, οι εις κοινήν αφειμένη χρήσιν κατά τα άρθρα 94, 95, 96, 98 και 99 εδ. 1, 100, 101 και 102 του Τουρκικού νόμου της 2 Ραμαζάν 1274 (1856) περί γαιών, καθίστανται περιουσία των συνοικισμών, υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθή, παραχωρούμενοι εις την πλήρη κυριότητα και κατοχήν αυτών, αναγνωριζομένων ως νομικών προσώπων." Κατά τα άρθρα 91-103 του Τουρκικού νόμου περί γαιών μεταξύ των δημοσίων κτημάτων (μιριγιέ) διακρίνονται δύο είδη που ονομάζονται "μετρουκέ", δηλαδή κτήματα που τα έχουν αφήσει στην κοινή χρήση α) τα σε δημόσια και κοινή χρήση προορισμένα, τα οποία μη υποκείμενα στην ιδιοκτησία ενός ή περισσοτέρων προσώπων, τέτοια δε είναι, οι πλατείες οδοί αιγιαλοί κλπ, θεωρούνται ότι ανήκουν στο Δημόσιο ή την Πολιτεία που εκπροσωπούσε ο Σουλτάνος και β) τα σε κοινή χρήση των κατοίκων ορισμένου μόνο χωριού ή ορισμένης κωμόπολης ανέκαθεν και '"έκπαλαι" προορισμένα και των οποίων η χρήση απαγορευόταν στους κατοίκους άλλου χωριού, όπως είναι οι αλωνότοποι, βοσκήσιμοι τόποι.Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ακίνητο, το οποίο επί της Τουρκοκρατίας είχε καταστεί οδός, βάσει της τουρκικής ρυμοτομίας, ήταν προορισμένο σε κοινή χρήση, ανήκε στην κατηγορία των δημοσίων κτημάτων "μετρουκέ" και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1051/1917 περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου (ή της Κοινότητας) στα διοικητικά όρια του οποίου περιλαμβάνεται από το χρόνο που αναγνωρίσθηκε ο οικείος δήμος.

Oι καταργούμενοι από το σχέδιο ρυμοτομίας παλαιοί δημοτικοί οδοί αποβάλλουν την ιδιότητα του κοινοχρήστου και εκτός συναλλαγής πράγματος από και δια της καταργήσεως και καθίστανται έκτοτε ιδιωτική περιουσία του Δήμου, χρησιμοποιούμενοι κατά τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 του νδ 690/1948 για την τακτοποίηση μη αρτίων οικοπέδων.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Ως πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, επίσης, ο λόγος αυτός, όταν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή απαράδεκτος ή μη νόμιμος, αφού ένας τέτοιος ισχυρισμός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ ΑΠ 14/2004, ΑΠ 147/2008). Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται για όλους τους λόγους αναίρεσης που περιοριστικώς ορίζονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: "Προς εφαρμογή του δια του από 27.01.1925 Διατάγματος εγκριθέντος ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως Θεσσαλονίκης, στην περιοχή Χαριλάου των οδών Γρηγορίου Ε'-Γαλιβάλδη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4318/1979 Πράξη τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημιώσεων οικοπέδων της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης με το συνοδεύον σ' αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα στο οποίο, μεταξύ άλλων, αποτυπώνονται τα όρια και η θέση των παλαιών οδών Γρηγορίου Ε' και Μαντινείας καθώς και οι ιδιοκτησίες με αρθ. 33, 32, 26, 24, και 35 με τους φερόμενους ιδιοκτήτες των.

Με την Πράξη αυτή που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. πρωτ. 47931/48753/26-1-1980 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης προσκυρώθηκαν τα προσδιοριζόμενα σ' αυτήν τμήματα της με αριθμ. 35 ιδιοκτησίας του εναγομένου Δήμου, φερομένης ως καταρτούμενης παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε', στις ως άνω ιδιοκτησίες. Μεταξύ τούτων, όπως προεκτέθηκε, συμπεριλαμβάνεται και η με αριθμ. 26 ιδιοκτησία με φερόμενους ιδιοκτήτες τις Ν.

Π. και Β. Ζ. (δικαιοπαρόχων των εναγόντων), στη οποία προσκυρώθηκε το υπό στοιχεία 8-9-12-13-8, εμβαδού 75,50 τ.μ τμήμα της άνω με αρθμ. 35 ιδιοκτησίας του Δήμου. Το εν λόγω οικοπεδικό τμήμα, που αποτελεί και το επίδικο στην παρούσα δίκη, όπως αποτυπώνεται στο συνοδεύον διάγραμμα της άνω υπ' αριθμ. 4318/79 Πράξεως, συνορεύει:

ανατολικά επί πλευράς 8-13 μέτρων γραμμικών 5.2μ, με τμήμα της καταργηθείσης παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε', το οποίο προσκυρώθηκε στην με αριθμ.32 ιδιοκτησία, δυτικά επί πλευράς 9-12 μέτρων γραμμικών 3.8μ με τμήμα της ίδιας καταργηθείσης παλαιάς οδού που βρίσκεται στην με αριθμ. 22 ιδιοκτησία, Βόρεια επί πλευράς 8-9 μέτρων γραμμικών 17μ με τμήμα της εν λόγω καταργηθείσης οδού Γρηγορίου Ε' το οποίο προσκυρώθηκε στην με αριθμ. 24, ιδιοκτησία και νότια επί πλευράς 12-13 μέτρων γραμμικών 17.2 μ με υπ' αριθμ. 26 ιδιοκτησία.

Όπως προκύπτει δε, από το περιεχόμενο της προαναφερόμενης απόφασης του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, με την οποία εγκρίθηκε η ως άνω 4318/1979 Πράξη τακτοποίησης, απορρίφθηκε η ένσταση της ως άνω Π. Ν. (δικαιοπαρόχου των εναγόντων) φερόμενης ιδιοκτήτριας της με αριθμ. 26 ιδιοκτησίας, με την οποία ισχυριζόταν ότι τούτο ανήκει στην ιδιοκτησία της και όχι στην ιδιοκτησία του εναγομένου Δήμου, με την αιτιολογία ότι το εμβαδόν του οικοπέδου που αγοράστηκε με τα .../54 και .../23 συμβόλαια είναι 390μ2, ενώ το εμβαδόν του οικοπέδου όπως εμβαδομετρήθηκε στην 4318/79 πράξη είναι πολύ μεγαλύτερο, μη συμπεριλαμβανομένου του κοινοχρήστου χώρου.

Κατά της ανωτέρω απορριπτικής απόφασης του Νομάρχη, η προαναφερόμενη ενιστάμενη δεν άσκησε προσφυγή ενώπιον του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, καίτοι στην απόφαση αυτή υπήρχε προς τούτο ειδική επισήμανση προς ενημέρωση των ενδιαφερομένων. Ωστόσο το έτος 1982, το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου Δήμου, με την υπ' αριθμ. 928/1982 απόφαση του, που εκδόθηκε επί σχετικών αιτήσεων των φερομένων ιδιοκτητών των με αριθμ. 23, 21 και 22 ιδιοκτησιών, ενέκρινε, ως στο περιεχόμενο αυτής αναφέρεται αυτολεξεί: "τον αποχαρακτηρισμό οικοπεδικής εκτάσεως που βρίσκεται μετά των δρόμων παλαιάς Μαντινείας και Ζουμετίκου, που στο παλιό (Τουρκικό) φύλλο λεπτομερειών του 1909, φέρεται σαν δημοτικός δρόμος με την ονομασία παλιά οδός Γρηγορίου Ε', σαν διεκδικούμενο από το Δήμο, διότι από τη γνωμοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας του Δήμου προκύπτει ότι ο δρόμος αυτός (παλιά οδός Γρηγορίου Ε'), δεν δόθηκε ποτέ στην κοινή χρήση και επομένως δεν έγινε δημοτικός".

Παρόλο δε, που από καμία διάταξη της ισχύουσας νομοθεσίας δεν παρέχεται στους Δήμους ή στα Δημοτικά τους Συμβούλια, αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό οδού ή διόδου ως "δημοτικής οδού", ή αποχαρακτηρισμού αυτής (ΣτΕ 1291/2008, δημ. Νόμος), με βάση την ως άνω απόφαση αποχαρακτηρισμού, ο Νομάρχης Θεσσαλονίκης με την υπ' αρθρ.

ΔΠ/ΤΑ.34737/21.07.1987 απόφαση του, αποδεχόμενος τη σχετική αίτηση θεραπείας, ανακάλεσε την άνω υπ' αριθμ. 47931/26-1-1980 απόφαση του, κατά το μέρος εκείνο που ενέκρινε το άρθρο 1 του Κεφαλαίου Α' "ΠΡΟΣΚΥΡΟΥΜΕΝ" της πράξης προσκύρωσης 4318/79 και ακύρωσε το εν λόγω άρθρο της άνω πράξης τακτοποίησης. Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου Δήμου με την υπ' αριθμ. 983/14.7.1988, απόφαση του, αποφάσισε ομόφωνα τη διόρθωση της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 928/82 αποφάσεως του, που αφορά τον αποχαρακτηρισμό της παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε' από την οδό Μαντινείας έως την οδό Ζουμετίκου, περιορίζοντας τον αποχαρακτηρισμό της οδού αυτής μόνον για την έκταση των με άρθμ. 23, 21 και 22 ιδιοκτησιών και για τα υπόλοιπα τμήματα της εν λόγω παλαιάς οδού, ανατολικότερα των εν λόγω ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα για τις ιδιοκτησίες με αριθμ. 24, 25, 26, 31 και 33 ιδιοκτησιών, αποφάσισε την επιμέρους μελέτης της καθεμιάς ιδιοκτησίας.

Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι μετά την έκδοση και έγκριση της προαναφερομένης Πράξης τακτοποίησης και της ως άνω εν μέρει ακυρωτικής απόφασης, η ιδιοκτησία με αρθμ. 26, κατόπιν διαδοχικών μεταβιβάσεων μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους και δη: α) στον πρώτο, Ι. Ι. κατά ποσοστό 390/1000 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των υπ' αριθ. .../23-12-1997, .../9-6-1999 και .../16-11-1999 συμβολαίων αγοραπωλησίας του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Περικλή Βαραδίνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στους τόμους ...

με αριθμ 293, ... με αριθ.145 και ... με αριθ.78, κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά 279,50/1000, 107,4306/1000 και 3,0694/1000 αντίστοιχα, β) στον δεύτερο Χ. Ι. κατά ποσοστό 117,5/1000 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των υπ' αριθ. .../25-11-1995 και .../22-3-1996 συμβολαίων αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Περικλή Βαραδίνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στους τόμους ...

με αριθ. 182 και ... με αριθ. 121, κατά ποσοστό 12,50% και 110/1000 εξ αδιαιρέτου, γ) στην τρίτη Α. Ι., κατά ποσοστό 117,5/1000 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει των υπ' αριθ. .../25-11-1995 και .../22-3-1996 συμβολαίων αγοραπωλησίας του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Περικλή Βαραδίνη, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στους τόμους ...

με αριθ. 182 και ... με αριθ. 121, κατά ποσοστό 12,50% και 110/1000 εξ αδιαιρέτου, δ) στον τέταρτο Σ. Ι. κατά ποσοστό 250/1000 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθ. 5569/1981 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευτυχίας Πρασσά-Ρήτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...

με αριθ. 363, κατά ποσοστό 12,50% ή 125/1000 εξ αδιαιρέτου και του υπ' αριθ. .../3-8-1981 συμβολαίου αγοραπωλησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ... με αριθ. 400, κατά ποσοστό 12,50% ή 125/1000 εξ αδιαιρέτου και ε) στον πέμπτο, Γ. Ι. κατά ποσοστό 125/1000 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της υπ' αριθ. .../1981 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευτυχίας Πρασσά-Ρήτου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία Μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...

με αριθ. 363. Στη συνέχεια ο πρώτος των εναγόντων- των εφεσίβλητων, Ι. Ι., με την από 15.6.2000 αίτηση του που απηύθυνε προς τον εναγόμενο Δήμο, επικαλούμενος την ως άνω απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου περί του προμνημονευομένου αποχαρακτηρισμού, ζήτησε για τον ίδιο ως άνω λόγο και τον αποχαρακτηρισμό και του τμήματος της παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε', κατά το μήκος που στην αποτύπωση του τοπογραφικού διαγράμματος φαίνεται να διαπερνά από την με αριθμ. 26 ιδιοκτησία του.

Επί της αιτήσεως αυτής ο εναγόμενος Δήμος δεν απάντησε, ούτε προέβη σε διαδικασία αποχαρακτηρισμού και για το λόγο αυτόν επανέλαβε ο ενάγων το ανωτέρω αίτημα του με την από 12.02.2003 αίτηση του. Σε απάντηση τούτων, ο εναγόμενος Δήμος με το από 26.02.2003 έγγραφο του, απέρριψε το ανωτέρω αίτημα του πρώτου ενάγοντος με την αιτιολογία ότι, δεν συντρέχουν οι σχετικοί λόγοι και επιπροσθέτως ενημέρωσε αυτόν, ότι οι προηγούμενες υπ' αριθμ. 928/1982 και 983/1988 αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου, εκ παραδρομής ανέφεραν περί αποχαρακτηρισμού, ενώ πρόκειται για παραίτηση του Δήμου Θεσσαλονίκης από τη διεκδίκηση της παλαιάς καταργηθείσης οδούς Γρηγορίου Ε'.

Μετά απ' αυτήν την αρνητική απάντηση, ο πρώτος ενάγων-εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 27.05.2002 (με αριθμ. εκθ.κατ.19283/2002) αίτηση κατά του εναγομένου Δήμου, με την οποία επικαλούμενος ότι είναι συγκύριος κατά ποσοστά 390/1000 εξ αδιαιρέτου της υπ' αριθμ. 26 ιδιοκτησίας, υπόχρεης προς καταβολή αποζημιώσεως για το προσκυρούμενο επίδικο οικοπεδικό τμήμα, καθώς και ότι τούτο ως καταργούμενο τμήμα της παλαιάς δημοτικής οδού Γρηγορίου Ε' ανήκει στην κυριότητα του εναγόμενου Δήμου, που είναι δικαιούχος της αποζημίωσης, ζήτησε τον καθορισμό της προσωρινής τιμή μονάδος αποζημιώσεως στο ποσό των 645 Ευρώ ανά τ.μ.

Στη συνέχεια οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι άσκησαν την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, διατεινόμενοι ότι, δεν υφίστατο διανοιγμένη η ως άνω δημοτική οδός και το επίδικο προσκυρούμενο τμήμα κείμενο τη βορειοδυτική πλευρά του οικοπέδου συγκυριότητας των κατά τα ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστά από Τουρκοκρατίας αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των, ενώ ο εναγόμενος Δήμος, προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας και για τη θεμελίωση της, ισχυρίσθηκε, ότι η επίμαχη οδός, που βάσει της τουρκικής ρυμοτομίας σχεδιάστηκε και από Τουρκοκρατίας είχε καταστεί κοινόχρηστη, ανήκουσα στην κυριότητα του, ήταν διανοιγμένη μέχρι τουλάχιστον το έτος 1958, και μετά την κατάργηση της με το από 27-1-1925 ρυμοτομικό διάταγμα, περιήλθε στην ιδιωτική του περιουσία.

Αναφορικά με τα ως άνω κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα για την έκβαση της παρούσας δίκης που αφορούν τόσο την ιδιότητα του επιδίκου οικοπεδικού τμήματος ως τμήμα της καταργούμενης παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε' και εντεύθεν της ιδιότητας της εν λόγω οδού, ως δημοτικής, τεθείσα σε κοινή χρήση, όσο και την κυριότητα επ' αυτού (επιδίκου) υπό των διαδίκων κτηθείσα με τους επικαλούμενους υπ' αυτών τρόπους, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Στις αρμοδιότητες του εναγομένου-εκκαλούντος, Δήμου Θεσσαλονίκης επί της εποχής της Τουρκοκρατίας υπαγόταν, σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου "ΠΕΡΙ ΟΙΚΟΔΟΜΩΝ" του έτους 1308 (ελληνικού 1891), η εκπόνηση πολεοδομικών χαρτών αναλόγως με τις ανάγκες του τόπου. Στα πλαίσια της εν λόγω αρμοδιότητας του, εξέδωσε ο τότε Δήμος Θεσσαλονίκης, το έτος 1907 ρυμοτομικό σχέδιο, με το οποίο σχεδίασε και εφάρμοσε την επέκταση του ανατολικού τομέα της πόλης Θεσσαλονίκης, προβλέποντας και τη διάνοιξη στη περιοχή Χαριλάου (Χαμηδιέ), δημοτικής οδού αποκαλούμενης "παλαιά οδός Γρηγορίου Ε'", προορισμένη σε κοινή χρήση και προς εξυπηρέτηση των ιδιοκτησιών της ευρύτερης περιοχής.

Η οδός αυτή ήταν κάθετη μεταξύ των δύο παραλλήλων παλαιών οδών Μαντινείας και Ζουμετίκου (Γαριβάλδη), τις οποίες και συνέδεε διερχόμενη από το βόρειο όριο της αρχικής ιδιοκτησίας του απώτερου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Μ.. Η ιδιοκτησία του τελευταίου εκτεινόταν μεταξύ της ως άνω οδού παλαιάς Γρηγορίου Ε' και των οδών Γαριβάλδη, παλαιάς Ρήγα Φεραίου και Μαντινείας, τμήμα της οποίας αποτελεί και το ακίνητο συγκυριότητας των εναγόντων, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο Δήμο.

Η εν λόγω οδός με την εφαρμογή της τουρκικής ρυμοτομίας του έτους 1907, διανοίχτηκε στην προπεριγραφόμενη θέση, όπως ήταν αποτυπωμένη στα τουρκικά διαγράμματα και είχε τεθεί σε κοινή χρήση προς εξυπηρέτηση των πάσης φύσεως αναγκών των δημοτών και των ιδιοκτησιών της ευρύτερης περιοχής. Τμήμα της ανωτέρω οδού, που διερχόταν εκ των ορίων της ιδιοκτησίας των εναγόντων, αποτελεί και το επίδικο προσκυρούμενο οικοπεδικό τμήμα, το οποίο παρέμεινε διανοιγμένο, δηλαδή χωρίς να υφίσταται επ' αυτού κανένα είδος κατοχής ή κατάληψης, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1958.

Στην κρίση αυτή, οδηγείται το Δικαστήριο τούτο, από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, τα οποία, αφενός μεν, αφορούν τις απεικονίσεις στα τοπογραφικά διαγράμματα της επίμαχης οδού μέχρι το έτος 1958, οπότε και λήφθηκαν οι τελευταίες αεροφωτογραφίες που απεικονίζουν την πραγματική υφιστάμενη κατά το χρόνο λήψεως των επί του εδάφους κατάσταση και επιβεβαιώνουν την ακρίβεια των γινομένων στα διαγράμματα αποτυπώσεων, και αφετέρου αναφέρονται στην αρχική έκταση, της οποίας τμήμα αποτελεί η ιδιοκτησία των εναγόντων καθώς και στις όμορες ιδιοκτησίες της επίδικης περιοχής που έχουν πρόσωπο και όριο την επίμαχη οδό και το επίδικο τμήμα αυτής.

Ειδικότερα, η επίμαχη δημόσια οδός αποτυπώνεται στο Τουρκικό με αριθ. 149 Φύλλο Λεπτομερειών έτους 1909 του Σχεδίου Πόλεως Θεσσαλονίκης, με την ως άνω ονομασία και επ' αυτής έχει πρόσωπο η ιδιοκτησία των εναγόντων στο βόρειο όριό της. Το γεγονός δε ότι, το επίμαχο τμήμα της παλαιάς δημοτικής οδού Γρηγορίου Ε', ήταν διανοιγμένο και δεν είχε κανένα είδος κατοχής ή κατάληψης, μέχρι το 1958, προκύπτει από τις αεροφωτογραφίες με ημερομηνία φωτοληψίας 20.09.1958, που τηρούνται στο αρχείο της Δ/νσης Μελετών Αρχιτεκτονικών Έργων του Δήμου Θεσσαλονίκης και οι οποίες διαβιβάστηκαν από το Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας.

Συγκεκριμένα στην μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο-εκκαλούντα Δήμο, με ημερομηνία 09.03.2007 τεχνική έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών του υπαλλήλου του Δήμου Θεσσαλονίκης Σ. Μ., Τοπογράφου Μηχανικού, ο οποίος κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη φωτογραμμετρία του UCL London, μεταξύ των άλλων εκτίθεται ότι: "Το επίδικο τμήμα με όρια 8-9-12-13-8, όπως απεικονίζεται στο συνημμένο απόσπασμα διαγράμματος της ευρύτερης περιοχής που μου χορήγησε το Τμήμα Πράξεων, φαίνεται ότι βρίσκεται στη συμβολή δύο δρόμων, μη ασφαλτοστρωμένων, που είχαν δημιουργηθεί στην ακάλυπτη περιοχή για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτησιών της ευρύτερης περιοχής.

Επίσης, από την φωτοερμηνεία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται κανένα είδος κατοχής ή κατάληψης (κτίσματα, περίφραξη, βλάστηση) στο εν λόγω τμήμα. Τέλος, στην ανατολική πλευρά του επίδικου και εκτός των ορίων του, όπως περιγράφονται στο συνημμένο απόσπασμα, υφίσταται ένα δέντρο, του οποίου το φύλλωμα και η σκιά που δημιουργεί αυτό εμποδίζουν τη διαπίστωση της συνέχισης ή μη, μέχρι τη συμβολή των δύο προαναφερομένων δρόμων όπου και το επίδικο, της ακάλυπτης έκτασης που εμφαίνεται στην προέκταση της οδού Ατρειδών (παλαιά Γρηγορίου Ε') πέραν της οδού Ζουμετίκου (παλαιά Γαριβάλδη)".

Εξάλλου τα συμπεράσματα αυτά, δεν αναιρούνται και ούτε αντικρούονται από την με ημερομηνία 04.05.2006 έκθεση της πραγματογνωμοσύνης και την από 24. 10.2007 συμπληρωματική αυτής, της διορισθείσας με την ως άνω μη οριστική απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Π. Μ., η οποία προβαίνοντας στην ερμηνεία των ως άνω αεροφωτογραφιών του έτους 1958, που τέθηκαν υπόψη της, γνωμοδοτεί ασαφώς και αντιφατικώς.

Συγκεκριμένα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και, δη στη σελίδα 20, αναφέρει ότι η ανάλυση της φωτοτυπίας που της δόθηκε δεν είναι αρκετά ικανοποιητική, πλην όμως ερμηνεύοντας αυτήν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι: "Eίvαι δεδομένη η ύπαρξη κάποιας μορφής διόδου όχι όμως η ύπαρξη διανοιγμένης οδού πλάτους 5 μέτρων" και στη σελίδα 22 αναφέρει: "Οι αεροφωτογραφίες ...

δείχνουν ότι στο οικοδομικό τετράγωνο που περικλείεται από τις σημερινούς οδούς Ζουμετίκου, Γρηγορίου του Ε', Μαυρομιχάλη και Κωνσταντίνου Καραμαλνή, η παλαιά οδός Γρηγορίου του Ε' δεν υπήρξε ποτέ διανοιγμένη με πλάτος 5 μ. και σε κοινή χρήση στη θέση που προβλεπόταν από την τουρκική ρυμοτομία και καλυπτόταν από κτίσματα.".

Αντίθετα η ως άνω πραγματογνώμονας στη συμπληρωματική έκθεση πραγματογνωμοσύνης εκθέτει ότι: "τα στοιχεία τα οποία μου δόθηκαν (αεροφωτογραφίες) δεν έχουν την ανάλυση που απαιτείται για να αποφανθώ περί της ύπαρξης στοιχείων κατοχής, όπως περιφράξεις κ.λ.π. Ωστόσο, στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης μου (σελίδα 20) αναφέρω ότι στο οικοδομικό τετράγωνο που βρίσκεται η επίδικη έκταση δεν προκύπτει η ύπαρξη διανοιγμένης οδού, αλλά η επίδικη έκταση εμπίπτει σε ακάλυπτο μη δομημένο χώρο.".

Άλλωστε, το γεγονός της μη διαμορφώσεως της επίμαχης οδού με ασφαλτόστρωση, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της ως δημοτικής οδού, προορισμένη στην κοινή χρήση προς κάλυψη των αναγκών των ιδιοκτησιών της ως άνω εποχής που είχε διανοιχθεί, καθόσον για να προσδοθεί ο χαρακτήρας της δημοτικής οδού δεν προϋποτίθεται η ασφαλτόστρωση αυτής.

Η διάνοιξη δε της επίμαχης οδού από το 1907 και τουλάχιστον από το έτος 1911, επιβεβαιώνεται και από τη χρήση αυτής, ως ορίου προς οριοθέτηση των ιδιοκτησιών της επίδικης περιοχής, γεγονός που δεν θα συνέβαινε στην περίπτωση που δεν υφίστατο στην πραγματικότητα διανοιγμένη και ήταν αποτυπωμένη μόνο στα διαγράμματα του τουρκικού ρυμοτομικού σχεδίου.

Τούτο σαφώς προκύπτει από τους παρακάτω τίτλους κυριότητας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων Συγκεκριμένα α) από το υπ' αρ. 243 μηνός Μαΐου 1327 (1911) ταπί, προκύπτει ότι ο αρχικός δικαιοπάροχος των εναγόντων Γ. Σ. Μ., είναι ιδιοκτήτης ενός αγρού κατηγορίας δημόσιας γης, επί της οδού Τραμβάι Ντεποσού (Αποθήκης Τροχίοδρόμων) εκτάσεως 2.511 παλαιών πήχεων με όρια ανατολικά και δυτικά και βόρεια νεοανοιγείς δρόμος, νότια Χουλουσί Μπέης.

Ως αιτία έκδοσης του τίτλου αναφέρεται η αντικατάσταση προγενέστερου τίτλου (ταπίου) για το επ' ονόματι του ιδιοκτήτη υπολειπόμενο τμήμα ακινήτου μετά από πώληση διαιρετού τμήματος μείζονος ακινήτου, με προγενέστερο τίτλο το με αρ. 1041 μηνός Ιουνίου 1323 (1907). β) από το υπ' αριθμ. .../17-4-1923 πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ Δεληγιάννη, προκύπτει ότι ο ανωτέρω Ι.

Σ. Μ. μεταβίβασε το ως άνω οικόπεδο στο Δ. Μ., εμβαδού 2511 παλαιών πήχεων που συνορεύει με οδό Γαριβάλδη, με ανώνυμο οδό, με ιδιοκτησία αγνώστου και με ιδιοκτησία Κ., γ) από το υπ' αρ. .../22-10-1923 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Στεφανίδη, προκύπτει ότι ο Μ. Τ. αγόρασε από τον ως άνω Δ. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ. 2260/20.07.1923 συμβολαίου αγοραπωλησίας του ίδιου Συμβολαιογράφου έκταση 652 παλαιών πήχεων που συνορεύει με τις οδούς Γαριβάλδη, Γρηγορίου Ε' και ανώνυμη οδό, από την οποία μεταβίβασε τμήμα εμβαδού 405 παλαιών πήχεων στους Α.

Γ. και Π. συζ. Γ., που συνορεύει με οδό Γρηγορίου Ε' με πρόσωπο 13 μ, με ανώνυμο οδό με πρόσωπο 18 μ και με την ιδιοκτησία των ως άνω πωλητών. Από τους ως άνω τίτλους των απωτέρων δικαιοπαρόχων των εναγόντων προκύπτει ότι η αρχική ιδιοκτησία της οποίας τμήμα αποτελεί η με αριθμ. 26 ιδιοκτησία των τελευταίων, είχε ως όριο την επίδικη οδό και πρόσωπο επ' αυτής.

Στο πόρισμα αυτό κατέληξε εξάλλου και η προαναφερόμενη πραγματογνώμονας, η οποία στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφέρει αυτολεξεί: "Τα συμβόλαια που συντάχθηκαν από το 1923 (.../1923 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κωνσταντίνου Στεφανίδη) μέχρι το 1954 δεν περιελάμβαναν την επίδικη έκταση. Στα συμβόλαια αυτά το βόρειο όριο των ιδιοκτητών των εναγόντων, εκεί δηλαδή που σήμερα εφαρμόζει η επίδικη έκταση, αναφερόταν δρόμος.".

Εξάλλου και από την μετ ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες- εφεσιβλήτους από 24.09.1981 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Κ. Α., αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού, που διορίσθηκε από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος, προκειμένου να γνωμοδοτήσει για άλλο ακίνητο της επίδικης περιοχής, προκύπτει ότι τα οικόπεδα που διαλαμβάνονται στα αναφερόμενα στην έκθεση αυτή συμβόλαια αγοραπωλησίας:

υπ' αριθμ. .../16-7-1920 του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αστερίου Σγουρού, .../9-7-1930 του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Δεληγιάννη, .../5-2-1935 του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Στεφανίδη, και .../30.5.1959 του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεμιστοκλή Κτενά, έχουν ως όριο την επίμαχη παλαιά οδό Γρηγορίου Ε'.

Επιπλέον η κρίση του Δικαστηρίου περί εφαρμογής του τουρκικού ρυμοτομικού σχεδίου και διανοίξεως της επίμαχης οδού και εντεύθεν του κοινόχρηστου χαρακτήρα αυτής, καθώς και του ότι το επίδικο οικοπεδικό τμήμα αποτελούσε τμήμα της εν λόγω οδού που ήταν διανοιγμένο και προορισμένο στην κοινή χρήση, ενισχύεται και από το μετ'επι κλήσεως προσκομιζόμενο από τον εκκαλούντα Δήμο, τοπογραφικό διάγραμμα των διορισθέντων με την υπ' αριθμ. 359/1937 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης πραγματογνωμόνων, Δ.

Μ., μηχανικού Δ.Δ Κτημάτων, Π.Κ., αντιπλοιάρχου του Π.Ναυτικού και Β. Δ., μηχανικού, που κατατέθηκε στο Εφετείο τούτο στις 23-03-1938 και επισυνάφθηκε στην από 10.03.1938 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ανωτέρω. Συγκεκριμένα από την εν λόγω έκθεση πραγματογνωμοσύνης προκύπτει ότι, το αντικείμενο της γνωμοδοτήσεως των ήταν η εφαρμογή τίτλων επί ακινήτου στην επίδικη περιοχή, κείμενου μεταξύ των οδών Ρήγα Φεραίου και Γρηγορίου Ε', που ήταν όμορο της αρχικής ιδιοκτησίας του Γ.

Μ. και έτσι οι ως άνω πραγματογνώμονες, προκειμένου να γνωμοδοτήσουν για το τεχθέν σ' αυτούς θέμα, προέβησαν και στην εφαρμογή των τίτλων του τελευταίου. Στο ως άνω διάγραμμα απεικονίζεται εκτός των άλλων και η επίμαχη παλαιά οδός Γρηγορίου Ε', μεταξύ των οδών Μαντινείας και Γαριβάλδης, η οποία είναι διανοιγμένη και χωρίς κανένα εμπόδιο εκτείνεται κατά μήκος του ορίου της αρχικής ιδιοκτησίας Μ., που είναι κατατετμημένη σε συνεχόμενα τμήματα που φέρουν τα ονόματα Μ., Α.Γ., Γ.

Μ., Α. Κ., Δ.Κ.. Η αποτύπωση αυτή απεικονίζει την πραγματική κατάσταση της ως άνω οδού, γεγονός που ρητώς επισημαίνεται στο κείμενο της άνω εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης στο κεφάλαιο "Γ/Έρευνα" όπου αναγράφεται: "Η σημερινή κατάσταση εις την περιοχήν εκείνην εικονίζεται εις το διάγραμμα μας". Άλλωστε η ως άνω κρίση του Δικαστηρίου αυτού, δεν αναιρείται από τα περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενα στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης και στη συμπληρωματική αυτής, λόγω των ασαφειών και αντιφατικών παραδοχών τούτων.

Επίσης η κατάθεση του εξετασθέντος στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μάρτυρα αποδείξεως, δεν είναι ικανή να διαμορφώσει αντίθετη δικανική πεποίθηση, καθόσον δεν είχε ιδία αντίληψη ή πληροφορίες τρίτου προσώπου, περί της διανοίξεως ή μη της επίμαχης οδού και του κοινόχρηστου χαρακτήρα αυτής, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας έως και το έτος 1958, οπότε έγινε η φωτοληψία των ως άνω αεροφωτογραφιών, και τα όσα κατέθεσε αποτελούσαν προσωπικές εκτιμήσεις του και το εξαγόμενο πόρισμα της υπ' αυτού αξιολογήσεως των τοπογραφικών διαγραμμάτων και των τίτλων κυριότητας.

Εξάλλου, ουδεμία ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, η προαναφερόμενη υπ' 928/1982 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του εναγομένου Δήμου, με την οποία ως παρατίθεται παραπάνω, για άλλο τμήμα (ομόρου ιδιοκτησίας με αυτήν των εναγόντων) της επίμαχης παλαιάς οδού Γρηγορίου αποχαρακτηρίσθηκε αυτή, ως κοινόχρηστη δημοτική οδός, με την αιτιολογία ότι δεν δόθηκε ποτέ σε κοινή χρήση και επομένως δεν έγινε δημοτική.

Τούτο διότι, ως αναφέρθηκε παραπάνω, το Δημοτικό Συμβούλιο του εναγομένου από καμία διάταξη της ισχύουσας τότε και νυν νομοθεσίας, δεν είχε αρμοδιότητα να προβεί στον εν λόγω αποχαρακτηρισμό και εντεύθεν δε δεσμεύεται απ' αυτόν το Δικαστήριο τούτο, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο για τη διάγνωση του κοινόχρηστου ή μη χαρακτήρα του επίδικου τμήματος της παλαιάς καταργούμενης οδού Γρηγορίου Ε'.

Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, το επίδικο προσκυρουμενο οικοπεδικό τμήμα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας αποτελούσε τμήμα της παλαιάς οδού Γρηγορίου Ε' και ήταν διανοιγμένο και σε κοινή χρήση. Η οδός δε αυτή, που προβλέπονταν από το τουρκικό σχέδιο ρυμοτομίας του έτους 1907, το οποίο εφαρμόσθηκε με τη διάνοιξη της, αποτελούσε κοινόχρηστη δημοτική οδό, και εντεύθεν το επίδικο αποτελούσε τμήμα αυτής.

Αλλά και κατά το χρόνο εισαγωγής της Ελληνικής νομοθεσίας στις νέες χώρες (1-2-1914) διατήρησαν η επίμαχη οδός και το επίδικο τμήμα αυτής, την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος και περιήλθαν στην κυριότητα του συσταθέντος με το από 3-5-1918 Β.Δ (ΦΕΚ 98Α/5-5-1918) Δήμου Θεσσαλονίκης και έκτοτε χρησιμοποιούνταν η ως άνω οδός και το επίδικο τμήμα της από τους κατοίκους της επίδικης περιοχής.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, με το από 27-1-1925 Διάταγμα εγκρίθηκε το τροποποιηθέν σχέδιο ρυμοτομίας της επίδικης περιοχής και με αυτό καταργήθηκε η επίμαχη δημοτική οδός, οπότε, σύμφωνα και με όσα έχουν αναφερθεί στην νομική σκέψη, έπαψε πλέον να θεωρείται κοινόχρηστο πράγμα και περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου-εκκαλούντος Δήμου.

Έτσι απώλεσε την ιδιότητα του ανεπίδεκτου χρησικτησίας πράγματος και, συνεπώς, από τότε (1925) και μέχρι το 1968 μπορούσε και το επίδικο τμήμα, με την ιδιότητα του τμήματος της ως άνω καταργηθείσης οδού, να αποκτηθεί από τρίτον με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας Εντούτοις, σύμφωνα με τα προειρημένα, το επίδικο οικοπεδικό τμήμα μέχρι τουλάχιστον το έτος 1958 είχε τη μορφή δημοτικής οδού, μη ασφαλτοστρωμένης, και δεν έλαβε χώρα σε ολόκληρη την έκταση τoυ, καμία πράξη κατοχής και νομής, είτε από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων ή τους ίδιους, είτε από τρίτους, ενώ παρέμεινε στο όριο της ιδιοκτησίας των εναγόντων και δεν συμπεριελήφθηκε σ' αυτήν με οποιαδήποτε εμφανή πράξη, ήτοι με καλλιέργεια, περίφραξη, ανέγερση επ' αυτού κτισμάτων.

Και ναι μεν η προαναφερόμενη πραγματογνώμονας στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης της γνωμοδότησε ότι: "Οι τίτλοι των εναγόντων και των προκατόχων τους που περιλαμβάνουν ολόκληρη την επίδικη έκταση είναι αυτοί που συντάχθηκαν από το έτος 1983 και μετά. Το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης έκτασης περιλαμβάνεται ωστόσο στους τίτλους από το έτος 1954, δηλαδή, από τη σύνταξη του υπ' αριθμ. .../23-8-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Γεωργίου Κατσικέα.

Τα συμβόλαια που συντάχθηκαν από το 1923 (.../1923 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κωνσταντίνου Στεφανίδη) μέχρι το 1954 δεν περιελάμβαναν την επίδικη έκταση. Στα συμβόλαια αυτά το βόρειο όριο των ιδιοκτησιών των εναγόντων, εκεί δηλαδή που σήμερα εφαρμόζει η επίδικη έκταση, αναφερόταν ως δρόμος. Δηλαδή οι ενάγοντες και οι προκάτοχοι τους είχαν στην κυριότητα τους από το 1954 και μετά το μεγαλύτερο μέρος της επίδικης έκτασης λόγω επέκτασης της αρχικής ιδιοκτησίας τους" και στην συμπληρωματική έκθεση της διευκρινίζει ότι η συμπεριλαμβανόμενη το ως άνω συμβόλαιο έκταση εκ του επίδικου οικοπεδικού τμήματος ανέρχεται σε 66,20 τ.μ και δη γνωμοδοτεί ότι: "Η επίδικη έκταση το έτος 1923 ενέπιπτε σε χώρο που χαρακτηρίζονταν ως οδός Γρηγορίου Ε', όπως αυτή προβλέφθηκε από την τούρκικη ρυμοτομία.

Στα συμβόλαια του 1923, από τα οποία εκινεί η σημερινή ιδιοκτησία των εναγόντων, η επίδικη έκταση δεν συμπεριλαμβανόταν στην ιδιοκτησία των εναγόντων, αλλά βρισκόταν σε έκταση που χαρακτηριζόταν ως οδός Γρηγορίου Ε'. Στο αμέσως επόμενο συμβόλαιο που συντάχθηκε αναφορικά με την ιδιοκτησία των εναγόντων (υπ' αριθμ. .../23-8-1954 συμβόλαιο), η επίδικη έκταση συμπεριλαμβανόταν στην ιδιοκτησία των προκατόχων των εναγόντων (τμήμα 66, 20 τ.μ περίπου με επιφύλαξη) και έκτοτε δεν αναφέρεται σε κανένα συμβόλαιο οποιαδήποτε σχέση με την παλαιά Γρηγορίου Ε'.".

Ωστόσο τα συμπεράσματα αυτά, αναφορικά με το ότι το ως άνω τμήμα του επιδίκου περιλαμβάνεται στο ανωτέρω συμβόλαιο, όχι μόνον αντικρούονται από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων του εναγόμενου Δήμου, οι οποίοι σχολιάζοντας τις ως άνω γνωμοδοτήσεις επισημαίνουν την ύπαρξη λαθών στον τρόπο εκτίμησης του αναφερόμενου στο ως άνω συμβόλαιο του έτους 1954 εμβαδού του μεταβιβαζομένου ακινήτου και αοριστιών, καθόσον η άνω πραγματογνώμονας δεν προσδιορίζει κατά θέση, έκταση και όρια το τμήμα του επιδίκου που κατά τις απόψεις συμπεριλαμβάνεται στο άνω συμβόλαιο, αλλά αναιρούνται πλήρως από τις προαναφερόμενες απεικονίσεις των αεροφωτογραφιών, οι οποίες είναι έγκυρες, έχουν ληφθεί από δημόσιο φορέα, ήτοι από την Πολεμική Αεροπορία και απεικονίζουν την κατάσταση της ευρύτερης περιοχής, όπου βρίσκεται το επίδικο οικοπεδικό τμήμα κατά τα έτος 1958.

Όπως δε, κατά τα προμνημονευόμενα, αναφέρεται στην πλήρως αιτιολογημένη και επιστημονικώς τεκμηριωμένη από 09.0302007 τεχνική έκθεση ερμηνείας αεροφωτογραφιών του εξειδικευμένου επιστήμονα Μ. Σ., από την ερμηνεία των αεροφωτογραφιών προκύπτει ότι, κατά τα έτος 1958, το επίδικο οριοθετούμενο με τα στοιχεία 8-9-12-13-8, όπως απεικονίζεται στην ως άνω Πράξη Τακτοποίησης και το συνοδεύον αυτήν διάγραμμα, δηλαδή όλη η έκταση αυτού, φαίνεται ότι βρίσκεται στη συμβολή δύο δρόμων, μη ασφαλτοστρωμένων, που είχαν δημιουργηθεί στην ακάλυπτη περιοχή και όπως διαπιστώνεται από την φωτοερμηνεία επ' αυτού δεν υφίσταται κανένα είδος κατοχής ή κατάληψης, ήτοι (κτίσματα, περίφραξη, βλάστηση).

Συνακόλουθα τούτων, εκ των παραπάνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών πλήρως αποδείχθηκε ότι, οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν άσκησαν επί του επιδίκου ουδεμία διακατοχική πράξη κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από 1925, οπότε το επίδικο τμήμα λόγω καταργήσεως της επίμαχης οδού είχε περιέλθει στην ιδιωτική περιουσία του εναγομένου Δήμου και ήταν επιδεκτικό χρησικτησίας και μέχρι τουλάχιστον το έτος 1958, κατά το οποίο απεικονίζεται τούτο με τη μορφή τμήματος οδού, χωρίς να υφίσταται επ' αυτού ουδεμία παρέμβαση ή οποιαδήποτε διαμόρφωση που δεν προσιδιάζει το χαρακτήρα της οδού.

Εξάλλου από το 1958 και, δη από 20.9.1958, που έγινε η φωτοληψία των ως άνω αεροφωτογραφιών και, εν πάση περιπτώσει, και στην περίπτωση ακόμη που ήθελε γίνει δεκτή η ως άνω γνωμοδότηση της προαναφερομένης πραγματογνώμονα από το έτος 1954, που καταρτίσθηκε το υπ' αριθμ. .../1954 συμβόλαιο αγοραπωλησίας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων, με το οποίο κατά τις απόψεις της ανωτέρω συμπεριελήφθηκε τμήμα της επίδικης έκτασης και μέχρι την 2-12-1968, οπότε το επίδικο κατέστη πλέον ανεπίδεκτο χρησικτησίας, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν συμπληρώνεται η εικοσαετία νομής, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, ώστε να αποκτηθεί από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και τους ίδιους η κυριότητα τούτου, με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας και ο εναγόμενος Δήμος δεν απώλεσε επ' αυτού την κυριότητα του.

Άλλωστε η άσκηση επί του επίδικου οικοπεδικού τμήματος, που αποτελούσε ιδιωτική περιουσία του εναγόμενου-εκκαλούντος Δήμου, και το οποίο από 2.12.1968, οπότε άρχισε η ισχύς του Ν. 31/1968, ήταν ανεπίδεκτο χρησικτησίας, οποιασδήποτε πράξης νομής δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία.

Επομένως, η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο-εκκαλούντα Δήμο ένσταση ιδίας κυριότητας είναι κατ' ουσία βάσιμη".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας αγωγή των αναιρεσειόντων, αφού δέχθηκε κατ' ουσία την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσίβλητου Δήμου στο επίδικο οικοπεδικό τμήμα και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει αντίθετη κρίση.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ως κοινόχρηστη οδός, η οποία υφίστατο ήδη από τους χρόνους της Τουρκοκρατίας και καταργήθηκε αργότερα, σε εφαρμογή του εγκριθέντος με το από 27/1/1925 διάταγμα ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Θεσσαλονίκης, περιήλθε (μετά την κατάργηση της) στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Δήμου και ότι μέχρι τουλάχιστον το έτος 1958 δεν απετέλεσε αντικείμενο νομής ή κατοχής από κανένα, ενώ σε κάθε περίπτωση από το έτος 1954 (χρόνος κατάρτισης αγοραπωλητηρίου συμβολαίου των δικαιοπαρόχων των εναγόντων) μέχρι τις 2/12/1968, οπότε άρχισε η ισχύς του ν.δ. 31/1968 (και κατέστη ανεπίδεκτο χρησικτησίας) δεν συμπληρώθηκε ο απαιτούμενος χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτού με πρωτότυπο τρόπο από τους αναιρεσείοντες.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνες του ν.δ. 31/1968, οι οποίες είναι εφαρμοστέες στην προκείμενη περίπτωση, καθώς και η διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, η οποία δεν έχει εφαρμογή, αφού η χρησικτησία αντιτάσσεται μόνο έναντι του Δημοσίου και όχι άλλων νπδδ ή των ΟΤΑ, στα οποία εκτείνεται η προστασία του α.ν. 1539/1938.

Επομένως, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος, λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η περαιτέρω αιτίαση που αποδίδεται στο Εφετείο, από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος λόγο του αναιρετηρίου, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό των αναιρεσειόντων για την ύπαρξη αδιατάρακτης νομής τους στο επίδικο εδαφικό τμήμα με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία για δέκα έτη, άλλως για τριάντα έτη, από το 1958 έως την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, είναι απορριπτέα, αφού δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης, ενόψει της εφαρμογής από το Εφετείο των διατάξεων του ν.δ. 31/28.11.1968 και όχι εκείνων του ν. 3127/1923 που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 11/5/2010 αίτηση των Ι. Ι. κλπ. για αναίρεση της 1981/2009 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Δήμου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 3 Ιουλίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ